Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Η ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ - Κεφάλαια 14 & 15


Η ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ


14

Την ώρα που ξύπνησε ο Παντελής, το τραίνο περνούσε δίπλα στον Έβρο.

Ήταν απόγευμα και οι τελευταίες ακτίνες του χειμωνιάτικου ήλιου φώτιζαν την απέναντι όχθη. Αργά ή γρήγορα κάποιο γεφύρι θα περνούσε και τους ίδιους απέναντι. Κανείς δεν θα τους ζητούσε διαβατήριο – δεν βρίσκονταν στο Πύθιο – αλλά και ο ιβηρικός Έβρος, όπως ο βαλκανικός (δασυνόμενος) συνονόματός του, ήταν κι αυτός με τον τρόπο του ένα σύνορο, και το κάθε γεφύρι του ένα πέρασμα σε μια άλλη χώρα μέσα στην ίδια χώρα.

Αυτό δεν ήταν άμεσα φανερό στον επισκέπτη ούτε συζητιόταν ανοικτά από τους ισπανούς. Ο Παντελής, αν και ταλαιπωρημένος, με το που ξύπνησε συνειδητοποίησε ότι ο ποταμός ήταν ο Έβρος – δεν μπορούσε να είναι άλλος από τον Έβρο – αλλά την είσοδο στην Καταλονία δεν την έβλεπε παρά σαν την είσοδο στην ελληνική Μακεδονία ή τη Θράκη. Ένα από τα πολλά γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας. Στο σταθμό του Σαντς στη Βαρκελώνη ανέμιζε η ίδια σημαία, κόκκινη πάνω και κάτω και κίτρινη στη μέση, με αυτή που είχε δει το ίδιο πρωί σε διάφορα σημεία της Μαδρίτης, στη διαδρομή του από το ξενοδοχείο προς την ελληνική πρεσβεία και από εκεί προς τον σταθμό Τσαμαρτίν για να προλάβει το τραίνο των 10:10.

Αποφάσισε να μην κλείσει σπάταλα την πρώτη μέρα παραμονής του στην Ισπανία και γι' αυτό προτίμησε να μην πάρει ταξί – όπως αναγκάστηκε να κάνει το πρωί στη Μαδρίτη για να προλάβει το τραίνο – αλλά να μπει σε ένα λεωφορείο και να κατεβεί στη Γκραν Βία, στο ύψος των Ράμπλας. Από 'κεί, σύμφωνα με το χάρτη του, το ξενοδοχείο της οδού Βιγιαροέλ δεν απείχε περισσότερο από δέκα λεπτά με τα πόδια. Η βαλίτσα του ήταν ήδη βαριά όταν πέταξε από το Ελληνικό, κι έγινε ακόμη βαρύτερη με το μικρό κιβώτιο που προστέθηκε σ' αυτή μετά την επίσκεψή του στην πρεσβεία, αλλά εκείνος θα άντεχε.

Έκανε όμως λογαριασμούς χωρίς τον ξενοδόχο, όχι τον πραγματικό, που αποδείχτηκε εξυπηρετικότατος, αλλά με τη μεταφορική έννοια, δηλαδή τον καιρό. Η μπόρα ξέσπασε περίπου τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο πεζοδρόμιο της Γκραν Βία. Το θεωρητικό του δεκάλεπτο έγινε τουλάχιστον ημίωρο, καθώς όχι μόνο περιορίστηκε η ταχύτητά του αλλά προς στιγμήν έχασε και τον προσανατολισμό του. Ευτυχώς η ρυμοτομία του Εϊσάμπλε, της εκτός των τειχών Βαρκελώνης, ήταν ιπποδάμεια με οριζόντιους και κάθετους δρόμους. Και η επιγραφή του ξενοδοχείου ήταν για τον Παντελή όπως ο πράσινος και ο κόκκινος φάρος στην είσοδο ενός λιμανιού.

Οι τυπικότητες κράτησαν ελάχιστα – μόνο το διαβατήριο χρειάστηκε να αφήσει – και σύντομα ο Παντελής βρισκόταν στο δωμάτιό του, έτοιμος να κάνει μπάνιο και να πάρει μια ανάσα πριν από το βραδινό φαγητό και τον ύπνο. Κάπου εκεί ανάμεσα έπρεπε να βρει και το χρόνο να ανοίξει το κιβώτιο. Υπήρχε, ευτυχώς, κάτι που τον ανακούφιζε. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους μεσογειακούς γονείς, ακόμη και μεγαλύτερων παιδιών, ο Μίμης και η Σωτηρία Μπούσουλα δεν είχαν ζητήσει από τον γιο τους να τους τηλεφωνήσει μόλις φτάσει. Ήξεραν ότι θα το κάνει ο ίδιος μόλις ευκαιρήσει. Ένα άγχος λιγότερο.


15

Μια ώρα μπροστά ήταν η Αθήνα από τη Βαρκελώνη, μια ώρα νωρίτερα έκλεινε ο κύκλος της ημέρας εκεί, της πρώτης εργάσιμης μέσα στο '69 για την Κατερίνα και τον Γρηγόρη. Μιας μέρας-βουνό, στο τέλος της οποίας δεν υπήρχε όρεξη ούτε καν για διάβασμα – τέτοια η κούραση από την επιστροφή στο μεροκάματο, τα αφεντικά και των δύο τους είχαν κατανόηση αλλά η δουλειά ήταν δουλειά. Οι απογευματινές εφημερίδες κυκλοφορούσαν με πλούσιες εκδόσεις, είχε προηγηθεί η αργία των Φώτων αλλά και η σημαντική επικαιρότητα με την οποία ξεκίνησε η καινούργια χρονιά.

Ο αεροπειρατής της Κρήτης, ο κρητικός με το μαύρο πουκάμισο, ήταν στο στόμα όλων. Το πολυσύλλαβο επώνυμό του λίγοι το είχαν συγκρατήσει. Το παρατσούκλι του όμως, αγνώστου εμπνεύσεως, είχε κάνει το γύρο της Αθήνας, ίσως και της χώρας ολόκληρης:

Μαυροπουκαμισάκης!

Η επικαιρότητα ήταν παντού, για την ακρίβεια η γραφικότερη πλευρά της, παραποιημένη είτε σκόπιμα από τους καθοδηγητές της κοινής γνώμης είτε υποσυνείδητα από την ίδια την κοινή γνώμη, αμήχανοι και οι μεν και η δε από το πρωτοφανές για τα ελληνικά χρονικά γεγονός της αεροπειρατείας. Εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον η μισή Αθήνα θα στοιχημάτιζε ότι ο αεροπειρατής με το αξιομνημόνευτο επώνυμο θα γινόταν νούμερο στις καλοκαιρινές επιθεωρήσεις, αν όχι και κινηματογραφική ταινία. Είχαν κυκλοφορήσει και κάποια ανέκδοτα, χωρίς αξιώσεις μακροβιότητας όπως σχεδόν όλα τα εμπνευσμένα από την εκάστοτε επικαιρότητα χωρατά, τα άκουσαν κι οι δυο τους – Γρηγόρης και Κατερίνα – από πελάτες και συναδέλφους.

Καθώς προσπαθούσε να χαλαρώσει, ο Γρηγόρης δεν είχε όρεξη να τα ξανακούσει την ώρα του βραδινού φαγητού και γι' αυτό έκοψε την Κατερίνα που, κι εκείνη για να χαλαρώσει, θεώρησε καλό να του τα μεταφέρει. Ο Γρηγόρης θύμωσε με τον εαυτό του γιατί συνειδητοποίησε ότι δεν είχε όρεξη ούτε για κουβέντα, ούτε για φαΐ, ούτε για διάβασμα.

Ακόμα περισσότερο όμως θύμωσε με αυτό που είδε βγαίνοντας από το μπάνιο. Την Κατερίνα σπάνια την έβλεπε να διαβάζει εφημερίδα – και ακόμα πιο σπάνια, να κοιτάζει με τόσο θαυμασμό την φωτογραφία ενός άνδρα. Όπως έκανε εκείνη τη στιγμή, με την φωτογραφία του Μαυροπουκαμισάκη.

Πριν να πέσει για ύπνο, βγήκε για λίγο στο μικρό μπαλκόνι της κρεβατοκάμαρας, αυτό που έβλεπε προς τον ακάλυπτο, κοίταξε τριγύρω, δεν είχε και πολλά να δει παρά μόνο παρόμοια μικρά μπαλκόνια και μια μικρή φέτα ουρανό, συννεφιασμένη και βλοσυρή όπως εκείνος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου