Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΦΟΣ - Κεφάλαια 37 έως 39





Ο ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΦΟΣ


37

Οι συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου γίνονταν απαρέγκλιτα στις πέντε το απόγευμα της πρώτης Τετάρτης κάθε μήνα. Ήταν πάντα σημαντική αυτή η πρώτη Τετάρτη για τους εργαζόμενους στα κεντρικά γραφεία. Οι υπάλληλοι και τα στελέχη ήταν όχι απλώς εμφανίσιμοι, όπως συνήθως, αλλά πραγματικά καλοντυμένοι. Η αίθουσα συνεδριάσεων αλλά και όλοι οι χώροι του κτιρίου της οδού Σταδίου έπρεπε να λάμπουν. Οι κλητήρες, οι καθαρίστριες, οι γραμματείς, ακόμη και ο υπεύθυνος του κυλικείου έμεναν μέχρι τη λήξη της συνεδρίασης – που συνήθως ήταν πολύωρες και καμιά φορά ξεπερνούσαν και τα μεσάνυχτα ακόμη – και έγραφαν πάντα τις υπερωρίες τους, τις οποίες η διοίκηση τις πλήρωνε στο ακέραιο.

Για τα στελέχη, η μέρα του διοικητικού συμβουλίου, αλλά και η παραμονή της και καμιά φορά και η Δευτέρα ακόμη, ήταν αποκλειστικά δοσμένες σε προετοιμασία, συσκέψεις (ανά τμήμα και διατμηματικές), σύνταξη αναφορών, εκπόνηση στατιστικών, συγκέντρωση στοιχείων από τα υποκαταστήματα – μέρες έντασης, κούρασης, μέρες αγωνίας για τα στελέχη με τις ανώτερες θέσεις και τις αυξημένες ευθύνες. Η αγωνία αυτή κάποτε πήγαζε από ανασφάλεια και μόνο, συνήθως όμως δεν ήταν εντελώς αδικαιολόγητη. Αν και κάποιες από τις συνεδριάσεις του ΔουΣου ήταν απλές και σύντομες συγκεντρώσεις που γίνονταν μόνο και μόνο επειδή ήταν επιβεβλημένο από το Νόμο του 1920 περί Ανωνύμων Εταιρειών, κάποιες άλλες – οι περισσότερες – ήταν ουσιαστικές, συχνά έντονες έως και θυελλώδεις. Η επόμενη μέρα συνήθως έφερνε ανακατατάξεις, μεταθέσεις, νέα οικονομικά δεδομένα, ενίοτε και απολύσεις.

Το ζήτημα που προέκυψε με την αρχιεπισκοπή είχε προσωρινά κλείσει με μια λακωνική αναφορά που έκανε ο Χρήστου προς τους ανωτέρους του. Ο Μίμης Μπούσουλας όμως, παρά την ευχάριστη έκπληξη που ένιωσε αρχικά μετά από αυτή την εξέλιξη, εξακολουθούσε να αισθάνεται ανήσυχος. Ήξερε καλά ότι σε τέτοιου είδους ζητήματα η επίσημη αλληλογραφία δεν ήταν το παν. Και παρόλο που ο Χρήστου επανειλημμένα τον είχε στηρίξει και καλύψει στα έξι χρόνια που συνεργάζονταν – ανταποδίδοντας βέβαια την αφοσίωση που του είχε δείξει ο Μπούσουλας – δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι στην κρίσιμη ώρα δεν θα κοίταζε πώς να σώσει το δικό του τομάρι.

Εκείνη την Τετάρτη ο Χρήστου μετά βίας κρατούσε τα μάτια του ανοιχτά. Είχε ξενυχτήσει στο γραφείο για να ετοιμάσει τη συνολική αναφορά πεπραγμένων για την πορεία του ερανικού δανείου. Αν και η ημερησία διάταξη δεν περιελάμβανε ρητή αναφορά σ' αυτό, το δάνειο του Τάματος είχε ιδιαίτερη σημασία, τόσο για το οικονομικό του μέγεθος αυτό καθαυτό, όσο και για την εμπλοκή του Δημοσίου και τον πολιτικό-θρησκευτικό συμβολισμό του προς χρηματοδότηση εγχειρήματος. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, διορίζονταν στην πλειονότητά τους από την κυβέρνηση, εξέφραζαν με αρκετά αντιπροσωπευτικό τρόπο αρκετά από τα κοινωνικά στρώματα της σύγχρονης Ελλάδας ή τουλάχιστον της Αθήνας. Ήταν σίγουρο ότι για κάποια από τα μέλη το στενό συμφέρον της τράπεζας δεν ήταν το μοναδικό κριτήριο στις επιλογές και τις στάσεις τους αλλά συνυπολογιζόταν – και συχνά αντικρουόταν – με το συμφέρον της επαγγελματικής τους τάξης, της οικογένειάς τους και γενικότερα του χώρου από τον οποίο προέρχονταν και τον οποίο, άτυπα, εκπροσωπούσαν με την παρουσία τους στο Δ.Σ. Ο Μίμης δεν ήξερε τα προσωπικά τους δεδομένα αλλά υπολόγιζε ότι, για να διοριστούν από την κυβέρνηση των ελλήνων χριστιανών, πολλοί από αυτούς θα ήταν αν μη τι άλλο θρησκευόμενοι και ενδεχομένως κάποιοι να είχαν και διασυνδέσεις με αυτό που στην καθομιλουμένη λεγόταν εκκλησία – δηλαδή με ιεράρχες και τις πάσης φύσεως θρησκευτικές οργανώσεις, αν και υποτίθεται ότι με τον όρο αυτό χαρακτηριζόταν όλο το σώμα των πιστών και όχι μόνο οι διάφοροι μεσολαβητές μεταξύ ανθρώπου και Θεού.

Η συνεδρίαση κράτησε τρεισήμισι ώρες. Στο τέλος της, ο Γενικός κάλεσε τους τρεις υποδιευθυντές στο γραφείο του, όπως έκανε πάντα για να τους ενημερώσει μέσα σε δέκα λεπτά για τα βασικά σημεία. Βγαίνοντας από αυτή τη σύσκεψη, ο Χρήστου πήγε από το γραφείο του Μπούσουλα, που εκμεταλλεύτηκε ως συνήθως την αναμονή για να αρχειοθετήσει κάποια χαρτιά στους φακέλους του. Αντί να τον φωνάξει στο δικό του γραφείο, όπως συνήθιζε, μπήκε στο γραφείο του Μίμη και έκλεισε πίσω του την πόρτα.

Όλα καλά! είπε ο Χρήστου με πλατύ χαμόγελο και έκδηλη ανακούφιση.

Ο Μπούσουλας ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες. Ο Χρήστου σίγουρα δεν ήταν αφελής αλλά είχε την τάση να παρουσιάζει τα πράγματα στρογγυλεμένα στους συνεργάτες του και γι' αυτό ο Μίμης επέμεινε.

Το οικονομικό όφελος για την τράπεζά μας είναι εντυπωσιακό, εξήγησε ο Χρήστου. Αυτό επισκιάζει όλα τα άλλα και πνίγει τον όποιο ενδοιασμό. Υπάρχει βέβαια αντικειμενικά ένα ρίσκο. Κι αυτό πηγάζει από το ότι απέναντί μας έχουμε το ελληνικό Δημόσιο. Όμως οι έξι στους εννέα από το Κράτος είναι διορισμένοι. Ποιος απ' αυτούς θα βγει να πει ότι το Κράτος είναι αφερέγγυο;

Το προφανές, που ο Χρήστου δεν χρειάστηκε να πει ευθέως στο στενό του συνεργάτη, είναι ότι το δίχως άλλο είχε δοθεί γραμμή από πιο ψηλά, με αποτέλεσμα να μην τεθεί καμία δύσκολη ερώτηση για το Τάμα και τα παρελκόμενά του.

Και για να δοθεί αυτή η γραμμή είχαν βάλει αρκετοί ένα χεράκι. Μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Μίμης, με τον τρόπο του.


38

Το Σταμάτη δεν τον έλεγαν Κερκέντελε. Είχε όμως το μαυριδερό δέρμα της μάνας του, της Μαρίτσας, όπως και τα άλλα πέντε εγγόνια του γερο-Παναή. Δεκαεννιά χρονών ο Σταμάτης, σχεδόν συνομήλικος με το Σωκράτη και αχώριστος φίλος του. Παιδί με νεύρο, όχι φοβερά εργατικός αλλά έπιανε το χέρι του. Και άσσος στο τάβλι.

Πολλές φορές αναρωτιόταν ο Σωκράτης πώς θα περνούσαν τα ατέλειωτα κυριακάτικα απογεύματα χωρίς το τάβλι. Αναρωτιόταν επίσης πότε θα κατάφερνε να κερδίσει το φίλο του. Υπήρχαν Κυριακές που ο Σωκράτης δε σταύρωνε παρτίδα.

Μια και η αυτοσυγκέντρωση και η βαθιά σκέψη δεν ήταν προαπαιτούμενα για να παίξει κανείς μερικές παρτίδες φεύγα ή πόρτες στο καφενείο, ο Σωκράτης με το Σταμάτη συχνά συνόδευαν το παιχνίδι τους με συζήτηση, σχεδόν επί παντός επιστητού.

Ένα από τα ταλέντα του Σταμάτη ήταν η μουσική. Είχε κάνει κάποια μαθήματα στο ωδείο μα πάνω από όλα είχε αυτί. Και χέρι. Το μπαγλαμαδάκι κελαηδούσε στα χέρια του. Οι φίλοι του τον θαύμαζαν, αν και δεν είχαν όλοι τις ίδιες μουσικές προτιμήσεις. Ο Σωκράτης ήταν από τους λίγους που είχαν μια στοιχειώδη γνώση του ρεμπέτικου τραγουδιού και μπορούσε όχι μόνο να τον παρακολουθήσει αλλά και να συζητήσει σε βάθος μαζί του.

Εκείνο το απόγευμα ήταν το πρώτο ανοιξιάτικο. Κάθησαν έξω, για πρώτη φορά μετά το χειμώνα. Φορούσαν τα παλτά τους βέβαια αλλά δεν έβρεχε, δε φυσούσε και έτσι έβγαλαν μόνοι τους ένα τραπέζι με δυο καρέκλες έξω στο πεζοδρόμιο. Το προτιμούσαν και για έναν άλλο λόγο. Μπορούσαν να μιλήσουν χωρίς να τους ακούει όλο το καφενείο.

Ο Σωκράτης πάντα αναρωτιόταν πού το είχε βρει ο Σταμάτης το μπαγλαμαδάκι. Την ώρα που κουνούσε τα ζάρια θυμήθηκε και τον ρώτησε.

Μεγάλη ιστορία, απάντησε ο Σταμάτης καθώς ο Σωκράτης έπαιζε το έξι-πέντε. Μου το έδωσε ο δάσκαλος στο ωδείο. Ο Σωκράτης δε θυμόταν το δάσκαλο, ήξερε μόνο ότι ήταν στην ηλικία των γονιών του και είχε φύγει από το νησί πριν από περίπου δύο χρόνια. Κάποιοι τον είχαν δει να μπαίνει σε ένα καράβι, νύχτα, μαζί με δύο χωροφύλακες.

Ντόρτια. Ο Σταμάτης έπαιξε σιωπηλός και ο Σωκράτης προτίμησε να μη συνεχίσει τη συζήτηση για τον – κατά τα φαινόμενα αντιστασιακό – μουσικό. Προς έκπληξή του συνέχισε ο ίδιος ο Σταμάτης.

Ο Γιώργης ήταν γιος ενός παλιού ρεμπέτη, είπε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι από το τάβλι. Ο Σωκράτης τον κοίταξε. Στο μυαλό του ήρθε αμέσως η φωτογραφία. Και ο τζουράς.

Ο πατέρας του κι ο παππούς μου ήταν μαζί στη Σμύρνη, συνέχισε. Πριν την καταστροφή, εννοείται.

Πώς βρέθηκε εδώ; ρώτησε ο Σωκράτης. Ο φίλος του τού εξήγησε ότι το είχε ζητήσει ο ίδιος ο δάσκαλος αυτό. Ήθελε να ακολουθήσει τη διαδρομή του πατέρα του, από την ανάποδη.

Έψαχνε δουλειά κοντά στα μέρη που αυτός έζησε. Ή σε παρόμοια μέρη, προσφυγικά. Κι έτσι κάθε τόσο μετακόμιζε. Παράτησε το σπίτι του στην Κυψέλη και πήγε κι έμεινε στου Προμπονά.

Τι είναι αυτό;

Ένας προσφυγικός συνοικισμός στην Αθήνα, κοντά στα Πατήσια. Στη συνέχεια βρήκε δουλειά στη Χαλκίδα για να μπορεί να μείνει στο Παντείχι, ένα χωριό απέναντι από τη Χαλκίδα. Εκεί είχε εγκατασταθεί ο πατέρας του πριν να πάει στην Αθήνα. Ήταν ο πρώτος σταθμός του όταν έφυγε από δω.

Ο Σωκράτης δεν ρώτησε το φίλο του ποια χρονιά έφυγε απ' το νησί ο θρυλικός ρεμπέτης. Δεν ενδιαφέρθηκε για το πώς ανακάλυψε ο Σταμάτης ότι ο πατέρας του δάσκαλου ήταν φίλος με το γερο-Κερκέντελε. Δε ρώτησε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή, παρά μόνο ένα πράγμα: Πώς τον έλεγαν. Και ήταν σίγουρος για την απάντηση που θα λάβαινε.


39

Η άνοιξη έφτασε και στη Ζυρίχη. Μόνο που στον Πολύβιο τα τραπεζάκια δεν έβγαιναν στο πεζοδρόμιο. Για να γίνει κάτι τέτοιο χρειαζόταν άδεια της δημοτικής αρχής, που ήταν πανάκριβη και συν τοις άλλοις δινόταν σε ορισμένες μόνο περιοχές του κέντρου. Και σίγουρα οι εκεί θαμώνες δύσκολα θα έπαιρναν την πρωτοβουλία να βγάλουν μόνοι τους έξω δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι. Στο Αιγαίο ήταν αλλιώς. Το Αιγαίο όμως ήταν άφαντο.

Το ίδιο και ο Κωστάλας. Το πρωί είχε τηλεφωνήσει στο βοηθό του και του ζήτησε να ανοίξει εκείνος το μαγαζί, γιατί ο ίδιος θα αργούσε. Δουλειές, του είχε δικαιολογηθεί, μα εκείνος ήταν σίγουρος ότι το αφεντικό του είχε εκμεταλλευτεί την ηλιόλουστη μέρα για να βγει βόλτα με τη μυστική του αγαπημένη. Μετά από ένα εξάμηνο δεν ήταν βέβαια και τόσο μυστική πια, όλοι οι εργαζόμενοι στον Πολύβιο και οι περισσότεροι από τους τακτικούς θαμώνες του γνώριζαν την Μπεάτε, τη σαραντάρα νοικοκυρά που άνοιγε την πόρτα της στον Κωστάλα τα πρωινά, την ώρα που τα δυο παιδιά της ήταν στο σχολείο και ο άντρας της στο γραφείο του σε κάποιο προάστειο της πόλης. Τρίτη και Παρασκευή πήγαινε μαζί με τον Κώστα να τον βοηθήσει με τις προμήθειες του εστιατορίου, κουβαλούσε κι εκείνη σακούλες μέχρι το μαγαζί και ο Φίλιππας ετοίμαζε καφέ και για τους δυο τους. Όταν έφευγε απ' τον Πολύβιο ξαναπερνούσε από την αγορά, για τα δικά της ψώνια, και επέστρεφε στην επίσημη ζωή της.

Ο άντρας της μπορεί να ήξερε, μπορεί και να μην ήξερε. Πάντως ένα βράδυ του χειμώνα ήρθαν όλοι μαζί για φαγητό, με τα παιδιά μαζί, κι ήταν μες στην καλή χαρά. Ο Κωστάλας μάλλον αιφνιδιάστηκε, στην αρχή ήταν αμίλητος αλλά στη συνέχεια έπαιξε καλά το ρόλο του, όπως και η Μπεάτε, ενώ μέσα στην κουζίνα τα χαμόγελα έδιναν κι έπαιρναν. Η ερωμένη και η οικογένειά της έφυγαν τελευταίοι, γύρω στις έντεκα το βράδυ. Ο Κωστάλας κλείδωσε την πόρτα, μάζεψε τους συνεργάτες του στην κουζίνα και όλοι μαζί λύθηκαν σε ασταμάτητα γέλια για πέντε ολόκληρα λεπτά. 

Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα, όταν επέστρεψε, ο Κωστάλας δε γελούσε. Μπήκε αμίλητος στο εστιατόριο και άναψε τσιγάρο. Οι άλλοι τον άφησαν στην ησυχία του, σίγουροι ότι η κακοκεφιά του είχε να κάνει με τα ερωτικά. Στην πραγματικότητα, ο Κώστας δεν είχε δει καθόλου την Μπεάτε εκείνη τη μέρα. Δεν την είχε πάρει καν τηλέφωνο, αν και η συνολική διάρκεια των κλήσεών του εκείνη τη μέρα ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο. Μόνο που δεν επρόκειτο για τηλεφωνήματα που είχε κάνει ή δεχτεί ο ίδιος.

Ο Κώστας Κωστάλας παραλάμβανε κάθε βδομάδα ένα δέμα από τη Βέρνη. Το μέγεθος δεν ήταν σταθερό αλλά η μέρα ήταν πάντα ίδια, με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού. Πέμπτη πρωί, άλλοτε πριν την επίσκεψη στην Μπεάτε κι άλλοτε μετά, πήγαινε στο κεντρικό ταχυδρομείο και έπαιρνε το δέμα. Τις Κυριακές, ενώ το κέντρο της Ζυρίχης αναπαυόταν και ο Πολύβιος έμενε κλειστός το μεσημέρι, ο Κωστάλας ακολουθούσε το τελετουργικό του με την ίδια ευλάβεια που κάποιοι, την ίδια μέρα, εκκλησιάζονταν ή πήγαιναν στο γήπεδο. Άνοιγε το δέμα με το κρητικό μαχαίρι του, ακουμπούσε το υλικό στο τραπέζι του καθιστικού του, έβαζε ένα ποτήρι ούζο με λίγο νερό, άναβε τσιγάρο και άρχιζε την ακρόαση.

Το υλικό προερχόταν από διάφορες πρωτεύουσες της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης. Κάποτε αρκούσε ένα κυριακάτικο πρωινό για να το ακούσει ολόκληρο. Συχνά του έτρωγε όλο το απόγευμα και το υπόλοιπο το άκουγε τη νύχτα, γυρνώντας από το εστιατόριο μετά τη δουλειά του. Την περασμένη Πέμπτη τα δέματα ήταν τρία. Η ακρόαση συνεχίστηκε μέχρι το απόγευμα της Δευτέρας, με ένα διάλειμμα τεσσάρων ωρών για ύπνο.

Τέτοια πληθώρα υλικού δεν είχε ξαναλάβει έως τότε. Δεν ήταν λίγες βέβαια οι φορές που του έστελναν σκάρτο πράμα. Συνήθως όμως η αξία ήταν ανάλογη του όγκου. Στην προεπιλογή γινόταν καλή δουλειά. Όταν λοιπόν διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τρία δέματα, δύο ήταν τα πράγματα που σκέφτηκε. Πρώτον, πως κάτι σοβαρό συνέβαινε. Δεύτερον, πως έπρεπε να καλέσει ταξί για να τα μεταφέρει σπίτι του.

Για το ταξί σύντομα έπαψε να σκοτίζεται. Δεν ήταν δύσκολο να βρει. Για το περιεχόμενο όμως άρχισε τις εικασίες. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει, μια και οι κανόνες απαγόρευαν να αρχίσει την ακρόαση πριν από την Κυριακή.

Τα ηχογραφημένα τηλεφωνήματα από και προς τις πρεσβείες έδειχναν ότι υπήρχε μια κινητικότητα ασυνήθιστη. Κι όχι μόνο στην τελευταία παραλαβή. Από τα Χριστούγεννα και μετά, η Μαδρίτη και η Ρώμη ήταν λίγο ανήσυχες. Κι αυτή η ανησυχία μεταδιδόταν στον Κωστάλα σαν ανέβασμα της αδρεναλίνης του. Μετά από ένα χρόνο ηρεμίας, ένιωθε πραγματική ανάγκη για δράση. Ήταν σίγουρος ότι η ώρα δε θ' αργούσε.

Ταυτόχρονα ένιωθε προβληματισμένος, σχεδόν πικραμένος με το ποιόν των ανθρώπων που, αν και μισθοδοτούνταν κανονικά από την ελληνική κυβέρνηση, εντούτοις έψαχναν αφορμές και τρόπους για να την υπονομεύσουν. Ο Κωστάλας το έβρισκε αδιανόητο. Γι' αυτόν η κυβέρνηση ταυτιζόταν με την πατρίδα, όποιος κι αν ήταν στο τιμόνι. Και ειδικά εκείνη την εποχή, μετά την επανάσταση, θεωρούσε ότι το πηδάλιο το κρατούσαν χέρια άξια, ηγετών που πίστευαν στα ίδια ιδεώδη μ' εκείνον, που δικαίωναν το δικό του αγώνα, τη δική του πορεία ανάμεσα στις χώρες του παραπετάσματος. Μια περιπλάνηση είκοσι περίπου χρόνων, με την αποστολή να στηθούν πολλές μικρές εστίες που με τον καιρό θα έφθειραν και θα έριχναν τα ερυθρά καθεστώτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου