Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Σικελική Άμυνα: Κεφάλαια 54 έως 60


ΣΙΚΕΛΙΚΗ ΑΜΥΝΑ


54

Η νύχτα θα ήταν μεγάλη.

Στο έψιλον τέσσερα των λευκών, τα μαύρα απάντησαν με γάμμα πέντε. Σημάδι, ότι ο Πίπης είχε άφθονο χρόνο για τον φίλο του. Συνήθως, οι υποχρεώσεις και των δύο, και κυρίως του Υπουργού, δεν επέτρεπαν πολύπλοκες παρτίδες. Ο Υπουργός ξεκινούσε ή απαντούσε με μια επίτηδες χαζή κίνηση, συνήθως στις στήλες άλφα ή θήτα, και το παιχνίδι δεν αργούσε πολύ να τελειώσει. 

Η σικελική άμυνα όμως ήθελε σκέψη και χρόνο. Το ίδιο και η κουβέντα τους, η οποία άλλωστε και προείχε. Ο Μίμης έπαιξε τον ίππο στο ζήτα τρία και αμέσως μετά σηκώθηκε όρθιος – και άρχισε να μιλάει.

Ανοιχτά, πια, και όχι κωδικοποιημένα όπως στο τηλέφωνο. Ο Πίπης δεν έπαιρνε και όρκο αλλά πίστευε ότι η γκαρσονιέρα της αδελφής του στην Ακαδημία Πλάτωνος πρόσφερε μεγαλύτερη ασφάλεια στις συνομιλίες απ' ό,τι το τηλεφωνικό δίκτυο. Κι αυτήν την πεποίθηση του Πίπη την ήξερε ο συμπαίκτης του, από τις προηγούμενες σκακιστικές τους συναντήσεις.

Το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσε να ακούσει τι έλεγαν ήταν η ιδιοκτήτρια. Συνήθως όμως δεν βρισκόταν στο διαμέρισμα. Προτιμούσε – με εξαίρεση το βαρύ χειμώνα – να μένει στο άνετο σπίτι που της είχε παραχωρήσει ο αδελφός της στην Κινέτα. Έτσι, η γκαρσονιέρα έμενε ελεύθερη σαν ιδιωτικό αποκούμπι για τον Πίπη, ο οποίος φρόντιζε να πηγαίνει εκεί με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο, χωρίς συνοδεία και συνήθως σε ώρες που ελάχιστοι κυκλοφορούσαν στους δρόμους και τους διαδρόμους – και άρα η πιθανότητα αναγνώρισής του ήταν μικρή.

Για τα επόμενα δέκα λεπτά, ο Μίμης περιέγραφε τις τελευταίες εξελίξεις στον φίλο του, ο οποίος τον άκουγε με το βλέμμα του στη σκακιέρα. Θα έλεγες ότι αδιαφορούσε για την αφήγηση του Μίμη και επεξεργαζόταν στο μυαλό του την επόμενη κίνηση – η αλήθεια ήταν όμως ότι αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο συγκεντρωνόταν στο περιεχόμενο αυτών που έλεγε ο συνομιλητής του, και όχι στις χειρονομίες ή τις εκφράσεις του προσώπου του.

Την έχει άσχημα, είπε μέσα του ο Πίπης όταν ο Μπούσουλας τελείωσε την εξιστόρηση των γεγονότων. Φυσικό ήταν. Η Φροντιέρρα δεν είχε ενημερώσει λεπτομερώς για τις εργασίες της. Όπως δυστυχώς κάνουν πολλοί από τους εξειδικευμένους επαγγελματίες (συνήθως από ανασφάλεια μη τυχόν και τους κλέψει κανείς τα εμπορικά μυστικά), η ισπανική εταιρεία θεώρησε περιττό να δώσει λογαριασμό σχετικά με τον εξοπλισμό που θα χρησιμοποιούσε αλλά και με τον προγραμματισμό των ερευνών της. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το γεωτρύπανο έβγαζε μάτι. Όχι μόνο εξαιτίας του μεγέθους του, για το οποίο κανείς στην Αθήνα (αλλά ούτε και στη Μαδρίτη) δεν είχε ενημερωθεί, αλλά και επειδή απ' όλες τις μέρες της άνοιξης οι καταλανοί ειδήμονες επέλεξαν τη Μεγάλη Παρασκευή για να αρχίσουν τις εργασίες τους.

Τα νέα δεν άργησαν να διαδοθούν, μέσα από ένα πυκνό δίκτυο που συνέδεε ενορίες και οργανώσεις και έφτανε μέχρι και την Αρχιεπισκοπή. Το σκάνδαλο δε θα αργούσε να ξεσπάσει – και οι συνέπειες θα ήταν δύσκολο να ελεγχθούν. Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να ματαιώσει αυτήν την εξέλιξη θα ήταν μια κίνηση καλής θέλησης από την πλευρά της τράπεζας. Αυτή ήταν η επιθυμία του Πρωθυπουργού, που τη μετέφερε ο Γενικός στον Χρήστου και τον Μπούσουλα το προηγούμενο πρωί, δίνοντάς τους προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών για να του προτείνουν ποια, κατά τη γνώμη τους, θα ήταν αυτή η κίνηση.

Ο Χρήστου είχε κάνει σαφές ότι θα προσπαθούσε να σώσει το δικό του τομάρι και γι' αυτό απέρριψε την πρόταση του Μπούσουλα να κάτσουν να συζητήσουν και να τηρήσουν κοινή στάση. Ο Μίμης ήταν πικραμένος αλλά καταλάβαινε ότι η θέση του Υποδιευθυντή του, ως ανώτερου στην ιεραρχία, ήταν δύσκολη. Ήξερε επίσης ότι από λίγους ανθρώπους θα είχε αυτή τη στιγμή να περιμένει κάποια βοήθεια. Σίγουρα όχι από τον δυσεύρετο Υπηρεσιακό Παράγοντα. Γι' αυτό και στράφηκε στον Πίπη.

Ποια θα ήταν λοιπόν η κίνηση; Ο Γενικός είχε πετάξει το μπαλάκι στους άλλους. Θεωρητικά θα ήταν πολύ εύκολο να καρατομήσει έναν ή και δύο κατώτερούς του. Είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει. Ο Χρήστου όμως, όπως και ο Μπούσουλας, ήταν σημαίνοντα και γνωστά στελέχη. Δεν φοβόταν κάποια αντεπίθεση από μέρους τους αλλά τον απασχολούσε πολύ το ενδεχόμενο σκανδάλου και αναταραχής, ακόμα και εσωτερικής, σε μια περίοδο που η Τράπεζα – όπως και όλες οι ανταγωνίστριές της – προσπαθούσε ακόμα να βρει τις ισορροπίες της απέναντι στο νέο καθεστώς και στο αβέβαιο διεθνές περιβάλλον που κάποια στιγμή, ήταν βέβαιο, θα επηρέαζε αρνητικά και την ελληνική οικονομία. Ο Γενικός δεν ήθελε κλυδωνισμούς – όχι εκείνη την εποχή. Οτιδήποτε γινόταν λοιπόν θα έπρεπε να είναι εύσχημο.

Στο μυαλό του Πίπη τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα. Ο Μπούσουλας και ο γιος του έπρεπε να φύγουν από τη μέση. Από μόνοι τους, διότι διαφορετικά θα φρόντιζαν άλλοι να τους βγάλουν.

Για τον Μίμη, ο προσφορότερος δρόμος διαφυγής ήταν η πρόωρη συνταξιοδότηση, και μάλιστα με επίκληση λόγων υγείας. Τυπικά, τίποτα δεν θα εμπόδιζε μια ένορκη διοικητική εξέταση να στραφεί εναντίον ενός συνταξιοδοτημένου υπαλλήλου, στην πράξη όμως τα ζητήματα υγείας αποτελούσαν μια καλή ασπίδα. Εγκαταλείποντας το πόστο του στην Τράπεζα, ο Μίμης θα βοηθούσε τον Γενικό να στείλει το μήνυμα που χρειαζόταν.

Ο Πίπης, επιπλέον, του πρότεινε να μετακομίσει κάπου αλλού όταν θα' βγαινε στη σύνταξη. Πηγαίνοντας σε έναν ξεχασμένο τόπο, θα ελάττωνε σημαντικά τις πιθανότητες να αποτελέσει θύμα κάποιου από τους ανεξέλεγκτους θερμοκέφαλους που τριγύριζαν εκείνα τα χρόνια στην Αθήνα – με την κάλυψη του καθεστώτος – και ξεκαθάριζαν λογαριασμούς με τρόπο επώδυνο και τελεσίδικο.

Οι αλλαγές αυτές θα έπρεπε να γίνουν όσο το δυνατόν συντομότερα. Μέχρι το τέλος Μαϊου, πρότεινε ο Πίπης. Σε κάποιον άλλο αυτή η προθεσμία θα φαινόταν βουνό. Στον Μίμη όχι. Και όχι μόνο επειδή ήταν μαθημένος από την επαγγελματική του σταδιοδρομία – την οποία θα αναγκαζόταν να τερματίσει πρόωρα – να τηρεί τις προθεσμίες και να παίρνει γρήγορες αποφάσεις. Αλλά κυρίως γιατί οι δικές του αλλαγές δεν ήταν τίποτα μπροστά σ' αυτές που πρότεινε ο Πίπης για το γιο του.

Η παρτίδα θα κρατούσε πολύ ακόμα.


55

Η πτήση από το Παλέρμο της Σικελίας θα είχε καθυστέρηση μιας ώρας. Αυτό ανακοίνωσαν τα μεγάφωνα στο αεροδρόμιο του Φιουμιτσίνο, την ώρα που η Εύα κατέβασε το ακουστικό του κερματοδέκτη. Τα νέα που άκουσε στο τηλέφωνο σήμαιναν – για τη ζωή της καθώς και για εκείνες μερικών ακόμη ανθρώπων – πολύ περισσότερα απ' όσο σήμαινε για την Αλιτάλια και κάποιους επιβάτες της η εξηντάλεπτη αναστάτωση.

Η παρουσία της στην Αθήνα, καθώς και η αποστολή της Φροντιέρρα, είχαν ολοκληρωθεί λίγες μέρες νωρίτερα. Όλα είχαν τελειώσει στην ώρα τους. Ο Ντεφλόρ, ο Μορένο και ο Καρντενάλ δήλωναν απόλυτα ικανοποιημένοι από τη δουλειά που είχε γίνει στη θεμελίωση. Αλλά και οι αρχαιολογικές της έρευνες, με τα υπόγεια ευρήματα στα Τουρκοβούνια, είχαν προχωρήσει κάτι παραπάνω από ικανοποιητικά. Με την περίφραξη της δεσμευμένης έκτασης και την επιστροφή του γεωτρύπανου με φορτωτική προς Βαρκελώνη έκλεινε αυτός ο προπαρασκευαστικός κύκλος.

Το τηλεφώνημα της Εύας προς τον κύριο Κάρλος, επομένως, δεν θα ήταν τίποτα παραπάνω από μια τυπική διαδικασία. Έτσι πίστευε εκείνη, γι' αυτό και ξαφνιάστηκε απ' όσα της είπε, ανέκφραστη και μονότονη όπως συνήθως, η φωνή από τη Μαδρίτη.

Οι τρεις μηχανικοί θα συνέχιζαν μόνοι τους το ταξίδι προς τη Βαρκελώνη. Αντίθετα, η Εύα θα έπρεπε να τους εξηγήσει ότι είχε κάποιο πρόβλημα το εισιτήριό της και θα γύριζε αργότερα. Το πόσο αργότερα, θα έπρεπε να το αφήσει ανοιχτό – εκείνοι γνώριζαν να είναι διακριτικοί όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Το επόμενο απόγευμα, την Εύα θα την περίμενε ένας φάκελος στη ρεσεψιόν ενός παλιού ξενοδοχείου στην Πιάτσα Μπαρμπερίνι. Για εκείνη τη βραδιά θα έπρεπε να αναζητήσει ένα οποιοδήποτε άλλο ξενοδοχείο.

Η Εύα ήταν αβέβαιη για το αν η περιπέτεια που μόλις άρχιζε θα έβγαινε σε καλό. Τόσο για εκείνη προσωπικά όσο και για την υπόθεση που υπηρετούσε. Η τελευταία ανατροπή αναζωπύρωσε τις αμφιβολίες της για το κατά πόσο αυτή η υπόθεση βρισκόταν σε καλά χέρια. Και για το κατά πόσο το προαιώνιο δόγμα, ότι ο δρόμος περνάει μέσα από τη Μαδρίτη, ήταν τελικά πιο αποτελεσματικό από την τακτική που ακολουθούσαν, όλο και πιο έντονα τα τελευταία χρόνια, κάποιοι πραγματικά αγέρωχοι από το Μπιλμπάο και τον Άγιο Σεβαστιανό.


56

Οι Φραγκήδες και οι άλλοι συγγενείς και φίλοι ξαφνιάστηκαν όταν είδαν τον άντρα της Σωτηρίας να καταφθάνει στο νησί Ιούνιο μήνα. Ήταν πολύ νωρίς για τις θερινές του διακοπές, και όμως η εμφάνισή του ήταν όσο πιο καλοκαιρινή μπορούσε να γίνει – με βερμούδα, καπέλο και κοντομάνικη μπλούζα – κι ακόμη, φαινόταν χαλαρός και ανέμελος όσο ποτέ.

Ίσως επειδή ήταν μόνος του. Η Σωτηρία θα ερχόταν κι αυτή, αλλά κανα-δυο βδομάδες αργότερα. Κανα-δυο βδομάδες; Μα τόση ήταν συνήθως η συνολική διάρκεια παραμονής των Μπουσουλαίων στο νησί. Πόσο περισσότερο καιρό θα έμεναν φέτος; Μήπως είχαν κερδίσει κάποιο λαχείο;

Το ερώτημα αυτό δεν διατυπωνόταν μόνο ρητορικά. Σε αντίθεση με την καθιερωμένη φιλοξενία του Μίμη και της Σωτηρίας στην κύρια κατοικία του Φραγκή στο χωριό, φέτος ο Μίμης έκλεισε δωμάτιο σε ξενοδοχείο, και μάλιστα σε ένα από τα ακριβότερα, κοντά σε μία από τις λίγες οργανωμένες παραλίες του νησιού.

Τα μεσημέρια έτρωγε με το Φραγκή, το απόγευμα έπινε καφέ με φίλους, το βράδυ όμως και μέχρι και το επόμενο μεσημέρι ο χρόνος ήταν όλος δικός του. Χαλάρωνε πίνοντας το κρασί του δίπλα στη θάλασσα καθώς σουρούπωνε, έκανε το μπάνιο του στη θάλασσα κάθε πρωί πριν μαζευτεί ο πολύς ο κόσμος – και μ' αυτόν τον τρόπο, μέρα με τη μέρα, το μυαλό του καθάριζε και η διάθεσή του έφτιαχνε.

Η ηρεμία που σταδιακά αποκτούσε τον βοηθούσε να οργανώσει τη μελλοντική του ζωή. Ο χειμώνας στην επαρχία, και ιδιαίτερα σε ένα νησί, ήταν δύσκολος. Το μακρύ καλοκαίρι που είχε μπροστά του θα τον βοηθούσε να προετοιμαστεί με άνεση χρόνου, αλλά και να απολαύσει το ξεκίνημα αυτής της καινούργιας φάσης.

Μέχρι την άφιξη της Σωτηρίας ο Μίμης είχε εντοπίσει τρία υποψήφια σπίτια για να κατοικήσουν οι δυο τους. Είχε επίσης εξηγήσει στους συγγενείς και τους φίλους του ότι οι Τράπεζες, και ειδικότερα η δική του, είχαν μια αρκετά ευέλικτη πολιτική συνταξιοδότησης – αφήνοντας να εννοηθεί ότι η δική του πρόωρη έξοδος από την ενεργό υπηρεσία ήταν ένα είδος επιβράβευσης για τη σταδιοδρομία του. Και, στην εύλογη απορία των πιο δικών του ανθρώπων, γιατί δεν τους είχε πει νωρίτερα για τα σχέδιά του, έδωσε μια απάντηση φυσική και σύμφωνη με την εικόνα που είχαν οι άλλοι για τον επιφυλακτικό και μετρημένο χαρακτήρα του: δεν ήθελε να ανακοινώσει τίποτα πριν να σιγουρευτεί.

Ήταν νωρίς για να καταλάβει πώς ένιωθε για την αλλαγή που ήταν υποχρεωμένος να επιφέρει στη ζωή του. Ακόμη και όταν, δύο μήνες αργότερα, ολοκληρώθηκε η μετακόμιση του νοικοκυριού τους, δεν είχε πλήρως συνειδητοποιήσει ότι έπαψε πια να είναι κάτοικος πρωτευούσης. Τουλάχιστον, όμως, ο Μίμης είχε εξασφαλίσει ότι γύρω του θα είχε συγγενείς και φίλους που, αν μη τι άλλο, τον θαύμαζαν για την επιτυχημένη σταδιοδρομία του και, σε μια εποχή που ακόμη το νησί δεν είχε αρχίσει να παίρνει τα πάνω του, θεωρούσαν τιμητικό και ιδιαίτερα αισιόδοξο ένας αθηναίος να έρθει και να εγκατασταθεί ανάμεσά τους. Και πέρα απ' αυτό, οι νησιώτες ήταν περήφανοι και για τον μονάκριβο γιο του Μίμη και της Σωτηρίας, που – σύμφωνα με όσα υπαινίχθηκε ο Μίμης, χωρίς και πάλι να μπει σε λεπτομέρειες – είχε το μεγάλο προνόμιο να ξεκινά την καριέρα του αναλαμβάνοντας το ένα έργο μετά το άλλο στις προηγμένες χώρες του εξωτερικού.


57

Στο κουπέ του εξπρές για τη Ρώμη, ο Παντελής δεν άργησε να αποκοιμηθεί. Είχε άμεση ανάγκη να το κάνει, για να αναπληρώσει τον ύπνο που έχασε ξαγρυπνώντας στο κατάστρωμα του Τιντορέττο. Ο απογευματινός ρεμβασμός, που ξεκίνησε λίγο μετά την αναχώρησή του από την Πάτρα, εξελίχθηκε σε αϋπνία, καθώς ο νεαρός αρχιτέκτονας αναρωτιόταν για όσα είχαν πρόσφατα συμβεί αλλά και για το περιεχόμενο και το σκοπό της νέας του αποστολής που μόλις άρχιζε.

Το μόνο σημείο επαφής που είχε στην ιταλική πρωτεύουσα ήταν η διεύθυνση ενός βιβλιοπωλείου στη Βία Βένετο. Του την είχε δώσει ο πατέρας του, λίγο πριν φύγει για τις παρατεταμένες διακοπές που θα αποτελούσαν το πρελούδιο της αιφνίδιας συνταξιοδότησής του. Του είχε πει απλά ότι εκεί θα ζητούσε έναν φάκελο στο όνομά του. Λεπτομέρειες δεν του είχε αναφέρει, ίσως γιατί κι ο ίδιος δεν ήξερε. Του ζήτησε μόνο, κάθε Κυριακή απόγευμα, στις επτά ώρα Ελλάδος, να του τηλεφωνεί στο τηλεπικοινωνιακό πρακτορείο του νησιού – και να ζητάει τον ίδιο, όχι τη μητέρα του ή τον θείο Φραγκή ή κάποιον άλλο τρίτο. Του ζήτησε επίσης να μην κάνει κουβέντα για το νέο αυτό επαγγελματικό ταξίδι σε κανέναν άλλο, και σίγουρα όχι στην Κατερίνα και το Γρηγόρη, που θα τους συναντούσε στην Πάτρα του Αγίου Πνεύματος, λίγο πριν την αναχώρησή του. Ο Μίμης άφησε στην ευχέρεια του γιου του να επινοήσει έναν καλό λόγο για τον οποίο θα έφευγε καλοκαιριάτικα για Ιταλία.

Ο Παντελής δε δυσκολεύτηκε να βρει δικαιολογία. Η αγαπημένη του ξαδέρφη ήξερε ότι υπήρχε κάποια γνωριμία από το ταξίδι στη Βαρκελώνη. Δεν του πήγαινε βέβαια να της πει ψέματα για κάτι προσωπικό, δεν μπόρεσε όμως να σκεφτεί κάτι καλύτερο – και έτσι, με βαριά καρδιά είπε ένα παραμύθι για δήθεν εκδρομή με την αγαπημένη του στα αλπικά τοπία της βόρειας Ιταλίας, που τώρα το καλοκαίρι θα ήταν πανέμορφα και, το κυριότερο, προσβάσιμα χωρίς χιόνια και χωρίς την χειμωνιάτικη πολυκοσμία.

Η αλήθεια είναι ότι ο Παντελής ένιωθε μεγάλη αβεβαιότητα για τη συνέχεια της σχέσης του με την Εύα. Κατά την παραμονή της στην Αθήνα πέρασαν αρκετό καιρό μαζί. Εκείνος όμως ένιωθε όμως έντονη πάνω τους τη σκιά των ανθρώπων της Φροντιέρρα, που έδειχναν να είναι πανταχού παρόντες. Στον αποχαιρετισμό τους στο Ελληνικό δεν είπαν τίποτα για τη συνέχεια, δεν έδωσαν – δεν μπορούσαν να δώσουν – καμία υπόσχεση. Όταν ο Παντελής έμαθε ότι θα πήγαινε στην Ιταλία για να μαζέψει υλικό για την πρωτοβυζαντινή ναοδομία – στοιχεία της οποίας, σύμφωνα με όσα του είπε ο πατέρας του, επικαλούμενος τις πηγές του στο Υπουργείο Παιδείας, θα έπρεπε να ενταχθούν στη σχεδιαστική φιλοσοφία του ναού του Τάματος – πήρε τηλέφωνο την Εύα στο σπίτι της και στο γραφείο της για να της ανακοινώσει τα νέα. Δεν τη βρήκε σε κανέναν από τους δύο αριθμούς.

Όταν έφτασε, κουρασμένος από το μακρύ ταξίδι, στο διαμέρισμα του Φιουμιτσίνο και ξεκλείδωσε την πόρτα – με το κίτρινο κλειδί που ήταν στο φάκελο της Βία Βένετο – ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Στο δυάρι του πρώτου ορόφου όλα ήταν ήσυχα, με εξαίρεση μια απαλή ανάσα που ακουγόταν από το υπνοδωμάτιο. Ο Παντελής ήξερε, από τις οδηγίες του φακέλου, ότι θα είχε συγκάτοικο. Από την περιέργεια να τον δει, άναψε το φως του δωματίου. Η πρώτη του έκπληξη ήταν ότι αυτός ο συγκάτοικος ήταν γυναίκα. Η δεύτερή του έκπληξη ήταν ότι, όπως ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα, με το δεξί της χέρι σαν προσκέφαλο, έμοιαζε με την Εύα. Την παρατήρησε για λίγο. Στο πρώτο μισό λεπτό εξακολουθούσε να έχει κάποιες αμφιβολίες – φοβόταν τον κακό συνδυασμό της κούρασής του με τα έντονα αισθήματά του. Αμέσως μετά ξάπλωσε δίπλα της και την αγκάλιασε.


58

Ο βοηθός του Κωστάλα σκούπισε σ' ένα πατσαβούρι το μαχαίρι με το οποίο μόλις είχε κόψει το τυρί φέτα για το κολατσιό του και άνοιξε τον φάκελο που μόλις είχε φέρει ο ταχυδρόμος. Παραλήπτης ήταν το εστιατόριο Πολύβιος, απρόσωπα. Ένδειξη αποστολέα δεν υπήρχε στο φάκελο. Έβγαλε το γράμμα από το φάκελο, το ξεδίπλωσε και άρχισε να διαβάζει. Ήταν γραμμένο στα γερμανικά και μάλιστα με επίσημο τρόπο. Την προσφώνηση Αξιότιμε κύριε Κωστάλα την κατάλαβε, δεν μπορούσε όμως να πει το ίδιο για κάποιες από τις πολυσύλλαβες λέξεις του κυρίως κειμένου. Αυτό που επίσης δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν: γιατί ένα γράμμα από την ελληνική πρεσβεία (αναγνώρισε το Γκρίχισε Μπότσαφτ στο πάνω αριστερό μέρος του γράμματος), απευθυνόμενο σε έλληνα, έπρεπε να γραφτεί στα γερμανικά;

Εν πάση περιπτώσει, αυτά αφορούσαν τον Κωστάλα. Εκείνος θα διάβαζε ούτως ή άλλως το γράμμα αργότερα και θα έκανε τις όποιες συνεννοήσεις. Ο βοηθός του το ξανάβαλε στο σκισμένο φάκελο και το ακούμπησε στο τραπεζάκι που χρησίμευε για γραφείο. Αυτά που χρειαζόταν τα ήξερε ήδη. Και δεν τον χαροποιούσαν ιδιαίτερα.

Για τον απλούστατο λόγο ότι η υποστήριξη μιας συγκέντρωσης περίπου πενήντα ατόμων – δηλαδή η προετοιμασία, η μεταφορά και το σερβίρισμα γευμάτων, ποτών και επιδορπίων για ένα μάτσο διπλωμάτες, και μάλιστα στη Βέρνη – θα σήμαινε απίστευτα περισσότερη δουλειά για όλους, με ασφυκτική προθεσμία και υψηλές ποιοτικές απαιτήσεις. Και όσο για τα λεφτά – ήθελε να πιστεύει ότι αυτή τη φορά ο Κωστάλας θα έδειχνε μεγαλύτερη γενναιοδωρία. Δυστυχώς το παρελθόν δίδασκε ότι το αφεντικό τους, ακριβοδίκαιος και ξηγημένος άνθρωπος κατά τα άλλα, δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να δώσει σε όλους κατιτί παραπάνω όταν έρχονταν τέτοιες δουλειές που αύξαναν σημαντικά το τζίρο. Η φιλοσοφία του ήταν ότι του εστιάτορα το πιάτο ήταν κάτι σαν του κυνηγού, αβέβαιο και περίπου έρμαιο των διακυμάνσεων της ζήτησης, των προτιμήσεων, του ανταγωνισμού… Η πραγματικότητα μάλλον διέψευδε αυτή την απαισιοδοξία αλλά παρόλα αυτά ο Κωστάλας δήλωνε ότι είχε σαν αρχή του να βάζει λεφτά στην άκρη για τις δύσκολες ώρες παρά να δίνει πρόωρα δώρα στους συνεργάτες του.

Το σίγουρο ήταν ότι, όσο κι αν έστυβε το αφεντικό τους εργαζομένους του, η συγκεκριμένη δουλειά θα απαιτούσε πρόσθετα χέρια. Και γι' αυτό χαιρόταν, αισιοδοξώντας ότι ο Κωστάλας θα έδινε μερικά μεροκάματα και στο ανιψάκι του. Του είχε μιλήσει παλιότερα για τον μικρό και είχε αποσπάσει μια φράση που ισοδυναμούσε στ' αυτιά του με υπόσχεση: Φέρ'τον όταν θα ξανά'χουμε έκτακτη δουλειά. Ήταν μάλιστα έτοιμος να τον πάρει τηλέφωνο και να του πει να ετοιμάζεται. Συγκρατήθηκε όμως – σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να το επιβεβαιώσει με τον Κωστάλα, ότι μπορεί από τότε μέχρι σήμερα να άλλαξαν τα δεδομένα, ότι τέλος πάντων ο Κωστάλας μπορεί να είχε διάφορα ελαττώματα αλλά δεν θα ήταν σωστό να τον φέρει προ τετελεσμένου ή να τον εξαγριώσει με μια τέτοια έκπληξη.

Τελικά η έκπληξη ήταν όλη δική του. Δηλαδή του βοηθού. Διότι, πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη στον Κωστάλα όταν τον είδε το μεσημέρι, τον άκουσε να του μιλά ο ίδιος για το δείπνο της πρεσβείας. Προφανώς είχε ενημερωθεί τηλεφωνικά από νωρίτερα και γι' αυτό δεν περίμενε να διαβάσει το τυπικό γράμμα – το οποίο άλλωστε, όσο καλό φροντιστήριο και αν του έκανε η κυρία Μπεάτε (και σ' αυτή τη σκέψη χαμογέλασε μηχανικά), και ο ίδιος θα δυσκολευόταν να αναγνώσει, δεν ήξερε δα και τα άπταιστα γερμανικά. Η έκπληξη όμως δεν ήταν το ότι γνώριζε, αλλά το ότι είχε ήδη κλείσει δύο έκτακτους συνεργάτες που θα βοηθούσαν στην προετοιμασία του μεγάλου δείπνου.


59

Οι γνώσεις της Εύας για την πρωτοβυζαντινή ναοδομία ήταν γενικές – τόσο, όσο θα ήταν οι γνώσεις των γεωτεχνικών της Φροντιέρρα για τα εκτός εξειδίκευσής τους θέματα πολιτικού μηχανικού, όπως τα υδραυλικά και τα συγκοινωνιακά. Γι' αυτήν, ο ναός του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα δεν ήταν στην ουσία παρά ένα ενδιαφέρον αξιοθέατο. Και δεν ήταν καν στη δική της πόλη, όπως ήταν το Τιμπιντάμπο στη Βαρκελώνη – έτσι ο ρόλος της ως ξεναγού για τον Παντελή σ' αυτό το βυζαντινό μνημείο ήταν περίπου μηδενικός.

Τον Παντελή μπορεί να τον παραξένευε λίγο αυτό, όπως και η όλη σύμπτωση του να ξαναβρεθεί με την Εύα και μάλιστα στα μισά του δρόμου, αλλά αν έλεγε ότι τον πείραζε θα ήταν ψέματα.

Η Εύα, πάλι, απ' ό,τι έλεγε στον Παντελή, δεν έβρισκε τη Ραβέννα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα όσον αφορά τις δικές της επιστημονικές αναζητήσεις. Απορούσε, μάλιστα, κι εκείνη όπως κι ο Παντελής, πώς και δεν τους έστειλαν στην άλλη άκρη της ιταλικής επικράτειας, στην Καλαβρία και τη Σικελία. Θα φαινόταν φυσικότερη μια τέτοια επιλογή. Η νότια Ιταλία ήταν για πολλούς αιώνες βυζαντινή κτήση και, παρόλο που δεν είχε κάποιο βυζαντινό μνημείο εξίσου γνωστό με τον Άγιο Βιτάλιο, το υλικό που θα έβρισκε εκεί ο Παντελής θα ήταν περισσότερο ενδιαφέρον και χρήσιμο στο σύνολό του. Κι όσο για την καταλανική ιστορία, το βασίλειο των Δύο Σικελιών, από το οποίο εξαρτώνταν έμμεσα και οι Αλμογκάβερς που κυριάρχησαν στην Αθήνα μεταξύ 1311 και 1388, δεν ήταν τίποτε άλλο από τη μετεξέλιξη της άλλοτε Μεγάλης Ελλάδος και των μετέπειτα βυζαντινών κτήσεων στην ίδια περιοχή.

Σε αντίθεση όμως με τον Παντελή, η Εύα γνώριζε ποιος ήταν ο επόμενος σταθμός τους. Αν και θεωρητικά τίποτα δεν θα τους εμπόδιζε να πάνε πρώτα νότια και μετά προς βορρά, ήταν προφανές ότι το ανέβασμα από τη Ρώμη στη Ζυρίχη είχε αποφασιστεί να γίνει μέσω μιας απλούστερης διαδρομής. Και η θέση της Ραβέννας, σε αντίθεση με αυτή της Σικελίας, ήταν ιδανική για την πραγματοποίηση μιας ενδιάμεσης στάσης που θα είχε και κάποιο εύλογο περιεχόμενο για το αντικείμενο του Παντελή.

Αυτό που ούτε η Εύα γνώριζε ήταν η ταυτότητα του προσώπου που θα τους μετέφερε στη Ζυρίχη. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι ένα συγκεκριμένο πρωί, ανάμεσα στις οκτώ και οκτώμιση, θα εμφανιζόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο από το ξενοδοχείο τους ένα Φίατ πεντακοσάρι, χρώματος κρεμ, με ελβετικές πινακίδες. Έτσι και έγινε. Μέσα σε μισή ώρα από την άφιξη του αυτοκινήτου, η Εύα και ο Παντελής είχαν μεταφέρει με επιμέλεια όλες τις αποσκευές τους στο πίσω κάθισμα και το μικρό πορτ-μπαγκάζ, είχαν τακτοποιήσει το λογαριασμό τους και έβλεπαν τον οδηγό, με τον οποίο είχαν απλώς ανταλλάξει ένα Γεια, να βάζει μπρος τη μηχανή και να βγαίνει στη λεωφόρο που οδηγούσε προς την Αουτοστράντα. Μόλις πέρασαν από τα διόδια, ο οδηγός έβγαλε τα μαύρα γυαλιά και τους συστήθηκε.

Μάι νέιμ ιζ Κώστας. Κώστας Κωστάλας. Και, για να μη νομίσουν ότι είχαν δίπλα τους τον επίδοξο Τζέιμς Μποντ, ο Κώστας άρχισε να γελάει, αρκετά δυνατά ώστε να ακούγεται πάνω από το θόρυβο της μηχανής και του αυτοκινητοδρόμου. Παρά την προσπάθεια του οδηγού να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, η αμηχανία των συνεπιβατών στο Φίατ μειώθηκε ελάχιστα, ίσα ίσα ώστε να μπορέσουν να του συστηθούν κι εκείνοι, η Εύα στα αγγλικά και ο Παντελής στα ελληνικά. Ο Κωστάλας αν μη τι άλλο ήταν έξυπνος, τόσο ώστε να καταλάβει ότι το αστείο του δεν είχε καταφέρει να σπάσει τον πάγο. Προτίμησε λοιπόν, μέχρι να φτάσουν στα ιταλοελβετικά σύνορα, τη σιωπή, διανθισμένη από τα τραγούδια που μόλις ακούγονταν μέσα από το ξεψυχισμένο ραδιόφωνο, ταλαιπωρημένο κι αυτό όσο και το υπόλοιπο αμάξι.


60

Το διαμέρισμα που τους έδωσαν ήταν μάλλον μικρό και σκοτεινό. Δεν είχε μπαλκόνι και τα μοναδικά του παράθυρα, ένα στο υπνοδωμάτιο και ένα στην κουζίνα, δεν έβλεπαν στην πρόσοψη αλλά σε έναν περίκλειστο ακάλυπτο χώρο. Αν μη τι άλλο το βρήκαν καθαρό και η πολυκατοικία ήταν σε καλή κατάσταση. Κανείς από τους δυο τους δεν ήταν φοβερά καλομαθημένος, άλλωστε. Θα το συνήθιζαν εύκολα. Ήταν καλοκαίρι, οι μέρες ήταν μεγάλες και συνήθως ηλιόλουστες κι αυτό πίστευαν ότι θα αντιστάθμιζε την οποιαδήποτε άβολη κατάσταση. Έτσι έλεγαν ο ένας στον άλλο, αυτό επαναλάμβανε και ο Παντελής στους σιωπηρούς διαλόγους του με τον εαυτό του.

Δυσκολευόταν πάντως να πειστεί για το πόσο αναγκαίο ήταν να δουλέψουν, αυτός και η Εύα μαζί, στο εστιατόριο Πολύβιος σαν έκτακτοι βοηθοί αυτού του περίεργου τύπου που άκουγε στο όνομα Κώστας Κωστάλας. Τα μάτια του κόσμου δεν θα καταλάβαιναν τη διαφορά αν η βοήθεια ήταν εικονική, ας πούμε ένα δίωρο κάθε μέρα. Ο πρεβεζάνος όμως τους είχε να δουλεύουν κανονικό μεροκάματο, και μάλιστα σε ξεχωριστές βάρδιες, τα μεσημέρια η Εύα και τα βράδια ο Παντελής. Επέστρεφε αποκαμωμένος στο διαμέρισμα γύρω στα μεσάνυχτα και αναλογιζόταν πού θα βρει την ενέργεια και το κέφι να ολοκληρώσει τη μελέτη του, στην οποία πλέον μπορούσε να αφιερώσει μόνο λίγες ώρες τα πρωινά καθώς και τη μία μέρα την εβδομάδα που έπαιρνε ρεπό.

Έπρεπε να βιαστεί – κι η βιασύνη ήταν εχθρός του καλλιτέχνη, άρα και του αρχιτέκτονα, γιατί τη δουλειά του ο Παντελής την έβλεπε σαν τέχνη περισσότερο παρά σαν τεχνική. Η προθεσμία ήταν ασφυκτική. Τον δεκαπενταύγουστο θα έπρεπε να παραδώσει τα τεύχη της μελέτης του σε έναν συνάδελφο που θα έψαχνε να τον βρει εκείνη τη μέρα στον Πολύβιο. Εκείνος θα αναλάμβανε να ολοκληρώσει και να υποβάλει επίσημα τη δουλειά, σαν εκπρόσωπος του διεθνούς οίκου που θα διαγωνιζόταν. Αυτή, απ' ό,τι είχε πληροφορηθεί ο Παντελής, ήταν η σημαντικότερη εξέλιξη σ' αυτήν την πρώτη του επαγγελματική αποστολή.

Το ξεκίνημα της καριέρας του το είχε φανταστεί διαφορετικό, πιο συμβατικό – μια απασχόληση σ' ένα γραφείο μ' έναν σταθερό μισθό. Του πλήρωναν βέβαια όλα ανεξαιρέτως τα έξοδα, αλλά δεν ήταν το ίδιο, ένιωθε σαν να ζητιάνευε στέλνοντας κάθε μήνα την κατάσταση με τις συνημμένες αποδείξεις. Τουλάχιστον πίστευε ότι θα κέρδιζε την δόξα. Στην αρχή έτσι φαινόταν – τώρα όμως, που θα παρέδιδε την εργασία του σε κάποιον τρίτο, και η δόξα πήγαινε περίπατο. Δεν ήξερε τι να υποθέσει για αργότερα. Οι οδηγίες σταματούσαν εκεί, ήταν αβέβαιο αν θα έπαιρνε και από ποιον, και ο πατέρας του – τον οποίο ρώτησε – δεν ήταν σε θέση να τον βοηθήσει, παρά μόνο να του συστήσει να περιμένει, όπως έκανε μέχρι τώρα.

Ένα από τα βράδια, αν και κουρασμένος όπως πάντα, το πέρασε ξάγρυπνος. Ήταν του Προφήτη Ηλία, 20 προς 21 Ιουλίου, και η ελβετική τηλεόραση, όπως και πολλές τηλεοράσεις σε όλο τον κόσμο, έδειχνε την προσεδάφιση του Απόλλωνα 11 στο φεγγάρι. Η Εύα δεν ένιωθε την ανάγκη να παρακολουθήσει το κοσμοϊστορικό γεγονός κι έτσι ο Παντελής το είδε μόνος του, με την ένταση χαμηλωμένη. Η πορεία του αμερικάνικου διαστημοπλοίου τον ενέπνευσε και αμέσως μετά τη λήξη της ζωντανής μετάδοσης βρέθηκε με ένα μολύβι κι ένα χαρτί, να απεικονίζει με μια καμπύλη τροχιά τη διαδρομή από τη γη στη σελήνη.

Θυμήθηκε τη μέρα του Προφήτη Ηλία, τις αναβάσεις με τους φίλους του – όταν ήταν στην εφηβεία – στην κορυφή του βουνού εκείνη τη συγκεκριμένη καλοκαιρινή μέρα, κάθε χρόνο. Δίπλα στην καμπύλη τροχιά και τα δύο ουράνια σώματα σχεδίασε το περίγραμμα του μαγικού βουνού – χωρίς το εκκλησάκι. Η συνέχεια ήρθε από μόνη της.

Όταν ξημέρωσε και πήγε για ύπνο, αφού άφησε στο κομοδίνο του πέντε φύλλα χαρτί με διαφορετικές όψεις ενός κοινού μοτίβου. Ένα βουνό και στην κορυφή του μια κατασκευή με τρεις καμπύλες δοκούς, ή μάλλον αψίδες, που ξεκινούσαν απ' το ψηλότερο σημείο και κατηφόριζαν αποκλίνοντας, μέχρι που πατούσαν στο έδαφος της πλαγιάς αρκετά χαμηλότερα. Μια σύλληψη αρκετά πιο τολμηρή από αυτές με τις οποίες είχε πειραματιστεί κατά την αναμονή του στο αεροδρόμιο Μπαράχας αλλά και αργότερα. Ένας ναός που, αν ποτέ γινόταν πραγματικότητα, ίσως – το ίσως το προσέθεσε στο νοερό του μονόλογο για να μη φαίνεται αλαζονικός στον εαυτό του – ίσως, λοιπόν, θα συναγωνιζόταν τα δημιουργήματα του ινδάλματός του. Του μεγάλου καταλανού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου