Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

Κεφάλαια 31 έως 36 (διπλή πρωτοχρονιάτικη δόση!)


31

Αποφάσισε να μην πει τίποτα στον κύριο Κάρλος στην καθιερωμένη ενημέρωση που έκανε κάθε Παρασκευή βράδυ στην πρεσβεία. Τον πρόλαβε όμως εκείνος. Εκείνος που συνήθως άκουγε, μουρμούριζε και – κατά τα φαινόμενα – σημείωνε, χωρίς να λέει πολλά. Αυτή τη φορά πληροφόρησε ο ίδιος τον Παντελή για την ειλημμένη απόφαση να συνδυαστεί η εργασία γεωτεχνικών και αρχαιολόγων. Αυτό, είπε, επιβαλλόταν από τας συγχρόνους αντιλήψεις περί οικονομίας των κατασκευών. Την τελευταία φράση ο Κάρλος την είπε μονορούφι. Αποκλείεται να την έβγαλε από το κεφάλι του – κάπου την έχει γραμμένη, σκέφτηκε ο Παντελής. Σίγουρα πράγματα. 


32

Ένα πράγμα θαύμαζε πραγματικά η Κατερίνα στους θείους της. Τα ταξίδια τους. Τη συνέπεια με την οποία φρόντιζαν, τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια, να πηγαίνουν κάπου, έστω και για λίγο. Ο Παντελής, στα καλοκαιρινά του ταξίδια στο νησί, πάντα είχε να τους λέει για τα μέρη που είχε πάει με τους γονείς του. Η παρέα τον άκουγε με προσοχή. Στην αρχή τουλάχιστον, μέχρι που μεγάλωσαν και κουράστηκαν και δεν του έδιναν πια σημασία. Ο θαυμασμός πάντως έμεινε. Τουλάχιστον από πλευράς Κατερίνας. Κι ας μην εκφραζόταν.

Ήταν φυσικό να απογοητευτεί όταν διαπίστωσε ότι ο Μίμης και η Σωτηρία δεν είχαν και πολλά νέα από τον Παντελή. Καλά είναι, έτσι μας λέει. Τίποτ' άλλο όμως. Δε μιλάει και πολύ, είπε η Σωτηρία, όχι χωρίς κάποιο μικρό παράπονο για το γιο της.

Για δουλειά πήγε βλέπεις, τους θύμισε ο Μίμης. Όχι για τουρισμό. Θα' χει σίγουρα πολλά να μας πει όταν γυρίσει, αλλά στο μεταξύ έχει πολλά να κάνει.

Η Κατερίνα τσίμπησε. Στην παύση του Μίμη πήρε τη σκυτάλη.

Άραγε βρήκε όσα ήθελε για το ναό; Ο Μίμης απλά την κοίταξε και ανασήκωσε τους ώμους. Η Κατερίνα συνέχισε. Προσπαθώ να φανταστώ πώς θα τον σχεδιάσει! Ανυπομονώ να δω τη μακέτα.

Ο Μίμης έμεινε ακίνητος και σιωπηλός. Όχι γιατί αποστομώθηκε από όσα έλεγε η Κατερίνα αλλά γιατί πραγματικά δεν χρειαζόταν να ρωτήσει τίποτα ο ίδιος. Τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα. Η Κατερίνα είχε μάθει. Από τη Σωτηρία. Σ' εκείνο τον απογευματινό καφέ, κατά πάσα πιθανότητα. Ο Μίμης είχε πει στη Σωτηρία ότι δεν μιλάμε παραέξω για το ταξίδι του Παντελή. Η Κατερίνα βέβαια δεν ήταν παραέξω. Εκείνη όμως δεν το ήξερε. Η εμπιστευτική πληροφορία δεν της παρουσιάστηκε ως τέτοια αλλά σαν μια οποιαδήποτε είδηση που θα μπορούσε ελεύθερα να τη διαδώσει. Και τη διέδωσε. Όχι με τελάλη αλλά λέγοντάς τη στη Βάσω. Κι αυτό ήταν το ίδιο. Ίσως και χειρότερο.

Η δομή της Οργάνωσης ήταν άγνωστη, ίσως ακόμα και στα ίδια της τα μέλη, σίγουρα πάντως στον Μίμη. Και τι μ' αυτό; Το νήμα υπήρχε. Όποια κι αν ήταν η πορεία του, το γεγονός ήταν ότι στο ένα άκρο ήταν η Βάσω Κερκέντελε – και στο άλλο ο αρχιμανδρίτης. Ο μελετηρός.

Ο Μίμης σηκώθηκε απ' την κουνιστή πολυθρόνα του και, ζητώντας συγγνώμη από την Κατερίνα, είπε στη Σωτηρία να τον βοηθήσει να διαλέξει ρούχα για μια βραδινή επίσκεψη στην οποία, υποτίθεται, θα πήγαιναν αργότερα. Η Κατερίνα προσφέρθηκε να φύγει αλλά της είπαν να κάτσει, υπήρχε αρκετός χρόνος ακόμα. Κλείνοντας την πόρτα στο υπνοδωμάτιο ο Μίμης άρχισε να εκφράζει τη δυσφορία του ξεφυσώντας, χειρονομώντας και εξηγώντας στη Σωτηρία το τι είχε γίνει, με ψιθύρους για να μην ακούγονται αλλά με έντονο ύφος και με πρόσωπο κατακόκκινο. Η Σωτηρία τον άκουγε με ανοιχτό το στόμα. Η σιγουριά του δεν της άφηνε πολλά περιθώρια. Στο βασικό σημείο είχε άλλωστε δίκιο: Κακώς ξανοίχτηκε τόσο με την Κατερίνα. Βρήκαμε δουλειά του Μίμη στην Ισπανία. Αυτό θα αρκούσε. Ούτε ναοί ούτε τίποτα.

Και τώρα τι; Η μικρή είχε τις παραξενιές της. Αν τη συμβούλευες για κάτι ήσουν σίγουρος ότι θα έκανε το αντίθετο, από αντίδραση και μόνο. Η αρχική σκέψη του Μίμη, να της πουν να μη βγάλει τσιμουδιά από δω και πέρα, ακυρωνόταν. Μαζί με τη Σωτηρία αποφάσισαν να το χειριστούν διαφορετικά. Μετά από δέκα λεπτά γύρισαν στο σαλόνι με ήρεμα πρόσωπα, σχεδόν χαμογελαστά.


33

Τον κύριο Κώστα θα ήθελα, παρακαλώ. Θα μπορούσε βέβαια να το πει και πιο απλά. Τον κύριο Κώστα, παρακαλώ. Ή ακόμη: Κύριε Κώστα, εσείς;

Το πιο δύσκολο δεν ήταν το πώς, αλλά το ποιον. Όλα τα άλλα γίνονταν. Θα πήγαινε από το τηλεπικοινωνιακό γραφείο, κάποιο πρωί που θα ξέκλεβε χρόνο. Θα έμπαινε στο θάλαμο και θα σχημάτιζε τον αριθμό. Με το μηδέν-εικοσιένα μπροστά. Στο τέλος της συνδιάλεξης θα πλήρωνε στο ταμείο. Στον γλοιώδη υπάλληλο, τον 'Παμεινώντα, που θα του χαμογελούσε πονηρά, πιστεύοντας ότι ήρθε στο θάλαμο για να σαλιαρίσει τηλεφωνικά με τη λεγάμενη.

Θα του έφευγαν βέβαια κάμποσα λεφτά αλλά υπήρχε ένα κομπόδεμα για την ανάγκη. Κι ήταν πραγματική ανάγκη για το Σωκράτη να κάνει εκείνο το τηλεφώνημα. Να πάει και στην Αθήνα αν χρειαζόταν. Θα ξεκινούσε όμως με το τηλεφώνημα. 

Να όμως που όταν μπήκε στο θάλαμο και έκλεισε την πόρτα δεν ήξερε αν έπρεπε να ζητήσει τον κύριο Κώστα, τον κύριο Γιάννη ή κάποιον άλλον. Έναν αριθμό ήξερε μόνο. Και τρία ονόματα, από τους οποίους ο ένας, ο παππούς, είχε πεθάνει.

Ο κίνδυνος να εισπράξει την άρνηση ήταν μεγάλος. Ειδικά αν ρωτούσε στα ίσα, τίνος είναι αυτό το τηλέφωνο, αυτόν που θ' απαντούσε. Θα μπορούσε βέβαια να πιάσει να τους εξηγήσει από την αρχή. Ξέρετε, είμαι ο Τάδε, συγγνώμη για την ενόχληση, αλλά βρήκα μια φωτογραφία του παππού μου με άλλους δύο, και στο πίσω μέρος είναι το τηλέφωνό σας, σκέφτηκα λοιπόν να επικοινωνήσω – και τα λοιπά. Ο μετρητής των μονάδων θα έγραφε σαν τρελός. Κλάφ'το το κομπόδεμα. Κι όμως, κι όμως… Όσο το σκεφτόταν, τόσο του φαινόταν σαν τη μόνη λύση. Πήρε μια βαθιά ανάσα και σχημάτισε τον αριθμό.

Χτύπησε κάμποσες φορές. Κανείς δεν το σήκωνε. Κατέβασε το ακουστικό, μέτρησε μέχρι το δέκα και ξαναπήρε. Αυτό επαναλήφθηκε άλλες πέντε ή έξι φορές. Καμία απάντηση. Τζίφος.

Η μόνη του ικανοποίηση ήταν ότι δε χρειαζόταν να περάσει απ' το ταμείο. Γλίτωσε τη φάτσα του 'Παμεινώντα. Στάθηκε για λίγο στο τραπέζι με τους τηλεφωνικούς καταλόγους και βρήκε αυτόν της Αθήνας. Ήταν αδύνατο να ψάξει μία μία τις καταχωρίσεις για να δει πού ανήκε ο αριθμός που έπαιρνε. Μπορούσε όμως να βρει την περιοχή, από τα πρώτα ψηφία του αριθμού. Θυμόταν πως υπήρχε ένας τέτοιος πίνακας στους καταλόγους.

Από το τηλεπικοινωνιακό κέντρο έφυγε με μια ακόμη απορία. Θα μπορούσε να ρωτήσει τον 'Παμεινώντα αλλά δεν είχε όρεξη. Όλο και κάποιος θα βρισκόταν στο νησί για να του εξηγήσει πού ακριβώς βρισκόταν η αθηναϊκή συνοικία με το περίεργο όνομα Αλυσίδα.


34

Επίτηδες άφησε για το τέλος τη βόλτα στη Λεωφόρο Ντε Γκράσια. Για την τελευταία του βδομάδα στη Βαρκελώνη, και μάλιστα την Πέμπτη ή την Παρασκευή, εφόσον θα είχε ήλιο – απαραίτητη προϋπόθεση για να φωτογραφίσει. Η Πέμπτη ήταν βροχερή και κρύα. Ευτυχώς στη Μεσόγειο οι εναλλαγές είναι γρήγορες. Η Παρασκευή δεν ήταν ανοιξιάτικη, ήταν όμως αρκετά φωτεινή. Η συλλογή δεδομένων είχε ουσιαστικά τελειώσει και ο Παντελής εκείνη τη βδομάδα έβαζε ήδη στο χαρτί τις πρώτες του ιδέες για τη γενική μορφή και διάταξη του Ναού. Είχε λοιπόν αρκετό χρόνο για να δει κάποια από τα κτίσματα που έκαναν τη Βαρκελώνη μοναδική.

Στην Κάσα Μπατλλό θαύμασε την κομψή αρχοντιά που την ξεχώριζε από τα επίσης όμορφα γειτονικά της κτίρια. Αντίθετα, η Κάσα Μιλά, η γνωστή και ως Πεδρέρα, είχε μια αυστηρότερη και επιβλητικότερη όψη, περισσότερο σαν γιγάντιο γλυπτό και λιγότερο σαν πολυώροφη οικοδομή.

Αφού θαύμασε τα κτίρια της Λεωφόρου Ντε Γκράσια, φωτογραφίζοντάς τα τόσο από κοντά όσο και από τα απέναντι πεζοδρόμια, συνέχισε να περπατά πρώτα στη λεωφόρο και αργότερα σ' έναν κάθετο δρόμο, μέχρι που κατέληξε στη Σαγράδα Φαμίλια. Την ημιτελή εκκλησία που ποτέ δεν λειτούργησε. Μια ιδιόρρυθμη κατασκευή στο πεδινό κομμάτι της πόλης, δύο τετράδες πύργων σαν τα δάχτυλα δύο χεριών – χωρίς τους αντίχειρες – που υψώνονταν προς τον ουρανό λες κι έκαναν προσευχή. Τριγύρω η Σαγράδα Φαμίλια περιβαλλόταν από άλλα κτίρια, από την πόλη ολόκληρη. Δεν δέσποζε πάνω της, όπως το Τιμπιντάμπο.

Ο Παντελής δεν ήταν σίγουρος αν ο άγνωστος, σε αυτόν, αρχιτέκτονας του Τιμπιντάμπο είχε ποτέ πει στα ισπανικά το Νενίκηκά σε, Γκαουντί! Σίγουρα ο καφετί όγκος της περίεργης Σαγράδα Φαμίλια δεν είχε τη λαμπρότητα του κατάλευκου ναού στην κορυφή του λόφου. Και το άγαλμα του Κυρίου με τις ανοιχτές αγκάλες θα πρέπει να γεννούσε στον μέσο πιστό περισσότερη ζεστασιά και οικειότητα απ' ό,τι οι ανάγλυφες παραστάσεις, έργα τέχνης περισσότερο παρά λατρευτικά αντικείμενα. Εικασία ήταν η τελευταία σύγκριση, ο Παντελής ήξερε ότι δεν μπορούσε ο ίδιος να το κρίνει αυτό με τον ίδιο τρόπο, συνηθισμένος στις ορθόδοξες αγιογραφίες όπως και οι περισσότεροι συμπατριώτες του – ανεξάρτητα από το πόσο θρήσκος ήταν ο καθένας.

Ο Παντελής δεν ήταν και τόσο. Χωρίς να είναι συνειδητά άθρησκος ή να έχει ασπαστεί κάποιο άλλο δόγμα απ' αυτό στο οποίο βαφτίστηκε σαν παιδί – μεγάλωσε όμως με γονείς κοσμοπολίτες, και σε μια πόλη αρκετά απρόσωπη ώστε η αποχή από τον ενοριακό ναό τις Κυριακές να μπορεί να περνά απαρατήρητη.

Το ταξίδι στην Ισπανία του ανακοινώθηκε απότομα. Θα ήταν όμως σημαντικό ως εμπειρία. Αποφάσισε να πει το Ναι χωρίς να κάνει πολλές ερωτήσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν είχε απορίες. Και με τον καιρό του γεννιόνταν περισσότερες. Ένα από τα πράγματα που δυσκολευόταν να καταλάβει ήταν το γιατί διάλεξαν αυτόν, παιδί μιας αστικής οικογένειας χωρίς ιδιαίτερους δεσμούς με τα εκκλησιαστικά. Θεωρητικά ήταν ένας διαγωνισμός ανοικτός σε όλους, αυτό τουλάχιστον είχε καταλάβει από τον πατέρα του. Ήταν σίγουρος όμως ότι δύσκολα θα υπήρχαν άλλοι υποψήφιοι που θα απολάμβαναν την ίδια βοήθεια, με πληρωμένα ταξίδια στο εξωτερικό και με την υποστήριξη της εκεί πρεσβείας.

Με την επιστροφή του θα είχε πολλά να πει με τον πατέρα του. Στο μεταξύ, είχε μπροστά του μια τελευταία βραδιά στη Βαρκελώνη – και ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο στη Μαδρίτη πριν την αναχώρησή του. Θύμισε στον εαυτό του το σκοπό εκείνης της βόλτας. Έκανε μερικά βήματα πίσω, φωτομέτρησε, εστίασε και τράβηξε μια ακόμη φωτογραφία.

Δεν ήταν εύκολο να συγκρίνεις ανόμοιες εμπειρίες αλλά ο Παντελής το τόλμησε, την ώρα που γύριζε με τα πόδια στο ξενοδοχείο του: Στις τέσσερις βδομάδες που έμεινε στην Ισπανία, τίποτα, ούτε ακόμα κι οι καλύτερες στιγμές με την Εύα, δεν τον γέμισε τόσο όσο εκείνες οι δύο ώρες γύρω από την Σαγράδα Φαμίλια.

Αυτό βέβαια απέφυγε να το εκμυστηρευτεί στην Εύα το ίδιο βράδυ. Το τελευταίο τους βράδυ, μέχρι – πρώτα ο Θεός – το Πάσχα.


35

Υπέροχη!

Τη λάτρευε τη ζεστή σοκολάτα. Ήταν ό,τι έπρεπε για εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό. Στη Μαδρίτη είχε χιονίσει και η γυναίκα του με τα τρία παιδιά τους είχαν βγει στο μικρό τους κήπο να παίξουν χιονοπόλεμο. Τα δελτία ειδήσεων στο ραδιόφωνο έδιναν τη νοερή εικόνα μιας κατάλευκης Ισπανίας. Το αεροδρόμιο Μπαράχας είχε κλείσει, ενώ σε αρκετούς δρόμους η κυκλοφορία γινόταν μόνο με αλυσίδες.

Προσπάθησε, πίνοντας το αγαπημένο του ρόφημα, να απολαύσει την παραδοσιακή μουσική που παιζόταν μεταξύ έντεκα και δώδεκα, όπως κάθε Κυριακή πρωί. Δεν ήταν εύκολο. Από στιγμή σε στιγμή περίμενε να χτυπήσει το τηλέφωνο. Τη φωνή του ανθρώπου που θα του μιλούσε δεν την είχε ξανακούσει. Θα περίμενε να ακούσει τη φράση.

Η φωνή ήταν αδύναμη. Οι κραυγές χαράς του πεντάχρονου αγοριού, που μόλις είχε επιστρέψει από τον κήπο, δεν την άφηναν να ακουστεί καθαρά. Δεν ήταν καν σίγουρος σε ποια γλώσσα μίλησε ο συνομιλητής του.

Συγγνώμη, παρακαλώ; αποτόλμησε να ρωτήσει στα ελληνικά. Την ίδια ώρα έκανε νόημα στον Ραμόν με το δάχτυλο στο στόμα, να κάνει ησυχία.

Τα κάγκελα έπιασαν πάγο, επανέλαβε κάπως δυνατότερα η φωνή στο τηλέφωνο. Το άκουσμα αυτής της τόσο κοινότοπης φράσης σιγούρεψε τον Κάρλος ότι είχε να κάνει με τον σωστό άνθρωπο. Αυτόν που στους διπλωματικούς κύκλους ανά τον κόσμο ήταν γνωστός σαν Πίπης.

Τώρα ήταν η σειρά του να απαντήσει κατάλληλα. Και το οδόστρωμα γλιστράει, ήταν η δική του ατάκα. Ήταν δύσκολο να το προφέρει κάποιος που είχε μισο-ξεχάσει τα ελληνικά αλλά ο Κάρλος τα κατάφερε περίφημα. Το μυαλό του πήγε για λίγο στο πρόσωπο που του είχε μάθει τα ελληνικά. Το Λοιπόν; που άκουσε στο ακουστικό του τον επανέφερε στην πραγματικότητα.

Δεν είχαμε κανένα πρόβλημα, απάντησε στον Πίπη. Συνεπής στις υποχρεώσεις του.

Διαγωνίως; επέμεινε ο Πίπης, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρό του, προς τα Παλαιά Ανάκτορα.

Και η Παράλληλος εντάξει. Ένας υποθετικός ωτακουστής δύσκολα θα έβγαζε άκρη. Οι πραγματικοί πάντως, τα κατάφερναν μια χαρά. Και υπήρχαν αρκετοί τέτοιοι, δηλαδή τουλάχιστον δύο. Αν αυτή τη στιγμή μπορούσε ο ένας τους να δει τον άλλο, θα έκλειναν το μάτι με νόημα.


36

Στο Μπαράχας επικρατούσε χάος.

Στην καλύτερη περίπτωση, οι πτήσεις έφευγαν με μια καθυστέρηση μερικών ωρών. Στη χειρότερη, θα έπρεπε κανείς να ξενυχτήσει στο αεροδρόμιο, εφόσον δεν είχε κάπου αλλού να καταλύσει. Ακόμη κι αν είχε τα χρήματα για άλλη μια βραδιά στο ξενοδοχείο – που δεν τα είχε – ο Παντελής είχε απορρίψει την ιδέα να πάει στη Μαδρίτη. Η διαδρομή του λεωφορείου γινόταν με μεγάλη δυσκολία στους παγωμένους δρόμους. Είχε ταλαιπωρηθεί πολύ μέχρι να φτάσει το πρωί, δεν είχε λοιπόν καμία όρεξη να ξανακάνει την ίδια απόσταση άλλες δύο φορές.

Η μέρα, αν όχι και η νύχτα, έπρεπε να περάσει. Κάθισμα στο αεροδρόμιο δεν υπήρχε ούτε για δείγμα. Ο Παντελής προσπάθησε να βολευτεί στο σακίδιο. Έβγαλε ένα μπλοκ λευκό χαρτί από τη χειραποσκευή του και ένα στυλό. Δεν ήξερε όμως τι να τα κάνει.

Στην αρχή σκέφτηκε να γράψει στην Εύα. Οι λέξεις όμως δεν κυλούσαν. Τι παραπάνω να της πει απ' όσα είχαν πει το περασμένο βράδυ, τον περασμένο μήνα που πέρασαν μαζί; Ήξερε ανθρώπους, φίλους του, που τους άρεσε να γράφουν σε αγαπημένα τους πρόσωπα απ' όπου κι αν βρίσκονταν: Τώρα είμαι στο αεροδρόμιο, περιμένουμε να ανακοινωθεί η ώρα της πτήσης, χιονίζει και μου λείπεις, και όλα τα σχετικά. Εκείνος δεν το έκανε. Για την ακρίβεια το είχε κάνει παλιά, με έναν-δυο εφηβικούς του έρωτες, τώρα πια το βαριόταν όμως.

Άρχισε να ζωγραφίζει. Στην αρχή πρόσωπα και καραγκιοζάκια. Στη συνέχεια μια σχεδόν ημιτονοειδή γραμμή, που όμως ανηφόριζε στο δεξιό της μέρος. Στο μυαλό του είχε τον λόφο, τον ψηλότερο αλλά όχι – ακόμη – τον ενδοξότερο της Αθήνας. Τον απεικόνισε όπως φαινόταν από την ταράτσα του σπιτιού τους στην Αχαρνών. Προσπάθησε κοντά στο δεξί του άκρο να προσθέσει ένα ναό. Στην αρχή βγήκε κάτι σαν το Ταζ Μαχάλ. Ή, λιγάκι, την Αγια-Σοφιά. Ήταν αναπόφευκτο. Αυτά κουβάλαγε μέσα του, ο καθένας από κει θα ξεκινούσε. Στις επόμενες ώρες δοκίμασε πολλές εκδοχές. Το μπλοκ έφτασε κάπου στη μέση, με τις περισσότερες σελίδες συμπληρωμένες μπρος πίσω και με περισσότερες από μία εκδοχές στην καθεμία.

Η πτήση του ήταν πλέον βέβαιο ότι θα έφευγε το επόμενο πρωί. Δεν τον πείραζε καθόλου αυτό. Ένιωθε ελεύθερος. Ελεύθερος να σκεφτεί, να εκφραστεί και να δημιουργήσει.

Η μόνη ανάγκη που ένιωσε να επικοινωνήσει ήταν με τον συνάδελφό του από τη Βαλένθια. Έψαξε και βρήκε στο πορτοφόλι του το χαρτί που είχε πάρει μαζί του τη μέρα της επίσκεψης στο πανεπιστήμιο. Δεν είχε όμως σημειωμένο το τηλέφωνό του. Μόνο τη διεύθυνση, που εκείνη τη στιγμή δεν του ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη. Τις πληροφορίες για τον περιβάλλοντα χώρο των εμβληματικών ναών θα έπρεπε να τις ζητήσει με κάποιο γράμμα. Το γράμμα αυτό, όπως και αυτό προς την Εύα, θα έπρεπε να περιμένει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου