Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Κεφάλαια 22 έως 24


22

Με νυσταγμένα ακόμη μάτια μπήκε στο τραίνο κι έπιασε θέση. Το ραντεβού του στη Βαλένθια ήταν για τις δωδεκάμισι το μεσημέρι. Το φανταζόταν ήδη: Χειραψία, χωρίς καμιά φοβερή εγκαρδιότητα, πρώτες εισαγωγικές κουβέντες, μετά θα τον άφηναν σε κάποια βιβλιοθήκη να δει το υλικό και να κρατήσει σημειώσεις, εκείνοι θα πήγαιναν για το μεσημεριανό τους διάλειμμα, θα γύριζαν στις ασχολίες τους και θα τον ξαναθυμόντουσαν λίγο πριν έρθει η ώρα να πάρει το βραδινό τραίνο για τον σταθμό του Σαντς.

Ενώ ξαναπερνούσε τον Έβρο, κοντά στην παραλία αυτή τη φορά και πηγαίνοντας δυτικά, έβγαλε από την τσέπη του ένα διπλωμένο χαρτί, το άνοιξε και ξαναδιάβασε τον λόγο του σημερινού του ταξιδιού. Στην Αρχιτεκτονική Σχολή στη Βαλένθια υπήρχε μια σειρά αντιγράφων από τις πρώιμες μελέτες του Τιμπιντάμπο. Η προέλευσή τους, σύμφωνα με το δισέλιδο σημείωμα από το κιβώτιο της Πρεσβείας, ήταν αβέβαιη. Εικαζόταν ότι επρόκειτο για αντίγραφα ασφαλείας, που κάποιος ευσεβής Βαλενθιάνος είχε κρύψει κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου, σε μια εποχή που οι εκκλησίες γίνονταν κι αυτές σύμβολα και στόχοι. Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ο προνοητικός αυτός πιστός, πώς έφτασαν στα χέρια του αυτά τα σχέδια και τι τον παρακίνησε να τα στείλει μετά από τόσα χρόνια προς την Αρχιτεκτονική Σχολή – χωρίς συγκεκριμένο όνομα παραλήπτη. Κατά τους ειδικούς πάντως τα έγγραφα ήταν γνήσια, πέραν πάσης αμφιβολίας.

Η υποδοχή του Παντελή ήταν όπως ακριβώς την περίμενε. Η χειραψία, το αντιός στην πόρτα της βιβλιοθήκης πριν το μεσημεριανό διάλειμμα, όλα. Ο Παντελής κρατούσε στη μασχάλη του τους τρεις φακέλους. Όπως το τάβλι! σκέφτηκε. Κάθησε σε ένα τραπέζι και κοίταξε το ρολόι του. Ο διαθέσιμος χρόνος ήταν λίγος, δεν επιτρέπονταν καθυστερήσεις. Πεινούσε αλλά το φαγητό εκείνη την ώρα ήταν πολυτέλεια, άλλωστε απαγορευόταν μέσα στη βιβλιοθήκη. Για περίπου μία ώρα ξεδίπλωνε σχέδια, κρατούσε σημειώσεις, τα ξαναδίπλωνε και πάλι απ' την αρχή.

Δεν άντεξε και σηκώθηκε για τσιγάρο. Πήρε μαζί του τους φακέλους και όλα τα χαρτιά και προχώρησε στο καπνιστήριο. Τουλάχιστον με το τσιγάρο θα ξεχνούσε λίγο την πείνα.

Φτού! Κάπου είχε αφήσει τον αναπτήρα του. Είπε να ζητήσει φωτιά από το διπλανό τραπεζάκι. Δεν είχε πρόχειρη στο μυαλό του τη σχετική έκφραση στα ισπανικά, δίστασε για μια στιγμή, μετά απλά έδειξε το πακέτο του και ρώτησε: Φουέγκο;

Ο διοπτροφόρος νεαρός του διπλανού τραπεζιού ήταν άκαπνος αλλά προσφέρθηκε να πάρει αναπτήρα από παραδίπλα. Του άναψε. Γκράθιας, είπε ο Παντελής.

Ο ισπανός τον κοίταξε για λίγο. Γκριέγο; τον ρώτησε.

Ήταν η πρώτη φορά απ' όταν έφτασε που κάποιος τον ρώτησε αν είναι έλληνας. Του έκανε εντύπωση. Ένευσε καταφατικά.

Φουέγο γκριέγο, είπε ο ισπανός και έβαλε τα γέλια. Γέλασε κι ο Παντελής μαζί, αλλά κάπως αμήχανα.

Γκρηκ φάιαρ – δε μοστ μυστήριους ινβένσιον ιν μεντιήβαλ Γκρης!

Το μυστήριους για τον Παντελή δεν ήταν μόνο η αναφορά στο υγρόν πυρ των βυζαντινών αλλά και η ευχέρεια με την οποία μιλούσε αγγλικά ο διπλανός του – πράγμα ασυνήθιστο στην Ισπανία, όπως τουλάχιστον την είχε βιώσει στο μικρό διάστημα που βρισκόταν εκεί. Η Εύα, με τα επίσης καλά αγγλικά της, ήταν κι αυτή εξαίρεση στο γενικό κανόνα. Θα το' χαν οι φοιτητές, φαίνεται.

Συνάδελφός του ήταν ο ισπανός. Επίδοξος συνάδελφος, αν ήθελε κανείς να κυριολεκτήσει, αν και τέτοιο χαρακτηρισμό θα δικαιούνταν να τον κάνει αν είχε πίσω του κάποια χρόνια εμπειρίας και όχι αν ήταν άρτι αποφοιτήσας όπως ο Παντελής. Επίσης, η προφανής ευφυία του ισπανού και οι γενικές γνώσεις, που έδειχνε να έχει, θα έκαναν ακόμα πιο άκαιρη μια τέτοια συγκαταβατική στάση, που άλλωστε δεν ήταν στις προθέσεις του Παντελή.

Ο Ντιέγκο ήξερε πολλά για την Ελλάδα. Λάτρης μεταξύ άλλων και του κλασικού αθλητισμού, είπε ότι θα προσπαθούσε να έρθει στην Αθήνα για το πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα στίβου του επόμενου καλοκαιριού. Στον Πειραιά, σκέφτηκε να τον διορθώσει ο Παντελής, μια και το στάδιο των αγώνων βρισκόταν στο επίνειο. Ο Ντιέγκο όμως τον εξέπληξε. Ήξερε πού βρίσκεται το στάδιο, είχε δει μάλιστα και μια μακέτα του: ο Παρθενώνας είναι πιο όμορφος, είπε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν ήταν και ενθουσιασμένος από την αρχιτεκτονική του Καραϊσκάκη.

Το διάλειμμα κράτησε αρκετά. Ο Παντελής σκόπιμα απέφυγε να ρωτήσει για τον Γκαουντί, διότι τότε η συζήτηση δεν θα τελείωνε ποτέ.

Στο τρίτο τσιγάρο ο Παντελής σκέφτηκε να συνδυάσει το τερπνόν μετά του ωφελίμου και έτσι ανέφερε στο συνομιλητή του το σκοπό της αναζήτησής του. Πίστευε ότι ο πολυπράγμων φοιτητής κάτι θα είχε να του πει και για το Τιμπιντάμπο. Έπεσε μέσα – εν μέρει. Ο Ντιέγκο αναφέρθηκε σε μια από τις εργασίες του, που είχε σαν αντικείμενο τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου γύρω από εμβληματικούς ναούς, με ρητή αναφορά στο Τιμπιντάμπο ως χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση. Ακόμη κι αν δεν αφορούσε το καθαρά κτιριακό μέρος, οποιαδήποτε πληροφορία ήταν πολύτιμη. Ο Παντελής σημείωσε σε ένα χαρτί τη διεύθυνση του ισπανού, τον χαιρέτησε και επέστρεψε στη βιβλιοθήκη, για να προλάβει να κάνει λίγη δουλειά με το υλικό των τριών φακέλων.


23

Άλλη μια εργάσιμη μέρα για τον Μίμη Μπούσουλα πλησίαζε στο τέλος της. Οι Αλκυονίδες μέρες του Γενάρη είχαν τελειώσει και το κρύο είχε επιστρέψει, και μάλιστα αρκετά τσουχτερό. Ευτυχώς το γραφείο του ήταν αρκετά ζεστό. Το ύφος όμως του υποδιευθυντή, όταν μπήκε στο γραφείο του για να παραδώσει την εβδομαδιαία αναφορά, ήταν μάλλον πιο ψυχρό κι απ' τον καιρό.

Συμβαίνει κάτι, κύριε Χρήστου; πήρε το θάρρος να τον ρωτήσει.

Εκείνος δεν απάντησε αμέσως, κάτι που ο Μίμης κατάλαβε ότι σήμαινε: Ναι, συμβαίνει. Ο υποδιευθυντής έγειρε πίσω, ξεφύσηξε και άρχισε να κοιτάζει λοξά προς τα πάνω, με έντονο βλέμμα λες και παρατηρούσε κάποιο αόρατο σαμιαμίδι να περπατά στο ταβάνι.

Ο Μίμης περίμενε την ψυχρολουσία. Ο Χρήστου, χωρίς να έχει τη φήμη του κακού, ήταν γνωστός για τα ξεσπάσματά του από καιρού εις καιρόν. Για να δούμε…, σκέφτηκε ο Μίμης και έκλεισε ασυναίσθητα τα μάτια.

Η τουφεκιά δεν ήρθε. Ο υποδιευθυντής άρχισε να μιλάει με ήρεμο ύφος.

Είχα ένα τηλεφώνημα από την Αρχιεπισκοπή. Με ρωτούσαν για τους όρους του ερανικού δανείου. Αν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο, αν συνηθίζονται παρόμοιες μορφές χρηματοδοτήσεως σε άλλες χώρες, αν το επιτόκιο αλλάζει. Αυτός που μου μιλούσε – κάποιος αρχιμανδρίτης προφανώς – δεν τα πήγαινε καλά με την τραπεζική ορολογία, φάνηκε όμως να ξέρει τι ψάχνει. Πρέπει να' ναι απ' αυτούς που μελετούν πολύ. 

Τον παραπέμψατε στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων; ρώτησε ο Μίμης. Στην πραγματικότητα εννοούσε: Δεν τον παραπέμψατε…; Ο καθιερωμένος τρόπος αντιμετώπισης ή μάλλον παράκαμψης τέτοιων παρεμβάσεων ήταν η επίκληση των επίσημων διαύλων επικοινωνίας.

Πριν από τον αρχιμανδρίτη, συνέχισε με σταθερή φωνή ο Χρήστου, μου τηλεφώνησε ο κύριος Γενικός. Με ρώτησε αν με πήραν απ' την Αρχιεπισκοπή. Του είπα: Όχι. Μου είπε: Θα σε πάρουν – και  το έκλεισε, ούτε εξήγηση ούτε τίποτα. Φαίνεται, κάποιοι κατάλαβαν ότι η ιστορία με το Τάμα έχει παραδάκι και φυσικά δε θέλουν να μείνουν απ' έξω. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά μάλλον θύμωσαν που δεν τους έβαλαν στο παιχνίδι από την αρχή. Άρχισαν λοιπόν να ψάχνουν…

Κοντολογίς, η Αρχιεπισκοπή δεν καταλάβαινε από γραφειοκρατίες. Η κυβέρνηση είχε ευθεία ανάμιξη στην εκλογή του Προκαθημένου, προ διετίας. Οι σχέσεις ήταν προσωπικές κι αυτό το γνώριζαν οι πάντες. Ο Μίμης μετάνιωσε για την προηγούμενη ερώτησή του, περί παραπομπής στο Υπουργείο. Η δυσφορία του υποδιευθυντή ήταν εύλογη. Οι Υπηρεσιακοί Παράγοντες ίσως και να μην είχαν τον έλεγχο…

Ο Χρήστου έσκυψε πάλι στα χαρτιά του, μουρμουρίζοντας ένα Καλό απόγευμα. Φεύγοντας, ο Μίμης έκανε μια σιωπηρή ανάλυση της κατάστασης. Ήταν φως φανάρι, ο πρωθυπουργός δεν έδινε δεκάρα για τον δεσπότη. Εκείνος είχε υποχρέωση στον πρωθυπουργό και όχι το αντίθετο. Πιστεύοντας ότι τον είχε στο χέρι, αποφάσισε να τον αγνοήσει τελείως στην ιστορία με το Τάμα. Η άλλη πλευρά όμως κάτι είχε πληροφορηθεί – και αποφάσισε να δράσει. Κλείνοντας τα μάτια του για λίγο, έφερε στο μυαλό του έναν αρχιμανδρίτη με το χαρακτηριστικό καλυμμαύχι, όχι σε στάση προσευχής αλλά με προτεταμένο τον δείκτη του δεξιού χεριού και με σπινθηροβόλο βλέμμα.


24

Βγαίνοντας από την εκκλησία, ένα κυριακάτικο πρωί, ο Σωκράτης δεν ακολούθησε την παρέα στην καθιερωμένη βόλτα που κατέληγε σε ένα από τα καφενεία της πλατείας. Η μάνα του παραξενεύτηκε που τον είδε να γυρίζει σπίτι μαζί της. Έχω μια δουλειά, της είπε, κι εκείνη – σίγουρη ότι δεν εννοούσε δουλειές του σπιτιού, τον ήξερε δα το γιο της – τον άφησε στην ησυχία του.

Είχαν κύκλους τα μάτια του Σωκράτη εκείνο το πρωί. Στο μυαλό του είχε έρθει ο μπαρμπα-Νικολός. Δεν ήταν η πρώτη φορά, στα πέντε χρόνια που είχαν περάσει από τον θάνατό του. Πότε σε όνειρα, πότε σε σκέψεις, πότε σε κουβέντες όπως εκείνη της Πρωτοχρονιάς – ο παππούς, αυτή η στιβαρή προσωπικότητα στη συλλογική μνήμη της οικογένειας, εξακολουθούσε να δίνει το παρών με τον τρόπο του.

Η οδύνη για το θάνατό του ήταν μετριασμένη, λογικό ήταν, από το ότι έφυγε πλήρης ημερών. Ο Σωκράτης ήταν ιδιαίτερα δεμένος μαζί του. Καμάρωνε κι εκείνος γι' αυτά που θαύμαζε όλη η οικογένεια στην ιστορία του παππού. Τον άκουγε να μιλάει για τον απελευθερωτικό αγώνα και το μυαλό του συμπλήρωνε τις λεπτομέρειες που εκείνος, μένοντας σε συνοπτικές περιγραφές, παρέλειπε – είτε από σεμνότητα είτε επειδή με τα χρόνια τις είχε ξεχάσει. Αυτό το μονοπάτι πήρε τη νύχτα πριν τη μεγάλη επίθεση, αυτά τα λόγια είπαν με τον Καπετάνιο όταν κατέστρωναν το σχέδιο στο σταύλο, τόσες ψείρες ανά τετραγωνικό εκατοστό είχαν οι γενειάδες τους τον καιρό που κρύβονταν.

Ο παππούς και η γιαγιά, όταν πεθαίνουν, σου λείπουν – όχι με τον πόνο που νιώθεις για νεώτερους, πρόωρα χαμένους, αλλά πάντως με ένα μικρό καημό για τα πράγματα – τις αναμνήσεις, τη σοφία της ζωής – που δεν πρόλαβαν να σου μεταδώσουν όσο ζούσαν, κι ας είχες ακούσει ατέλειωτες ιστορίες από τα χείλη τους. Αυτό το συναίσθημα είναι φυσιολογικό και ανθρώπινο. Σπάνια όμως σε κρατάει ξάγρυπνο έστω και για ένα βράδυ, ειδικά αν έχουν περάσει πέντε χρόνια από την απώλεια. Τι συνέβαινε λοιπόν με το Σωκράτη; Τον είχε απασχολήσει και τον ίδιον το ερώτημα. Δυσκολευόταν να δώσει μια εξήγηση. Εκείνο το πρωί αποφάσισε να κάνει κάτι, όχι απλά να σκέφτεται.

Πήρε τα κλειδιά της αποθήκης, που ήταν στην άλλη άκρη της αυλής, και περπάτησε τα δέκα-δεκαπέντε μέτρα που τη χώριζαν από το σπίτι. Μπήκε μέσα και, αφού δίστασε για λίγο, κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Περπάτησε στο μισοσκόταδο, περνώντας ανάμεσα από τενεκέδες, σακιά και εργαλεία, και έφτασε στη βορεινή γωνιά.

Έμεινε τουλάχιστον δυόμιση ώρες δίπλα στο σεντούκι. Κάποια στιγμή άκουσε να τον φωνάζουν για το μεσημεριανό φαγητό. Ξανάβαλε μέσα όλα όσα είχε ακουμπήσει δίπλα στο σημείο που καθόταν, εκτός από μια φωτογραφία, που την έχωσε στην τσέπη του πουκάμισού του. Έκλεισε το σεντούκι, ξεσκόνισε τα χέρια του – θα χρειάζονταν πλύσιμο ούτως ή άλλως –, ξεκλείδωσε και βγήκε στην αυλή. Είχε πιάσει βροχή. Περπάτησε προς το σπίτι με αργά βήματα και με χίλιες σκέψεις στο κεφάλι του, τόσο που η φωνή της μάνας του – στεκόταν στο κατώφλι και τον παρακινούσε να κάνει γρήγορα για να μην πουντιάσει – του φάνηκε μακρινή, λες και έβγαινε από κάποια υπόγεια στοά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου