Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2010

Κεφάλαια 49 έως 53


49

Φτάνοντας στο νησί ο Σωκράτης έμαθε ότι τον ζητούσαν στο Τμήμα. Αν δεν το μάθαινε από έναν χαμογελαστό λιμενικό, φίλο της οικογένειας, θα περνούσε μεγάλη λαχτάρα. Από το ύφος του ένστολου, που τον προϋπάντησε στο λιμάνι μετά την επιστροφή του απ' την πρωτεύουσα, κατάλαβε ότι επρόκειτο για κάτι διαδικαστικό. Και ένα μόνο ήταν το διαδικαστικό που περίμενε να του συμβεί εκείνη την εποχή.

Επειδή κάτι τέτοια διαδικαστικά ου γαρ έρχονται μόνα, ο μήνας που ακολούθησε μέχρι την ημερομηνία κατάταξής του πέρασε σαν νεράκι. Με κοντό μαλλί και ένα τεράστιο σακίδιο μπήκε στο καράβι για Πειραιά και από εκεί πήρε το τραίνο για Κόρινθο. Με υπομονή περίμενε να περάσουν οι μέρες της βασικής του εκπαίδευσης, να ορκιστεί και κατόπιν να βγει η μετάθεσή του για τη μονάδα όπου θα έκανε την κυρίως θητεία του. Το είχε σχεδόν σίγουρο ότι αυτή η μονάδα θα ήταν κάπου στο νησί. Για τους περισσότερους φαντάρους ήταν τόπος ανεπιθύμητος, σχεδόν εξορία. Οι ντόπιοι ήθελαν να είναι κοντά στο σπίτι τους και αυτό, μαζί με την απροθυμία των υπολοίπων, τους έδινε μεγάλες πιθανότητες να υπηρετήσουν εκεί.

Ένιωσε λοιπόν μια μάλλον δυσάρεστη έκπληξη όταν είδε το χαρτί που έγραφε Χαλκίδα. Ήθελε να ρωτήσει μήπως έγινε λάθος, σκέφτηκε να ειδοποιήσει με την πρώτη ευκαιρία τους δικούς του μήπως βάλουν κάποιο μέσον και καταφέρουν κάτι. Το αποτέλεσμα δεν άλλαξε. Σύντομα βγήκε και το φύλλο πορείας και ο Σωκράτης βρέθηκε δίπλα στα τρελά νερά.

Η παρηγοριά του ήταν ότι το συγκεκριμένο στρατόπεδο δεν είχε και τη χειρότερη φήμη. Οι αθηναίοι ένιωθαν τυχεροί με μια μετάθεση στον Εύριπο, και όχι μόνο λόγω της κοντινής απόστασης. Στην έξοδό τους οι φαντάροι με λίγη ώρα περπάτημα βρίσκονταν στο κέντρο μιας πόλης που τον περισσότερο καιρό ήταν γεμάτη με ζωή και κίνηση. Στην άδειά τους μπορούσαν εύκολα να πάνε στο σταθμό δίπλα στην κινητή γέφυρα και να πάρουν το τραίνο που θα βοηθούσε για να φτάσουν μια ώρα νωρίτερα στην Αθήνα ή σε οποιονδήποτε άλλο προορισμό τους. Και η ζωή είχε πολλές φορές τα τυχερά της – δεν ήταν λίγοι αυτοί που έφταναν φαντάροι στη Χαλκίδα και έφευγαν αρραβωνιασμένοι ή παντρεμένοι (ή, για τον ίδιο λόγο, δεν έφευγαν καθόλου).

Ο Σωκράτης πάντως άργησε να συμπαθήσει τη Χαλκίδα. Το ίδιο και τους ανθρώπους της. Σε στιγμές αυτοκριτικής κατηγορούσε τον εαυτό του ότι ίσως και να ήταν λιγάκι προκατειλημμένος, επειδή δεν πήρε τη μετάθεση που ήθελε. Το γεγονός ήταν ότι στις ελεύθερες ώρες του προτιμούσε, εφόσον το μπορούσε, να απομακρύνεται από την πόλη που φιλοξενούσε το στρατόπεδό του.

Οι επισκέψεις στην Αθήνα ήταν στην αρχή συχνές. Μετά αραίωσαν. Όχι γιατί ο Σωκράτης αγάπησε τη Χαλκίδα. Αλλά γιατί ανακάλυψε το Παντείχι – για καλή του τύχη, όπως του άρεσε να λέει από μέσα του, παίζοντας με την ομοιοκαταληξία.

Και, κατά σύμπτωση, το παιχνίδι της ρίμας συνεχίστηκε. Ο Σωκράτης, εκτός απ' το Παντείχι, γνώρισε και τον Ευτύχη, συνομήλικό του από το διπλανό νησί και ως εκ τούτου άνθρωπο με τον οποίο είχαν πολλά να πουν. Ξεκινώντας βέβαια από τους μνημειώδεις αγώνες ποδοσφαίρου μεταξύ των ομάδων των δύο νησιών, που σχεδόν πάντα διακόπτονταν και συχνά δεν έληγαν καν, μια και τα αναμμένα αίματα παικτών και φιλάθλων οδηγούσαν σε επεισόδια – που ποτέ δεν ήταν μόνο λεκτικά.


50

Το Πάσχα εκείνο δεν προσφερόταν για συγκέντρωση των Φραγκήδων και των συγγενών τους στο νησί. Κι υπήρχαν αρκετοί λόγοι γι' αυτό. Πρώτα απ' όλα, ο πρωτοχρονιάτικος γάμος ήταν αρκετά πρόσφατος – οι αθηναίοι της οικογένειας δεν έβρισκαν εύκολα τη δυνατότητα να ταξιδέψουν δύο φορές εκτός καλοκαιριού. Έπειτα, ο νεοσύλλεκτος Σωκράτης δεν θα έπαιρνε έγκαιρα άδεια: ήξεραν όλοι από τα μεγαλύτερα παιδιά τους ότι το στράτευμα ήταν ιδιαίτερα φειδωλό σ' αυτόν τον τομέα κατά τους πρώτους μήνες της θητείας. Τέλος, αρκετοί άλλοι είχαν υποχρεώσεις, επαγγελματικές ή κοινωνικές.

Η Κατερίνα με τον Γρηγόρη, για παράδειγμα, θα έφευγαν για Πάτρα. Μια μικρή ανησυχία είχε πλανηθεί για λίγο στον αέρα μετά από την άρνηση της Κατερίνας να συνοδέψει τον άντρα της στο καρναβάλι. Η κόρη του Φραγκή έδειξε όχι απλά προθυμία αλλά και ενθουσιασμό αυτή τη φορά, προς ανακούφιση του περιγύρου. Τα προηγούμενα χρόνια άλλωστε το είχαν καθιερώσει, ως αρραβωνιασμένοι, να επισκέπτονται την οικογένεια του Γρηγόρη. Η Κατερίνα δήλωνε ότι λάτρευε το σούβλισμα του αρνιού, ένα έθιμο που δεν είχε ακόμη φτάσει στα περισσότερα νησιά.

Η Σωτηρία, από την άλλη, θα έβαζε κατσίκι στο φούρνο, ακολουθώντας την παράδοση του δικού της τόπου, με την οποία ο Μίμης δεν είχε απολύτως κανένα πρόβλημα – αν και κάποιες φορές του άρεσε να πηγαίνει σε φίλους του που σούβλιζαν στην αυλή τους. Φέτος ήταν η σειρά τους να κάνουν το τραπέζι σε μια μικρή παρέα τριών-τεσσάρων φιλικών οικογενειών. Για εξόρμηση εκτός πόλης, στο νησί ή αλλού, ούτε λόγος εκείνη τη χρονιά. Ο Μίμης είχε φέρει ένα γεμάτο χαρτοφύλακα στο σπίτι, τη Δευτέρα του Πάσχα σκόπευε να κλειστεί σε ένα δωμάτιο για να μπορέσει να βγάλει λίγη δουλειά παραπάνω. Η Σωτηρία παραπονέθηκε, είχε την ελπίδα ότι θα κατάφερναν εκείνο το Πάσχα να βρεθούν επιτέλους σαν οικογένεια, κάτι που δεν είχε συμβεί τα προηγούμενα χρόνια, με τον Παντελή να υπηρετεί. Φέτος ο γιος τους ήταν στην Αθήνα, απασχολημένος κι αυτός βέβαια με τη δουλειά του αλλά τουλάχιστον στην Ανάσταση και ανήμερα το μεσημέρι θα ήταν μαζί τους. Κι ο Μίμης φυσικά δεν θα' λειπε από την εκκλησία και το τραπέζι, περίμενε όμως ότι θα την πήγαινε μια μικρή εκδρομή ή έστω μια μεγάλη βόλτα, τη Δευτέρα του Πάσχα – όπως το συνήθιζαν οι δυο τους.

Ο Μίμης έδειξε κατανόηση, της εξήγησε όμως πώς είχε η κατάσταση – με έναν τρόπο που την έκανε να αισθανθεί και λίγο ένοχη για το παράπονό της. Και το ήξερε ότι δεν ήταν αυτές οι ανόητες ενοχές που συχνά νιώθουν όσοι και όσες επίτηδες χαντακώνουν την αυτοεκτίμησή τους. Ο Μίμης ήταν πραγματικά αγχωμένος. Η δουλειά που έπρεπε να φέρει σε πέρας μέχρι τη Δευτέρα του Θωμά ήταν πολύ σημαντική. Πίστευε ότι από αυτήν θα κρινόταν σε μεγάλο βαθμό η προαγωγή του, την οποία φυσικά επιθυμούσε διακαώς όπως κάθε επαγγελματίας που νοιαζόταν για την καριέρα του. Ήξερε ότι υπήρχαν αστάθμητοι παράγοντες, ήθελε όμως εκείνος να κάνει το καλύτερο δυνατό για τον εαυτό του.

Το βράδυ της Ανάστασης, στο φαινομενικά ατέλειωτο διάστημα των λίγων λεπτών ανάμεσα στο Δεύτε λάβετε φως και το Χριστός Ανέστη, σκέφτηκε το πόσα πολλά είχε καταφέρει με τις δικές του δυνάμεις, στη δουλειά και την προσωπική του ζωή. Ήξερε ότι κατά κανόνα δεν είχε τίποτα να φοβάται. Αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι, ήδη από το απόγευμα της προηγούμενης μέρας, ο κανόνας αυτός είχε αποκτήσει μια σημαντική εξαίρεση.


51

Η Εύα δεν ζήτησε από τον Παντελή να την πάει στην Ακρόπολη. Ίσως γιατί οι άλλοι δύο μεγάλοι λόφοι της πόλης κάλυπταν τις ανάγκες τους, ο μεν Λυκαβηττός τις ρομαντικές, τα δε Τουρκοβούνια τις αρχαιολογικές. Είχαν μάλιστα έτοιμη την απάντηση για την περίπτωση που θα τους ρωτούσαν κάποιοι, ας πούμε οι μηχανικοί της Φροντιέρρα – αν βέβαια αποφάσιζαν να αφήσουν κατά μέρος το ψυχρό τους προσωπείο, πράγμα εξαιρετικά απίθανο. Στο ερώτημα Γιατί όχι Ακρόπολη;, λοιπόν, θα έλεγαν απλά ότι τόσο ο Λυκαβηττός όσο και τα Τουρκοβούνια είναι ψηλότερα από τον Ιερό Βράχο.

Για μια ακόμη φορά, οι δυο τους έβλεπαν το ηλιοβασίλεμα από την πλαγιά του Λυκαβηττού, μετά από την πολλοστή μέρα δουλειάς. Η Εύα του είχε υποσχεθεί μια λεπτομερή περιγραφή των ευρημάτων και των προβληματισμών της. Η ώρα είχε φτάσει. Ο Παντελής ήταν όλος αυτιά.

Δεν δοκίμασε κάποια ιδιαίτερη έκπληξη όταν άκουσε ότι η υπόγεια στοά στα Τουρκοβούνια περιγραφόταν στο χειρόγραφο του Μοντσερράτ. Πιο εντυπωσιακές ήταν οι λεπτομέρειες από την στοά του πρώτου λόφου, του πρώτου σε μέγεθος υψώματος της πραγματικής επταλόφου, όπως αποκαλούσαν την πρωτεύουσά τους οι καταλανοί κύριοι του δουκάτου των Αθηνών. Με πρώτη απ' όλες, τη λύση στο μικρό αίνιγμα με το μισό μίλι.

Η απόσταση αυτή ήταν συμβολική. Ισοδυναμούσε με το πλάτος της Ιερουσαλήμ από άκρη σε άκρη. Σε ιστορικά χειρόγραφα, όπως αυτό του ισπανικού μοναστηριού, δεν σπάνιζαν παρόμοιες αναφορές. Στην περίπτωση των Τουρκοβουνίων, το μισό μίλι ήταν η απόσταση ανάμεσα στο στόμιο και σε ένα κομβικό σημείο της υπόγειας διαδρομής. Ένα σημείο που ανακάλυψε η Εύα, όπως είπε, σε μια εξερεύνηση που έκανε μόνη της, χωρίς τον Παντελή αλλά με τον Ντεφλόρ, ανήμερα την Κυριακή του Πάσχα.

Ο Παντελής θυμήθηκε ότι το μισό μίλι το είχαν υπολογίσει από την επιφάνεια. Η Εύα όμως μιλούσε για την ίδια απόσταση στο εσωτερικό του λόφου. Τελικά τι από τα δύο ίσχυε; Η απάντηση ήρθε αμέσως: Και τα δύο.

Με τη βοήθεια του γεωτρύπανου, που άρχισε να λειτουργεί ήδη από την επομένη της εγκατάστασής του – δηλαδή από το Μεγάλο Σάββατο – είχαν ανακαλυφθεί δύο πράγματα. Το ένα το ήξερε ο Παντελής: ότι η θεμελίωση του ναού θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα ενισχυμένη. Η βραχομάζα έδειχνε να έχει μεγάλα κενά, στα τρία διαφορετικά σημεία στα οποία έγιναν οι δοκιμαστικές γεωτρήσεις των πρώτων ημερών. Το δεύτερο ήταν αυτό που διαπίστωσε η Εύα: ότι αυτά τα κενά έδειχναν να έχουν μια κανονικότητα και συμμετρία στη μορφή τους, σαν να ήταν φτιαγμένα από άνθρωπο και όχι από τις απρόσωπες δυνάμεις της φύσης. Οι ορθές γωνίες και η απόλυτη καθετότητα τα έκαναν να μοιάζουν με φρεάτια ανελκυστήρα.

Με λίγα λόγια, ακριβώς κάτω από την περιοχή που θα χτιζόταν ο ναός του Σωτήρος, υπήρχαν ενδείξεις ότι είχε ήδη κατασκευαστεί, κάποτε, κάτι άλλο. Κάτι, για το οποίο γνώριζαν ελάχιστοι. Μεταξύ τους, ο ανώνυμος χρονογράφος του Μοντσερράτ, η Εύα, και τώρα ο Παντελής. Και κανείς άλλος.

Ο Παντελής ήθελε να ρωτήσει την Εύα το αυτονόητο: Δεν θα έπρεπε να το μάθει η αρμόδια εφορεία αρχαιοτήτων; Αυτό ήταν ένα ερώτημα που δεν αφορούσε μόνο το τελευταίο εύρημα αλλά ολόκληρη την έρευνα της αρχαιολόγου. Συγκρατήθηκε και δεν το διατύπωσε εκείνη τη στιγμή.


52

Πέρασε η Δευτέρα του Θωμά, και η Τρίτη. Την Τετάρτη, ο Μίμης γύρισε σπίτι του με μεγάλο πονοκέφαλο. Σαν να έμπαινε γεωτρύπανο στο κεφάλι του.

Ζήτησε από τη Σωτηρία να τον αφήσει μόνο του. Στην ανάγκη, να πήγαινε σε κάποια γειτόνισσα για καφέ, ή όπου αλλού ήθελε. Εκείνη έφυγε, χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Ο Μίμης αναστέναξε με ανακούφιση. Όχι επειδή θα είχε την ευκαιρία να ξεκουραστεί. Αλλά επειδή την ώρα του τηλεφωνήματος δεν θα είχε κανέναν πάνω απ' το κεφάλι του ή οπουδήποτε κοντά. Στη συνομιλία αυτή δεν χρειαζόταν άλλους ακροατές.

Η ιδιαιτέρα του Υπουργού δεν μπορούσε να γίνει πιο ακριβής. Μόλις έφυγε για το γραφείο του Πρωθυπουργού, κύριε Μπούσουλα, του είχε απαντήσει. Ο Μίμης ήταν αρκετά έμπιστος ώστε εκείνη να μπορεί να του αποκαλύψει τα κατατόπια του προϊσταμένου της. Συνήθως οι συσκέψεις με τον Πρωθυπουργό κρατούσαν γύρω στο δίωρο. Ο Μίμης είχε λοιπόν τον χρόνο να πάει στο σπίτι του και να περιμένει εκεί την υλοποίηση της υπόσχεσης που έδωσε για λογαριασμό του Υπουργού η συνεργάτις του: Θα σας τηλεφωνήσει εκείνος όταν επιστρέψει.

Αν κάποιος έλεγε την ώρα της αναμονής στον Μίμη ότι το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία, εκείνος δύσκολα θα συγκρατούσε τα νεύρα του.

Το χτύπημα του τηλεφώνου τον έκανε να τιναχτεί. Προσπάθησε να ελέγξει τις αντιδράσεις του αλλά το χέρι που κρατούσε το τσιγάρο έτρεμε. Σήκωσε το ακουστικό με το άλλο. Κι εκείνο έτρεμε.

Στο τηλέφωνο ήταν ο ίδιος ο Πίπης. Ο Μπούσουλας καλησπέρισε και μπήκε κατευθείαν στο θέμα. Με τον τρόπο του.

Ο πάγος έσπασε, είπε στον Υπουργό.

Πώς έγινε; ρώτησε εκείνος.

Είναι τραγικό. Μάλλον – απάντησε ο Μίμης. Με αυτόν τον λιτό και αναγκαστικά κρυπτογραφικό τρόπο του μετέφερε, πιο συμπυκνωμένα δε γινόταν, τις εξελίξεις εκείνης της μέρας στη Σταδίου. Του ήταν αδύνατο βέβαια να αναπαραστήσει τη συνάντηση στο γραφείο του Γενικού. Τη συζήτηση, ή μάλλον το μονόλογο του Γενικού απέναντι στον ίδιο και τον Χρήστου. Την κίτρινη απόχρωση που πήρε ολόκληρο το πρόσωπο του Χρήστου – μέχρι και τα μάτια του τού φάνηκε πως κιτρίνισαν.

Το βασικό νόημα όμως το είχε καταλάβει ο Πίπης. Το πρόδιδε η σιγή του, που κράτησε μερικά λεπτά και ήταν σημάδι ότι ο Υπουργός σκεφτόταν πολύ προσεκτικά ποια θα ήταν η επόμενη φράση του. Από τα λεγόμενα του Μίμη ήταν φανερό ότι η υπόθεση Τάμα, και συγκεκριμένα η συσχέτιση ανάμεσα στο ερανικό δάνειο και τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, είχε ξεφύγει από τον έλεγχο των λίγων ανθρώπων που υποτίθεται ότι είχαν την αποκλειστική της διαχείριση.

Η πρώτη σκέψη του Μίμη, την ώρα που ξεκίνησε το λογύδριό του ο Γενικός, ήταν ότι το προπέτασμα καπνού – η διοχέτευση της πληροφορίας για τη δήθεν ματαίωση της μελέτης – δεν ήταν αρκετό. Σε μια καταλληλότερη στιγμή θα αναζητούσε τις αιτίες, το τι πήγε στραβά. Ήδη είχε μια πιθανή εκδοχή, που την εξέφρασε με τη λέξη τραγικό – που με τη σειρά της προέρχεται από τη λέξη τράγος, συνήθη απαξιωτικό χαρακτηρισμό για τους μουσάτους ορθόδοξους ιερωμένους. Το αμεσότερό του πρόβλημα ήταν όμως άλλο. Γι' αυτό και πήρε τον Πίπη. Γι' αυτό και εκείνος, αφού σκέφτηκε κάμποσο, κατέληξε στην πρόταση που και ο ίδιος ο Μίμης ήλπιζε να του κάνει. Γι' αυτή την πρόταση δε χρειαζόταν κρυπτογράφηση.

Πάμε για μια παρτίδα σκάκι, πρότεινε ο Υπουργός – και ο Μίμης ήξερε ότι στο επόμενο πεντάλεπτο θα έπρεπε να μπει στο αυτοκίνητό του και να κατευθυνθεί προς το σημείο όπου θα κατευθυνόταν και ο Πίπης. Έβαλε μπρος τη μηχανή και πάτησε το γκάζι για να τη ζεστάνει δίνοντας στροφές. Μακάρι να μπορούσε να τις δώσει και τις μισές από τις αμέτρητες στροφές που έπαιρνε εκείνη την ώρα το μυαλό του. Το οποίο σίγουρα δεν προβληματιζόταν από τα φώτα που ο Μίμης άφησε αναμμένα φεύγοντας, ούτε από την παράλειψή του να αφήσει σημείωμα για τη Σωτηρία – ούτε, τέλος, από το αν θα έβρισκε ή όχι παρκάρισμα κοντά στο σημείο συνάντησης.


53

Στο Παντείχι πήγε αρκετές φορές. Πότε με το τραίνο, πότε με το λεωφορείο, ακόμα και με τα πόδια καμιά φορά, ειδικά τις καλοκαιρινές Κυριακές που είχε έξοδο. Κάποτε μόνος και κάποτε με τον Ευτύχη, στον οποίο όμως δεν ανέφερε το λόγο των επισκέψεών του στο χωριό με τα χαμηλά προσφυγικά σπίτια, στην πλαγιά λίγο πάνω από την Αυλίδα.

Όχι ότι μπόρεσε, ακόμα κι όταν ήταν μόνος του, να προχωρήσει πολύ τις αναζητήσεις του. Στο Παντείχι οι πόρτες έδειχναν ακόμη πιο ερμητικά κλειστές απ' αυτές που είδε στου Προμπονά. Στη θέα του φαντάρου, οι κάτοικοι κλείνονταν, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά. Ο μικρασιάτης, έστω και δυο γενιές μετά τον ξεριζωμό, έστω κι αν τα παιδιά του είχαν πολεμήσει το σαράντα και τα εγγόνια του ντύνονταν στο χακί σήμερα, δεν μπορούσε να βγάλει από μέσα του την ιδέα ότι το ελληνικό κράτος έστηνε τα στρατόπεδα δίπλα στους συνοικισμούς του, μη τυχόν και ξεφύγει από τον έλεγχό του αυτό το ατίθασο στοιχείο.

Καφενείο με Αρίσταρχο δεν βρήκε ο Σωκράτης. Λίγες ήταν οι πόρτες που χτύπησε – και απ' όλες αποθαρρύνθηκε. Δεν βρήκε κανένα ίχνος του Κώστα του ρεμπέτη, ούτε του γιου του τού Γιώργη. Είχε τουλάχιστον την μικρή παρηγοριά ότι ένιωσε από κοντά την ατμόσφαιρα του χώρου που εκείνοι είχαν ζήσει.

Ένιωθε επίσης ότι με τον Ευτύχη είχε αρκετά να πει. Και όχι μόνο για το νησιώτικο ποδόσφαιρο, με τα ξερά γήπεδα και το τοπικιστικό πάθος. Ο Ευτύχης σχολίαζε με το δικό του τρόπο την οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου και της περιοχής του. Μέσα από την υπερβολή των αφηγήσεων και των χαρακτηρισμών του φίλου του, ο Σωκράτης έβλεπε αρκετά κοινά με το δικό του νησί, τη δική του μικρή κοινωνία.

Ο Ευτύχης, εκτός από οξυδερκής και γλαφυρός, φαινόταν και διαβασμένος. Μιλούσε συχνά για την ιστορία του νησιού του, ξεκινώντας από τα προϊστορικά χρόνια και πιάνοντας όλες τις φάσεις μέχρι και τον Πρώτο Παγκόσμιο. Τους μυθικούς ήρωες διαδέχονταν οι σοφοί, οι ρωμαίοι και βυζαντινοί, οι πάσης φύσεως πειρατές, οι τούρκοι κατακτητές και, τέλος, οι ντόπιοι επαναστάτες.

Ειδικά τα γεγονότα των αρχών του εικοστού αιώνα, λες και είχαν βγει με καρμπόν από το ένα νησί στο άλλο. Αυτό καταλάβαινε ο Σωκράτης, αν και στη συγκεκριμένη εποχή – μια και ήταν πρόσφατη – ο Ευτύχης αναφερόταν μόνο με μισόλογα.

Κάπως έτσι περνούσε ο καιρός στο Παντείχι, στη Χαλκίδα και στο δρόμο ή το σιδηρόδρομο που τα ενώνει. Μέχρι που, ένα καλοκαιρινό βράδυ, ήρθε η ώρα της μετάθεσης. Και για τους δύο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου