Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Κεφάλαιο 13


13

Κρόιτς ιν βάσερ, λόιτε ιν βάσερ! Φώτα, λίχτερ, φερστέεν;

Με απλοϊκά γερμανικά, ο βοηθός του Κώστα προσπαθούσε να εξηγήσει στον νεαρό ισπανό το ορθόδοξο έθιμο των Θεοφανείων, με τη βουτιά για το σταυρό. Εκείνος έδειξε να διασκεδάζει πιο πολύ με τον συνδυασμό λέξεων και χειρονομιών του σερβιτόρου του Πολύβιου παρά με το περιεχόμενο της περιγραφής του, το οποίο ανέλαβε αργότερα να εξηγήσει με πιο συγκροτημένο τρόπο ο ίδιος ο Κωστάλας. Οι απανταχού ελληνορθόδοξοι πήγαιναν σε όποια θάλασσα, σε όποια λίμνη, σε όποιο ποτάμι ήταν κοντά τους. Οι έλληνες της Ελβετίας δεν αποτελούσαν εξαίρεση, οι λίμνες αυτής της χώρας – αν και ασύγκριτα πιο ψυχρές από τα μεσογειακά νερά – φιλοξενούσαν κάθε χρόνο την ίδια μέρα το πατροπαράδοτο έθιμο.

Δυστυχώς ο ισπανός δεν θα μπορούσε να είναι μαζί τους το επόμενο πρωί. Οι χειμερινές διακοπές του τελείωναν και έπρεπε να γυρίσει στη Βαλένθια και τις σπουδές του. Βεβαίωνε τον Κώστα ότι πραγματικά θα ήθελε να δει την ελληνική εκδοχή των Θεοφανείων, μια και θα τον ενδιέφερε να μάθει και άλλα πράγματα για την Ελλάδα πέρα από την γνώριμη σε όλο τον κόσμο κλασική της αρχαιότητα.

Ήλπιζε ότι την επόμενη χρονιά θα έμενε και την έκτη Ιανουαρίου στη Ζυρίχη, μια πόλη που – όπως είπε στον Κωστάλα – αληθινά λάτρευε. Είχε έρθει μικρός αρκετές φορές μαζί με τους εύπορους γονείς του. Ονειρευόταν κάποτε να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί. Μόνιμα, όχι με την αγροτική έννοια αλλά έχοντας την ελβετική μητρόπολη ως ορμητήριο για τα φιλόδοξα σχέδιά του. Σπούδαζε αρχιτέκτονας και είχε μεγάλα όνειρα για τον εαυτό του. Δεν το είπε τόσο ξεκάθαρα στον Κωστάλα, εκείνος όμως κατάλαβε.

Κι εκείνος, ο Κωστάλας, συμπαθούσε τη Ζυρίχη, αν και η εγκατάστασή του σ' αυτή δεν είχε την ανεμελιά του νεαρού πελάτη του. Ήταν αυτονόητο ότι δεν θα εκμυστηρευόταν σε πελάτη του το πώς κατέληξε στην Ελβετία, μετά από χρόνια ολόκληρα περιπλανήσεων στο ανατολικό μπλοκ. Προς αποφυγή πολιτικών συνειρμών, του είπε ότι βρισκόταν ήδη τέσσερα χρόνια στη Ζυρίχη, ενώ στην πραγματικότητα είχε φτάσει στις αρχές του '68, δηλαδή δεν είχε καν κλείσει χρόνο. Και απλά του είπε ότι πριν έρθει στην Ελβετία είχε ζήσει και σε άλλες χώρες, παραλείποντας να σημειώσει ότι η πλησιέστερη σε όλες αυτές, τόσο χρονικά όσο και γεωγραφικά, ήταν η Τσεχοσλοβακία.

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Κεφάλαια 10 έως 12


10

Ο Μίμης είχε μια μικρή αγωνία, αλλά την κράτησε για τον εαυτό του. Το ραδιόφωνο συνέχιζε να παίζει τις προγραμματισμένες εκπομπές, όλα έβαιναν κανονικά, κι αυτό ακριβώς τον φόβιζε. Το προ των Φώτων εξέπνεε, μία και σήμερα, και ανακοίνωση καμία. Η αεροπειρατεία απ' ό,τι φαίνεται είχε φέρει τα πάνω κάτω.

Ο Μίμης δεν άντεξε κι έκανε, μέσα του φυσικά, τον ειρωνικό συνειρμό. Τον περασμένο Απρίλιο ήταν ο Θεός της Ελλάδος που έδωσε στην μπασκετική ΑΕΚ το Κυπελλούχων στο Στάδιο. Τον Αύγουστο ήταν ο φιλέλλην Θεός που έσωσε τον πρωθυπουργό από τον εκρηκτικό μηχανισμό στα λιμανάκια της Βουλιαγμένης. Τώρα που η αεροπειρατεία έληξε αισίως, ήταν σχεδόν μαθηματικά βέβαιο ότι θα γινόταν η σχετική μεταφυσική αναφορά. Αν ήμουν στη θέση του, θα τα συνδύαζα περίφημα. Δεν ήταν όμως στη θέση του και γι' αυτό δεν είχε καμία βεβαιότητα για το αν η επικαιρότητα θα επισκίαζε τα όσα ήταν, υποτίθεται, προγραμματισμένα.

Όταν επιτέλους έγινε η έκτακτη σύνδεση και ακούστηκε η φωνή του πρωθυπουργού, η καρδιά του Μίμη άρχισε να χτυπά δυνατότερα. Από τα πρώτα κιόλας λόγια σχημάτισε την εντύπωση ότι η ομιλία θα ήταν δύο τρίτα αυτοσχεδιασμός και ένα τρίτο κείμενο, ξεκινώντας από τον αυτοσχεδιασμό. Ήταν αποφασισμένος να κάνει υπομονή.

…Όταν ένας κυβερνήτης έχη την ευθύνην ενός αριθμού ανθρώπων, που τους έχει επάνω εις το αεροπλάνον, και τίθεται προ του διλήμματος ν' αντιδράση εις τον ερχόμενον με ένα όπλον, που ημπορεί να είναι και αγιοβασιλιάτικον… Ο Μίμης δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο.

Η ομιλία συνεχιζόταν: …Ημπορούμεν να ξέρωμεν ότι κανείς δεν φέρει όπλον, έστω και εάν το όπλον του είναι σουγιάς; Θα έπρεπε όλους να τους γυμνώνωμεν από επάνω έως κάτω… Ο Μίμης σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να βαδίζει νευρικά.

Κάποια στιγμή φάνηκαν να τελειώνουν οι αυτοσχεδιασμοί. Ήταν η ώρα για την ανακοίνωση-σεισμό. Και πράγματι:

Το Τάμα του Έθνους, μια νέα εκκλησία αφιερωμένη στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, επρόκειτο να κατασκευαστεί στον λόφο των Τουρκοβουνίων. Το τάμα ήταν μια υπόσχεση που είχε δοθεί από τους αγωνιστές της εθνικής ανεξαρτησίας κατά την τέταρτη εθνοσυνέλευση στο Άργος, το 1829. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Σωτήρα Χριστό, που σίγουρα είχε βάλει το χεράκι του για την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, οι ήρωες του '21 είχαν τάξει έναν υπέρλαμπρο ναό, που όμως – κατά τον πρωθυπουργό – δεν κατασκευάστηκε ποτέ. Μετά από 140 χρόνια, η Εθνική Κυβέρνησις ήταν αποφασισμένη να εκπληρώσει αυτήν την οφειλή, με τη βοήθεια όλων των Ελλήνων Χριστιανών.

Η βοήθεια στην οποία αναφερόταν ο πρωθυπουργός ήταν φυσικά οικονομική. Μίλησε για τον έρανο, χωρίς να αναφέρει στοιχεία του ειδικού τραπεζικού λογαριασμού, τα οποία ο ελληνικός λαός θα μάθαινε εν ευθέτω χρόνω διά του Τύπου. Μίλησε επίσης και για τον οβολόν του Έλληνος, χωρίς να μπαίνει σε δυσάρεστες λεπτομέρειες περί εισφορών, κρατήσεων, τελών, φόρων και λοιπών συνωνύμων της λέξης οβολός. Κι όταν έγινε λόγος για το αυτόνομον ίδρυμα, ο Μίμης έφερε στο νου του τον γκρίζο Υπηρεσιακό Παράγοντα του Υπουργείου Παιδείας.


11

Οι συνειρμοί του καθενός ήταν διαφορετικοί. Ο Γρηγόρης, για παράδειγμα, ακούγοντας για το αυτόνομον ίδρυμα θυμήθηκε τον Αυτόνομο Σταφιδικό Οργανισμό, τον πανταχού παρόντα στην οικονομική δραστηριότητα της γενέτειράς του. Αυτό που σκέφτηκε του φάνηκε υπερβολικά αφελές και αταίριαστο με την περίσταση, κι έτσι προτίμησε να μη μοιραστεί τίποτα με την Κατερίνα και τα ξαδέρφια της, που άκουγαν την ομιλία από το ραδιόφωνο του καφενείου.

Η Κατερίνα δεν έκανε κανένα συνειρμό. Το ζήτημα ήταν θρησκευτικό και άρα, εξ ορισμού, πολύ σοβαρό για να παίξει κανείς.

Κι ο Νικόλας απ' τη θρησκευτική πλευρά το είδε. Στην πιο πρακτική της έκφραση όμως. Μεταμόρφωση ήταν ένα ξωκλήσι στο νησί. Φαντάστηκε τον πρωθυπουργό ή έστω τον Νομάρχη να ανακοινώνει έρανο για την ανακατασκευή αυτής της Μεταμόρφωσης. Μετά σκέφτηκε ότι η φαντασία του ήταν μεγάλη κι αυτό ίσως ήταν κακό.

Ο Σωκράτης έτρωγε τα νύχια του, από συνήθεια και όχι για κάποιο λόγο της στιγμής. Εκείνος όταν άκουσε για αυτονομία σκέφτηκε το εικοσιδύο. Κι αμέσως μετά θυμήθηκε την κουβέντα στο τραπέζι του γάμου. Θύμωσε με τον εαυτό του, ένιωσε να κοκκινίζει. Τι πράγματα ήταν αυτά που κάθονταν και συζητούσαν, πάλι καλά που ήταν σε οικογενειακό κύκλο αν και ποτέ δεν μπορούσες να ξέρεις. Δεν ήταν εποχή για μπλεξίματα.


12

Το επόμενο κιόλας πρωί, παρότι ήταν Κυριακή, το Γραφείου Τύπου της κυβέρνησης ξεκίνησε την ενημέρωση προς τις δημόσιες υπηρεσίες και τις ξένες πρεσβείες, στέλνοντάς τους με τηλέτυπο το ακριβές κείμενο της ομιλίας του πρωθυπουργού. Δεν θα ενημερώνονταν βέβαια όλοι οι παραλήπτες την ίδια ώρα. Υπήρχαν προτεραιότητες. Το μήνυμα προς τη Μαδρίτη ήταν από τα πρώτα που έφυγαν.

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Κεφάλαια 07 έως 09


07

Δεν πρόλαβε να επιστρέψει στον Πολύβιο ο Κώστας και αναγκάστηκε να βάλει τις φωνές.

Η σκηνή σίγουρα δεν άρμοζε σε εστιατόριο που σε δέκα λεπτά ήταν προγραμματισμένο να ανοίξει για τη μεσημεριανή του πελατεία.

Τρεις άνθρωποι είχαν κάνει πηγαδάκι μπροστά στον πάγκο και συζητούσαν έντονα. Ο βοηθός του, ο μάγειρας και η λατζέρισσα.

Ο Φίλιππας ο μάγειρας ανέλαβε τις εξηγήσεις, ενώ παράλληλα άρχισε να βαδίζει προς την κουζίνα. Χίλια συγγνώμη, δίκιο έχεις αφεντικό ότι και να πεις. Είχαν όμως ακούσει στο ραδιόφωνο την είδηση της αεροπειρατείας σε ελληνικό αεροπλάνο. Ναι, αεροπειρατείας, στα καλά καθούμενα πρωτοχρονιάτικα.

Το γερμανόφωνο δελτίο ειδήσεων δεν είχε δώσει λεπτομέρειες, παρά μόνο ότι επρόκειτο για εσωτερική πτήση της Ολυμπιακής που είχε καταλήξει στο Κάιρο.

Αφού διαπίστωσε ότι ούτε ο Φίλιππας ούτε οι άλλοι δύο γνώριζαν κάτι παραπάνω, ο Κώστας βγήκε στο δρόμο και κατευθύνθηκε στον κοντινότερο τηλεφωνικό θάλαμο.


08

Ο Υπηρεσιακός Παράγοντας, μετά τις πρώτες υποσχέσεις για ευόδωση του αυτοεξυπηρετούμενου δανείου, άρχισε σε αντάλλαγμα να διοχετεύει στον Μίμη Μπούσουλα πληροφορίες σχετικά με τον επικείμενο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό. Το υπό σύσταση ίδρυμα επρόκειτο να καλύψει όλα τα έξοδα των πέντε υποψηφίων με τη μεγαλύτερη βαθμολογία και να δώσει χρηματικά έπαθλα στον δεύτερο και τρίτο. Ο διαγωνισμός θα γινόταν βάσει της προμελέτης του ιδρύματος, ένα αντίγραφο της οποίας έφτασε σ' ένα φάκελο που δόθηκε χέρι με χέρι στη Σωτηρία Μπούσουλα, στην πόρτα του σπιτιού της, από τον ίδιο τον Παράγοντα. Η προμελέτη ήταν δακτυλογραφημένη σε κίτρινο χαρτί και είχε τρία κεφάλαια.

Το πρώτο κεφάλαιο, με εξίμιση σελίδες, αναφερόταν στην Τέταρτη Εθνοσυνέλευση του Άργους, το 1829. Παρότι τα αυθεντικά Πρακτικά της Εθνοσυνέλευσης είχαν χαθεί, υπήρχε μια αναφορά στη θεματολογία της, η οποία ήταν λίγο έως πολύ γνωστή από ιστορικές πηγές.

Το δεύτερο κεφάλαιο δεν είχε κείμενο, παρά μόνο ένα πλαίσιο με χάρτη της κεντρικής Αθήνας και με την εξής μόνη αναγραφή: ΤΑ ΛΕΓΟΜΕΝΑ ΤΟΥΡΚΟΒΟΥΝΙΑ, πάνω από μια διάταξη ισοϋψών καμπυλών. Πιο κάτω φαίνονταν κι άλλες ισοϋψείς που σίγουρα αντιστοιχούσαν στο Λυκαβηττό, την Ακρόπολη και τους άλλους λόφους της Πρωτεύουσας, χωρίς όμως λεζάντα.

Το τρίτο κεφάλαιο, με τρεις σελίδες, παρέθετε τα επιθυμητά χαρακτηριστικά του κτίσματος-αντικειμένου του διαγωνισμού και απαριθμούσε παρόμοια μνημεία σε διάφορες άλλες πόλεις του κόσμου. Η προμελέτη έκλεινε με μια φράση κλεμμένη από τη βενιζελική Μεγάλη Ελλάδα, κοινότοπη αλλά όχι εντελώς αταίριαστη με το θέμα:

Η ΕΛΛΑΣ ΠΡΟΩΡΙΣΤΑΙ ΝΑ ΖΗΣΗ ΚΑΙ ΘΑ ΖΗΣΗ!

Ο Μίμης Μπούσουλας, διαβάζοντας την προμελέτη το ίδιο βράδυ μετά την παραλαβή της από τη γυναίκα του, δεν εντυπωσιάστηκε τόσο από την ηρωική κατακλείδα αλλά από το γεγονός ότι κάποιος, το δίχως άλλο ο Υπηρεσιακός Παράγοντας, είχε υπογραμμίσει με πράσινο στυλό και διπλή γραμμή την πόλη Βαρκελώνη.

Όταν, στις αρχές Δεκεμβρίου, ο Παράγοντας πληροφόρησε τον Μίμη ότι ο κύριος Πρόεδρος θα πραγματοποιούσε την εξαγγελία του τις πρώτες μέρες του 1969 και σε κάθε περίπτωση προ των Φώτων, ο Μίμης έσπευσε να κλείσει το αεροπορικό εισιτήριο για τον γιο του και να στείλει τηλεγράφημα σε έναν άγνωστό του παραλήπτη στη Μαδρίτη, ο οποίος θα φρόντιζε για τα υπόλοιπα. Το εισιτήριο είχε ημερομηνία 6 Ιανουαρίου. Δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να είναι νωρίτερα, αφού ο Υπηρεσιακός Παράγοντας ήταν απόλυτος: Απαραίτητη προϋπόθεση για την κάλυψη των εξόδων ήταν να έπωνται της πρωθυπουργικής ανακοινώσεως.


09

Η καινούργια χρονιά είχε μπει με τον πλέον δυναμικό τρόπο στην Ελλάδα. Η διαπίστωση αυτή ήταν κοινή τόσο μέσα στη χώρα όσο και στη διασπορά. Ιδίως στη διασπορά. Η ενημέρωση στο εσωτερικό, πλήρως ελεγχόμενη από το κράτος, εστιαζόταν στο βεβαρημένο μητρώο και την προβληματική συμπεριφορά του κρητικού αεροπειρατή, ο οποίος τελικά παραδόθηκε στις αιγυπτιακές αρχές.

Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης μπορεί να φείδονταν λεπτομερειών και να τα έκαναν, ως συνήθως, μαντάρα με το επώνυμο του πειρατή (το οποίο στην προκειμένη περίπτωση, πέραν του ότι ήταν ελληνικό, ήταν και επτασύλλαβο και άρα διπλά δύσκολο), σχολίαζαν όμως με δηκτικότητα τα μέτρα ασφαλείας των ελληνικών αεροδρομίων και τόνιζαν την εγγύτητα της χώρας στη Μέση Ανατολή.

Φυσικά, για το προσωπικό του Πολύβιου η είδηση σχεδόν μονοπωλούσε τις μεταξύ τους συζητήσεις. Αλλά και πολλοί από τους πελάτες του εστιατορίου, όχι μόνο οι έλληνες αλλά και οι ελβετοί και οι τουρίστες, ρωτούσαν τον Κωστάλα μήπως ήξερε κάτι παραπάνω. Όχι, πού να ξέρει, τις εφημερίδες διαβάζει κι αυτός όπως όλοι. Μέχρι κι ένας νεαρός ισπανός με γυαλάκια τον ρώτησε, τον θυμόταν που είχε ξανάρθει την περασμένη βδομάδα, μόνος και τότε όπως και τώρα.

Ήταν πολιτικό το κίνητρο; ρώτησε ο ισπανός, και ο Κώστας απάντησε όσο πιο ουδέτερα μπορούσε: Άγνωστο. Του έκανε όμως εντύπωση αυτή η ερώτηση, ίσως γιατί προερχόταν από ισπανό, που θα τον περίμενε λιγάκι μαγκωμένο, κι εκεί όπως και στην Ελλάδα το καθεστώς αποθάρρυνε την πολιτικολογία.

Εκτός κι αν… Πράγματι, ο Κώστας θυμήθηκε ότι τις προάλλες είχαν πιάσει για λίγο την κουβέντα και τον είχε ρωτήσει από ποιο μέρος της Ισπανίας είναι, κι εκείνος του είχε απαντήσει – τι όμως; Από Κ πρέπει να άρχιζε. Καστίλη; Καντάμπρια; Δεν θυμόταν. Μυαλό σουρωτήρι! σκέφτηκε και έσπευσε να του πάρει παραγγελία πριν επεκταθεί η συζήτηση.

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

Κεφάλαια 04 έως 06


04

Το ταξίδι του μέλιτος – πολύ βαρύγδουπη φράση για να περιγράψει την πρώτη εκδρομή του Γρηγόρη με την Κατερίνα μετά το γάμο τους. Δεν θα έκαναν εξωτικό ταξίδι, ούτε τότε ούτε αργότερα, είχαν συμφωνήσει ότι δεν το χρειάζονταν. Μετρημένοι στις ζωές τους έως τότε, ταπεινοί και στο νέο ξεκίνημα, έφυγαν όταν τελείωσε το γλέντι και ζήτησαν απ' το Νικόλα να τους πάει στο Καλέμι.

Εκεί, στα εξίμισι στρέμματα του Φραγκή, ήταν ο παράδεισος των παιδικών χρόνων της Κατερίνας. Το προσωπικό της καταφύγιο που δεν άργησε όχι απλά να το συμπαθήσει αλλά και να το αγαπήσει ο Γρηγόρης, όσες φορές ήρθε εκεί καλεσμένος ή απρόσκλητος – τις περισσότερες στα κρυφά. Εκεί λοιπόν ήθελε, ήθελαν να περάσουν την πρώτη νύχτα γάμου, την πρώτη μέρα τους σαν παντρεμένοι, το πρώτο σούρουπο και ηλιοβασίλεμα – και ήταν πραγματικά μοναδική η θέα του πορτοκαλόχρωμου ήλιου να βυθίζεται στο Αιγαίο.

Ήταν η δική τους μέρα, μακριά ή κάπως μακριά από τους άλλους, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς τηλέφωνο, με τζάκι, πετρογκάζ και νερό απ' το πηγάδι. Η Αθήνα, το μεροκάματο, το καθημερινό στρίμωγμα στα τρόλλεϋ, τα ψώνια με την ψυχή στο στόμα, ταβέρνα κάθε Σάββατο, σινεμά κάθε δεκαπέντε – αυτά φάνταζαν μακρινά αν και στην πραγματικότητα δεν ήταν, σε τέσσερις μέρες εκεί θα γύριζαν.

Οι προοπτικές στις δουλειές τους, αβέβαιες. Πωλητής σε εμπορικό εκείνος, γραμματέας σε συμβολαιογραφείο εκείνη. Παιδιά από την επαρχία, σχετικά καινούργιοι στην πρωτεύουσα, όχι απ' αυτούς που πρόλαβαν μέσα σε μισή γενιά και γίναν γκάγκαροι Αθηναίοι. Πολλές φορές μεταξύ τους τούς κορόιδευαν αυτούς τους δήθεν, όχι χωρίς το γνώθι σαυτόν, ότι κάποτε κι εκείνοι έτσι θα γίνονταν. Άλλωστε σε κάποιους απ' αυτούς, στους συγγενείς τους που για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα τους φιλοξένησαν μέχρι να κάνουν τα πρώτα του βήματα στην πόλη, είχαν κι υποχρέωση. Ειδικά η Κατερίνα, που για μεγάλο διάστημα έμεινε φιλοξενούμενη στο ρετιρέ της θείας Σωτηρίας στην Αχαρνών. Έστω και τύποις τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, αφού τα περισσότερα βράδια κοιμόταν στο εργένικο διαμέρισμα του Γρηγόρη, που έμελλε να γίνει και το επίσημο σπίτι τους ως παντρεμένοι. Τα βιβλία της πάντως, ένα βασικό της αποκούμπι – όσο θυμόταν τον εαυτό της, ένα βιβλίο πάντα θα κρατούσε – τα είχε στης θείας κι έτσι η, ας πούμε, μετακόμισή της λίγο πριν το γάμο απέκτησε και κάποιο ουσιαστικό περιεχόμενο. Κι ο Γρηγόρης δεν πήγαινε πίσω, βιβλιοφάγος κι αυτός, ένα απ' τα λίγα κοινά σημεία δύο χαρακτήρων που συνέθεταν, σχεδόν από κάθε άλλη άποψη, ένα παράξενο ζευγάρι.

Εκείνη την ώρα, τα βιβλία ήταν κι αυτά μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο, μακριά τους. Ο Γρηγόρης καθόταν στην πλακόστρωτη αυλή και ρέμβαζε κοιτώντας προς το πέλαγος. Η Κατερίνα είπε να τον πειράξει λίγο.

Μη μου πεις ότι σου λείπουν τα κιτάπια σου!

Ο Γρηγόρης χαμογέλασε χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. Εσύ είσαι το κιτάπι μου, ήθελε να της πει, δεν ήξερε όμως αν ήταν αρκετά ρομαντικό κι έτσι το μετάνιωσε και ξεστόμισε κάτι πιο κοινότοπο, κάτι για το δικό τους παραμύθι που θα έγραφαν από δω και πέρα στην κοινή τους ζωή.

Η Κατερίνα φύσηξε τη μύτη της και μπήκε μέσα για να ανάψει το τζάκι. Το κρύο σε λίγο θα δυνάμωνε.


05

Η πρώτη νύξη είχε γίνει τον περασμένο Σεπτέμβριο. Λίγο πριν το δημοψήφισμα κι αυτή, γι' αυτό κι ο Μίμης κρατούσε μικρό καλάθι.

Ο διοπτροφόρος κύριος με το γκρίζο κουστούμι, ενσάρκωση της έννοιας του Υπηρεσιακού Παράγοντα, περιφερόταν στα κεντρικά καταστήματα των μεγάλων τραπεζών, σε αναγνωριστική αποστολή για τη χρηματοδότηση ενός φιλόδοξου έργου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Η Σταδίου, η Πανεπιστημίου, η Καραγεώργη Σερβίας και η Κολοκοτρώνη είχαν δει πολλούς Υπηρεσιακούς Παράγοντες, βγαλμένους όλους θαρρείς από το ίδιο καλούπι, πάντα στα γκρίζα ανεξάρτητα από το χρώμα της παράταξης που κυβερνούσε.

Τα πρόσωπα άλλαζαν και η πίτα μοιραζόταν, αλλά το παιχνίδι ήταν απαράλλαχτο. Το Δημόσιο, με τον μανδύα Ιδρυμάτων και αυτόνομων Οργανισμών, έκανε μπίζνες και έπρεπε να δανειστεί. Κάποια από τις τράπεζες θα δάνειζε με ευνοϊκότερους όρους από τις άλλες. Αυτό γινόταν με το αζημίωτο. Το αρμόδιο στέλεχος της τράπεζας ζητούσε το κατιτίς του σε αντάλλαγμα για την εξυπηρέτηση.

Ο άνθρωπος του Υπουργείου Παιδείας δεν έψαχνε για ένα οποιοδήποτε δάνειο. Έφερνε προς συζήτηση ένα πρωτότυπο σύστημα χρηματοδότησης με συνδυασμό εράνου και δανεισμού. Το ποσό του δανείου θα αναπροσαρμοζόταν διαρκώς ανάλογα με το ύψος των συνεισφορών, με στόχο μετά την πρώτη πενταετία τα χρεολύσια να είναι ισόποσα των τόκων από τους εράνους – και ουσιαστικά το δάνειο να αυτοεξυπηρετείται.

Όταν πρωτάκουσε την ιδέα, ο Μίμης Μπούσουλας δεν έκρυψε από τον συνομιλητή του την έκπληξή του. Υποψιάστηκε ότι το σαΐνι της Γραβιάς, όπως ήταν γνωστός σε έναν στενό κύκλο σνομπ οικονομολόγων ο Υπουργός Συντονισμού, ήταν το δίχως άλλο ο εμπνευστής της πρότασης. Προτίμησε όμως να κρατήσει αυτή την εκτίμηση για τον εαυτό του, καθώς μάλιστα πλησίαζε η ώρα να μπουν στο θέμα του κατιτίς.

Εκεί, τα πράγματα ήταν απλά.

Έχω έναν γιο, τελειόφοιτο αρχιτέκτονα. Τον Δεκέμβριο απολύεται και μπαίνει στην παραγωγή. Μπορείτε να τον πάρετε να σας βοηθήσει. Θα βρείτε εσείς τον τρόπο. Θα κάνει καλό, και σε σας και σε κείνον.

Ο Παράγοντας ξερόβηξε.

Ξέρετε… Για ένα τόσο σημαντικό έργο, θα πρέπει να γίνει διαγωνισμός. Αυτή είναι και η προσωπική επιθυμία του κυρίου Προέδρου. Αντιλαμβάνεστε ότι …χμμ!... ο διαγωνισμός αυτός πρόκειται να τύχει της αναλόγου προβολής… και η κριτική επιτροπή συνεπώς δεν μπορεί παρά να αποτελείται από εμπείρους και εγκρίτους μελετητάς. Ένας επιστήμων άπειρος, όσο φέρελπις και αν είναι…

Ο Μπούσουλας τον έκοψε. Μη συνεχίζετε. Σας αντιλαμβάνομαι. Μετά από μικρή παύση, πέρασε στην αντεπίθεση: Θα μπορούσε όμως να συμμετάσχει ο ίδιος στον διαγωνισμό, έτσι δεν είναι;


06

Διαβατήριο έχεις, δεν έχεις;

Ρητορική η ερώτηση, και φυσικά είχε, από μικρό τον έπαιρναν μαζί τους στα ταξίδια του εξωτερικού ο Μίμης και η Σωτηρία.

Αυτή τη φορά, θα πήγαινε μόνος του. Και όχι για τρεις μέρες ή μια βδομάδα. Έναν ολόκληρο μήνα θα έμενε στη Βαρκελώνη.

Ήταν απίστευτο αυτό το πρωτοχρονιάτικο δώρο. Πρωτοχρονιάτικο με μια μέρα καθυστέρηση, αλλά χαλάλι! Ο Παντελής είχε σχεδόν τρελαθεί απ' τη χαρά και την έκπληξή του.

Τη Βαρκελώνη την ήξερε από τη γεωγραφία, η δεύτερη πόλη της Ισπανίας όπως ήταν η Θεσσαλονίκη για την Ελλάδα. Την ήξερε και από την ποδοσφαιρική ομάδα που αποτελούσε αντίπαλο δέος της Ρεάλ. Μα πιο πολύ την είχε ξεχωρίσει, μυθοποιήσει κιόλας, από τα φοιτητικά του χρόνια, αφού γνώριζε πολύ καλά το όνομα και τα έργα του μεγάλου αρχιτέκτονα Αντόνι Γκαουντί. Τη Σαγκράδα Φαμίλια, αυτή τη μυστηριώδη ημιτελή εκκλησία, τον διάκοσμο του πάρκου Γκουέλλ, τα κτίρια στη λεωφόρο Ντε Γκράσια…

Με το μυαλό του φοιτητή, του ονειροπόλου, ίσως η αποστολή του στη Βαρκελώνη να του έφερνε θλίψη. Γιατί το αντικείμενο της πρώτης του δουλειάς δεν είχε καμία σχέση με αυτά τα ονειρικά κτίσματα. Με όλη την συμβολική του σημασία, το κτίριο αυτό ήταν από αρχιτεκτονικής πλευράς πολύ λιγότερο σημαντικό από τα έργα του Γκαουντί, σχεδόν πεζό σε σύγκριση μαζί τους.

Από την άλλη, προσπαθώντας να το σκεφτεί σαν επαγγελματίας, έστω με τη μηδενική του πείρα, καταλάβαινε ότι ήταν τυχερός που η αποστολή του δεν αφορούσε τα έργα των ονείρων του. Θα μπορούσε έτσι να δουλέψει αποστασιοποιημένα και ψυχρά, αφήνοντας τη συγκίνηση για τις ελεύθερες ώρες, που σίγουρα θα έβρισκε, ώστε να επισκεφθεί σαν τουρίστας, θαυμαστής και οπαδός τα αριστουργήματα του μεγάλου αρχιτέκτονα.

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Προ των Φώτων - Κεφάλαια 01 έως 03


ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ


01

Σήκω να χορέψεις, Παντελή!

Κι εκείνος σηκώθηκε, υπάκουος. Μπήκε στο χορό κι ακολούθησε τα βήματα, στο ρυθμό του λαούτου και τη μελωδία του βιολιού.

Παντρευόταν η ξαδέρφη του, το Κατερινάκι του Φραγκή. Είχαν φαγωθεί οι γονείς τους να μη γίνει ο γάμος σε δίσεκτη χρονιά. Έτσι ορίστηκε για το βράδυ της πρώτης προς δεύτερη μέρα του Γενάρη. Κι έτσι ο κυρ Βασίλης ο ταβερνιάρης – δεν του κακόπεσε κιόλας να έχει καμιά εκατοστή πελάτες χειμωνιάτικα – γιόρταζε τη γιορτή του μαζί με το χωριό και τα σόγια νύφης και γαμπρού. Πολυπληθέστερα τα πρώτα καθώς ο Γρηγόρης δεν ήταν απ' το νησί, ήταν πατρινός.

Η βραδιά ήταν όμορφη και γλυκειά παρά το καταχείμωνο. Αυτό όμως άργησε να το διαπιστώσει ο Παντελής. Έμεινε πολλές ώρες μέσα. Οι χαιρετούρες, το φαγητό, ο χορός – και στη συνέχεια, για κάμποση ώρα, η κουβέντα με τους φίλους απ' τα παλιά. Τους φίλους που τύχαινε να είναι όλοι τους ξαδέρφια, με γνωριμία που το ξεκίνημά της χάνεται στα βάθη, ή μάλλον τα θολά αβαθή, της παιδικής ηλικίας. Παρέες ανενεργές δέκα μήνες το χρόνο και ολοζώντανες στις καλοκαιρινές διακοπές.

Η αρχική κατανομή στα τραπέζια ήταν κατά οικογένειες, βάσει του τυπικού. Στη συνέχεια εξελίχθηκε κατά το πώς βόλευε τον καθένα. Έτσι ο Παντελής βρέθηκε με τον Νικόλα, το μικρότερο αδερφό του το Σωκράτη και τον άλλο ξάδερφο από την Αθήνα, Νίκος κι αυτός. Κάθησαν σε ένα από τα ακριανά τραπέζια όπου ο θόρυβος ήταν υποφερτός και μιλούσαν για όσα έγιναν τα τελευταία δύο χρόνια που ο Παντελής, λόγω της θητείας του, δεν ήρθε για το καθιερωμένο καλοκαιρινό διάλειμμα – που όλα τα άλλα χρόνια πραγματοποιούσε ανελλιπώς, ακόμη και στα φοιτητικά χρόνια με το πολύ διάβασμα.

Μέσα σε δύο χρόνια κάποια πράγματα συνεχίζονταν όπως παλιά και κάποια είχαν αλλάξει. Ο κόσμος συνέχιζε να φεύγει από το νησί, μετανάστες στην πρωτεύουσα και στο εξωτερικό. Λιγότεροι απ' ό,τι παλιότερα αλλά περισσότεροι απ' όσους γύριζαν. Ώς πότε; Κι όμως, κάτι είχε αρχίσει να κινείται, επενδύσεις που θα κρατούσαν κόσμο ή θα' φερναν καινούργιο. Όχι ακριβώς επενδύσεις, όχι ζεστό χρήμα ακόμη, προς το παρόν εξαγγελίες. Και ελπίδα.

Το Ξενία, για παράδειγμα, ήταν ήδη στα θεμέλια. Το γνώριμο ερειπωμένο μέγαρο της παραλίας, το στοιχειωμένο σήμα κατατεθέν της πρωτεύουσας του νησιού, δεν υπήρχε πια. Το είχε προσέξει ο Παντελής φτάνοντας με τους γονείς του, κι ο πατέρας του τού εξήγησε ποιος ήταν ο λόγος της κατεδάφισης.

Τα υπόλοιπα – η καινούργια στρατιωτική μονάδα και η μαρίνα δίπλα στο παλιό λιμάνι – ήταν στα χαρτιά ή μάλλον στα λόγια. Και τα λόγια γεννούσαν λόγια – τις υποσχέσεις των κυβερνητικών παραγόντων ακολούθησαν οι μεγαλοστομίες και οι σπέκουλες των φιλόδοξων, ή καλύτερα μωροφιλόδοξων, ντόπιων.

Εγώ τον έπεισα το Νομάρχη! καυχιόταν δεξιά κι αριστερά ο Λάκης, ένας από τους επίδοξους μπίζνεσμεν της μικρής κοινωνίας. Διά στόματος Νικόλα και Σωκράτη οι φανφαρόνοι του νησιού κατόρθωναν, χωρίς να το ξέρουν, να διασκεδάζουν την παρέα του ακριανού τραπεζιού.

Από κάποιο σημείο και μετά όμως η κουβέντα έπαψε να είναι διασκεδαστική.

Γιατί αυτό που δήθεν έπεισε ο Λάκης τον Νομάρχη να κάνει, ήταν η μετονομασία ενός οικισμού. Η Τουρκόβρυση, είτε εξαιτίας του Λάκη είτε το πιθανότερο όχι, είχε γίνει Δροσιά, επί το τουριστικότερον και ελληνοπρεπέστερον.

Πότε; ρώτησε ο Παντελής.

Το Σεπτέμβρη που μας πέρασε. Λίγο πριν το δημοψήφισμα, είπε ο Νικόλας και αμέσως δαγκώθηκε. Του φάνηκε ότι ακούστηκε και παραδίπλα, καθώς εκείνη την ώρα οι μουσικοί είχαν σταματήσει να πάρουν μια ανάσα. Κατά τα φαινόμενα όμως κανείς δεν τους πρόσεξε, κι έτσι η κουβέντα συνεχίστηκε μετά από μια στιγμιαία αμηχανία.

Το Τουρκολίμανο στον Πειραιά το ξέρετε; ρώτησε τους υπόλοιπους ο Παντελής. Κι αυτό άλλαξε πέρσι, έγινε Μικρολίμανο. Κι εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε τον πατέρα του που ανέφερε τα Τουρκοβούνια, μιλώντας την περασμένη βδομάδα με κάποιον στο τηλέφωνο. Ώρα είναι ν' αλλάξουν κι αυτά, σκέφτηκε.

Καλά κάνανε και τ΄αλλάξανε, είπαν σχεδόν με ένα στόμα ο Νικόλας και ο Νίκος ο αθηναίος. Ο Σωκράτης έμεινε σιωπηλός. Ο Παντελής διαφωνούσε. Οι Νικολήδες το πήραν ζεστά. Σάματι αυτοί απέναντι έχουνε Ελληνόβρυση και Ελληνολίμανο; Τα ξυρίσανε όλα αυτά, με τον Κεμάλ. Εμείς γιατί να τους τιμήσουμε; Τετρακόσια χρόνια σκλαβωμένη την είχαν την Ελλάδα.

Η συζήτηση δεν μπορούσε να συνεχιστεί σε ψύχραιμο τόνο. Ο Παντελής κοίταξε προς το Σωκράτη, που είχε το βλέμμα γυρισμένο προς το τραπέζι των νεονύμφων και έκανε πως δεν άκουγε. Αποφάσισε να σιωπήσει και ο ίδιος. Όμως τα άλλα δύο ξαδέρφια συνέχισαν, με γεμάτα για πολλοστή φορά τα ποτήρια τους. Το κρασί έρεε, το ίδιο και τα επιχειρήματα. Το βιολί και το λαούτο ξανάρχισαν. Την τιμητική του είχε ο παππούς όλων, ο μακαρίτης ο μπαρμπα-Νικολός, που είχε πολεμήσει τους κατακτητές. Η διπλανή παρέα σηκώθηκε και άρχισε να χορεύει τον μπάλο. Η συζήτηση φούντωνε, τα όργανα έπαιζαν όλο και πιο γρήγορα, σαν να συμμετείχαν κι αυτά. Ο Νικόλας και ο Νίκος σιγοντάριζαν ο ένας τον άλλο, μιλούσαν για τους ήρωες και τους προδότες, για τις εποποιίες και την καταστροφή, και φυσικά έφτασαν και στη χρονιά ορόσημο, τη χρονιά που παραλίγο να τουρκέψει το νησί. Το βιολί είχε πάρει φωτιά, τα πόδια των χορευτών είχαν πάρει φωτιά, όλα ήταν μια φωτιά, σήκω να χορέψεις Παντελή, ξανακούστηκε η φωνή, ο Παντελής σηκώθηκε αλλά όχι για να χορέψει. Βγήκε έξω για να κάνει τσιγάρο. Άνοιξε την πόρτα και τη στιγμή που έβγαινε του φάνηκε ότι έβλεπε μπροστά του ένα τεράστιο εικοσιδύο – και δεν ήταν απ' το πακέτο των τσιγάρων.


02

Η κατάρα του πρεβεζάνου είναι οι δύο θάλασσες.

Απ' όσα είχε ακούσει για τη γενέτειρά του, ο Κώστας Κωστάλας τούτο μόνο είχε συγκρατήσει. Δυο θάλασσες, δυο περάσματα χωρίζουν την πόλη αυτή απ' το κοντινότερο νησί, κι ας είναι η πραγματική απόσταση μόλις λίγα χιλιόμετρα. Δύο πορθμεία χρειάζεται κανείς για να φτάσει στην Αθήνα, εκτός αν κάνει το γύρο του Αμβρακικού και στριμωχτεί στις φουρκέτες των Σαλώνων και του Χρισσού. Αυτά για τους ντόπιους που θέλουν να φύγουν. Όσο για τους άλλους που είναι να 'ρθούν – δεν υπάρχουν και πολλοί από δαύτους. Στην ξενιτιά του ο Κώστας έβλεπε αραιά και πού φωτογραφίες από τη Ρόδο, την Κέρκυρα, τουριστικούς προορισμούς σε καρτ ποστάλ, ημερολόγια και αφίσες ταξιδιωτικών πρακτορείων. Η Πρέβεζα όμως παρέμενε μια μαγική εικόνα, μια πόλη καταδικασμένη να κουβαλάει το βαρύ φορτίο της αυτοκτονίας ενός άλλου Κώστα. Στον Πολύβιο, το ελληνικό εστιατόριο όπου εργαζόταν σαν υπεύθυνος προμηθειών και αρχισερβιτόρος, ήταν δηλαδή η ψυχή του μαγαζιού, έβλεπε δεκάδες συμπατριώτες κάθε μέρα, δεν θυμόταν όμως ποτέ κανέναν τους να μιλάει για την Πρέβεζα, πόσω μάλλον να την αναφέρει σαν προορισμό.

Η κουβέντα για τις δύο θάλασσες ερχόταν αρκετά συχνά στο μυαλό του. Και συγκεκριμένα, κάθε φορά που περνούσε από τον δρόμο με τα ταξιδιωτικά γραφεία, και μάλιστα εκείνα τα δύο-τρία που ειδικεύονταν στις διακοπές στην Ελλάδα, με το Ποντικονήσι και τους ανεμόμυλους της Μυκόνου στις αφίσες τους. Δυο φορές τη βδομάδα έκανε αυτή τη διαδρομή, πηγαίνοντας για παραγγελίες, τακτοποίηση λογαριασμών και λοιπές εξωτερικές δουλειές. Το ίδιο κι εκείνο το πρωί, δεύτερη μέρα του Γενάρη, με τους δρόμους της Ζυρίχης ξανά γεμάτους από κόσμο μετά το διάλειμμα της Πρωτοχρονιάς. Εκείνη τη μέρα το μυαλό του, χαλαρωμένο από την ξεκούραση της προηγούμενης μέρας, δούλευε διαφορετικά. Η σκέψη του έμεινε λίγο παραπάνω στην πατρίδα του, και πήγε και λίγο παραπέρα, στις περιπλανήσεις του, στις χώρες που γνώρισε, στην άφιξή του ένα βροχερό απόγευμα στο σταθμό του τραίνου – εκεί κοντά ήταν κι αυτός, λίγες εκατοντάδες μέτρα από τον Πολύβιο.

Οι δύο θάλασσες ήταν μακριά – για πόσο ακόμα; Ο Κώστας ήταν σίγουρος ότι σύντομα θα λάβαινε το μήνυμα. Με τον ίδιο τρόπο που το είχε λάβει στην Πράγα, στο Λένινγκραντ, στη Σωζόπολη. Κάτι μέσα του έλεγε ότι σύντομα την πατρίδα δεν θα την έβλεπε πια μέσα από τα πόστερ.


03

Ουλούρμι;

Ποτέ δεν κατάλαβε εντελώς ο Παντελής αυτή την έκφραση. Ήξερε ότι σημαίνει κάτι σαν Απίστευτο! ή Τι λες; - η ετυμολογία της όμως του διέφευγε. Την έλεγαν όλοι οι ντόπιοι, την έμαθε κι αυτός με τόσα καλοκαίρια. Η διάλεκτος του νησιού ήταν ιδιότυπη. Στο τάβλι όμως, η γλώσσα του σώματος ήταν παντού η ίδια. Ο νικητής έπρεπε να κλείσει το τάβλι με δύναμη και να το δώσει στο χαμένο, για να το πάρει κάτω από τη μασχάλη – να πάει σπίτι του να μάθει. Αυτό έκανε μετά τη νίκη του, πέντε-τρία, ο Νίκος στον Παντελή, κάτω από τα τρανταχτά γέλια και των δυο τους.

Το τάβλι καθαρίζει το μυαλό. Τα δύο απανωτά ξενύχτια, ένα για την πρωτοχρονιά κι ένα για το γάμο, βάραιναν πολύ τα βλέφαρα εκείνο το πρωί. Τρόπος του λέγειν πρωί. Δωδεκάμισι είχε πάει. Σε δύο ώρες έφευγε το πλοίο της επιστροφής. Για τον Παντελή όμως μόνο – ο Νίκος θα' μενε κι άλλο, τα ξαδέρφια είχαν ήδη ξαναμπεί στην καθημερινότητα, πίσω στις δουλειές τους.

Επιστροφή για τον Παντελή – και τους γονείς του μαζί. Την κυρία Σωτηρία Μπούσουλα, το γένος Φραγκή, αδελφή του Τάκη του Φραγκή – και τον κύριο Μίμη, υψηλόβαθμο τραπεζικό, που εργαζόταν στο κεντρικό κατάστημα στην οδό Σταδίου. Άλλα παιδιά δεν είχαν, το πρώτο παιδί της Σωτηρίας είχε πεθάνει ασαράντιστο, τρία χρόνια πριν τον Παντελή.

Ο Μίμης έδειχνε προβληματισμένος. Αυτή την εντύπωση είχε για τον πατέρα του ο Παντελής ήδη από τον πηγαιμό στο νησί. Τώρα, μετά την αναχώρηση και αφού τέλειωσαν οι χαιρετούρες και ο απόηχος του γλεντιού, το αίσθημα αυτό ήταν εντονότερο.

Έφτασες κιόλας στη Σταδίου; Ο Παντελής είπε να πειράξει λίγο τον πατέρα του, δεν μπορούσε να τον βλέπει βυθισμένο σε σκέψεις, ακόμα δε φύγανε.

Αντί για άλλη απάντηση, ο Μίμης πήρε απαλά τον γιο του απ' το μπράτσο και περπάτησαν αργά προς το μπροστινό σαλόνι του καραβιού. Όσο ήταν ακόμη στο διάδρομο, του είπε ήρεμα, σχεδόν ψιθυριστά: Δε μ' απασχολεί η Τράπεζα τώρα. Αλλά τι;

Σοβάρεψαν τα πράγματα, ο Μίμης άναψε τσιγάρο. Στην ερώτηση απάντησε με ερώτηση. Θες ν' αρχίσεις την καριέρα σου από το εξωτερικό;

Πατέρα, του απάντησε, δεν είσαι στη Σταδίου μου φαίνεται. Στου κυρ Βασίλη είσαι και γλεντάς. Τον κοίταξε και είδε πάνω του το βλέμμα του, το γνωστό ύφος που δε σήκωνε αστεία.

Μα καλά, ήταν δυνατόν; Ουλούρμι; Ακόμη δεν είχε πάρει στα χέρια του την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, ένας άβγαλτος αρχιτέκτονας ήταν, λάθος – απόφοιτος της Αρχιτεκτονικής, φρέσκος από το στρατό και με εμπειρία μηδέν. Ποιο εξωτερικό;

Κάτσε να σ' τα πω απ' την αρχή.