Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Σικελική Άμυνα: Κεφάλαια 54 έως 60


ΣΙΚΕΛΙΚΗ ΑΜΥΝΑ


54

Η νύχτα θα ήταν μεγάλη.

Στο έψιλον τέσσερα των λευκών, τα μαύρα απάντησαν με γάμμα πέντε. Σημάδι, ότι ο Πίπης είχε άφθονο χρόνο για τον φίλο του. Συνήθως, οι υποχρεώσεις και των δύο, και κυρίως του Υπουργού, δεν επέτρεπαν πολύπλοκες παρτίδες. Ο Υπουργός ξεκινούσε ή απαντούσε με μια επίτηδες χαζή κίνηση, συνήθως στις στήλες άλφα ή θήτα, και το παιχνίδι δεν αργούσε πολύ να τελειώσει. 

Η σικελική άμυνα όμως ήθελε σκέψη και χρόνο. Το ίδιο και η κουβέντα τους, η οποία άλλωστε και προείχε. Ο Μίμης έπαιξε τον ίππο στο ζήτα τρία και αμέσως μετά σηκώθηκε όρθιος – και άρχισε να μιλάει.

Ανοιχτά, πια, και όχι κωδικοποιημένα όπως στο τηλέφωνο. Ο Πίπης δεν έπαιρνε και όρκο αλλά πίστευε ότι η γκαρσονιέρα της αδελφής του στην Ακαδημία Πλάτωνος πρόσφερε μεγαλύτερη ασφάλεια στις συνομιλίες απ' ό,τι το τηλεφωνικό δίκτυο. Κι αυτήν την πεποίθηση του Πίπη την ήξερε ο συμπαίκτης του, από τις προηγούμενες σκακιστικές τους συναντήσεις.

Το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσε να ακούσει τι έλεγαν ήταν η ιδιοκτήτρια. Συνήθως όμως δεν βρισκόταν στο διαμέρισμα. Προτιμούσε – με εξαίρεση το βαρύ χειμώνα – να μένει στο άνετο σπίτι που της είχε παραχωρήσει ο αδελφός της στην Κινέτα. Έτσι, η γκαρσονιέρα έμενε ελεύθερη σαν ιδιωτικό αποκούμπι για τον Πίπη, ο οποίος φρόντιζε να πηγαίνει εκεί με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο, χωρίς συνοδεία και συνήθως σε ώρες που ελάχιστοι κυκλοφορούσαν στους δρόμους και τους διαδρόμους – και άρα η πιθανότητα αναγνώρισής του ήταν μικρή.

Για τα επόμενα δέκα λεπτά, ο Μίμης περιέγραφε τις τελευταίες εξελίξεις στον φίλο του, ο οποίος τον άκουγε με το βλέμμα του στη σκακιέρα. Θα έλεγες ότι αδιαφορούσε για την αφήγηση του Μίμη και επεξεργαζόταν στο μυαλό του την επόμενη κίνηση – η αλήθεια ήταν όμως ότι αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο συγκεντρωνόταν στο περιεχόμενο αυτών που έλεγε ο συνομιλητής του, και όχι στις χειρονομίες ή τις εκφράσεις του προσώπου του.

Την έχει άσχημα, είπε μέσα του ο Πίπης όταν ο Μπούσουλας τελείωσε την εξιστόρηση των γεγονότων. Φυσικό ήταν. Η Φροντιέρρα δεν είχε ενημερώσει λεπτομερώς για τις εργασίες της. Όπως δυστυχώς κάνουν πολλοί από τους εξειδικευμένους επαγγελματίες (συνήθως από ανασφάλεια μη τυχόν και τους κλέψει κανείς τα εμπορικά μυστικά), η ισπανική εταιρεία θεώρησε περιττό να δώσει λογαριασμό σχετικά με τον εξοπλισμό που θα χρησιμοποιούσε αλλά και με τον προγραμματισμό των ερευνών της. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το γεωτρύπανο έβγαζε μάτι. Όχι μόνο εξαιτίας του μεγέθους του, για το οποίο κανείς στην Αθήνα (αλλά ούτε και στη Μαδρίτη) δεν είχε ενημερωθεί, αλλά και επειδή απ' όλες τις μέρες της άνοιξης οι καταλανοί ειδήμονες επέλεξαν τη Μεγάλη Παρασκευή για να αρχίσουν τις εργασίες τους.

Τα νέα δεν άργησαν να διαδοθούν, μέσα από ένα πυκνό δίκτυο που συνέδεε ενορίες και οργανώσεις και έφτανε μέχρι και την Αρχιεπισκοπή. Το σκάνδαλο δε θα αργούσε να ξεσπάσει – και οι συνέπειες θα ήταν δύσκολο να ελεγχθούν. Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να ματαιώσει αυτήν την εξέλιξη θα ήταν μια κίνηση καλής θέλησης από την πλευρά της τράπεζας. Αυτή ήταν η επιθυμία του Πρωθυπουργού, που τη μετέφερε ο Γενικός στον Χρήστου και τον Μπούσουλα το προηγούμενο πρωί, δίνοντάς τους προθεσμία είκοσι τεσσάρων ωρών για να του προτείνουν ποια, κατά τη γνώμη τους, θα ήταν αυτή η κίνηση.

Ο Χρήστου είχε κάνει σαφές ότι θα προσπαθούσε να σώσει το δικό του τομάρι και γι' αυτό απέρριψε την πρόταση του Μπούσουλα να κάτσουν να συζητήσουν και να τηρήσουν κοινή στάση. Ο Μίμης ήταν πικραμένος αλλά καταλάβαινε ότι η θέση του Υποδιευθυντή του, ως ανώτερου στην ιεραρχία, ήταν δύσκολη. Ήξερε επίσης ότι από λίγους ανθρώπους θα είχε αυτή τη στιγμή να περιμένει κάποια βοήθεια. Σίγουρα όχι από τον δυσεύρετο Υπηρεσιακό Παράγοντα. Γι' αυτό και στράφηκε στον Πίπη.

Ποια θα ήταν λοιπόν η κίνηση; Ο Γενικός είχε πετάξει το μπαλάκι στους άλλους. Θεωρητικά θα ήταν πολύ εύκολο να καρατομήσει έναν ή και δύο κατώτερούς του. Είχε κάθε δικαίωμα να το κάνει. Ο Χρήστου όμως, όπως και ο Μπούσουλας, ήταν σημαίνοντα και γνωστά στελέχη. Δεν φοβόταν κάποια αντεπίθεση από μέρους τους αλλά τον απασχολούσε πολύ το ενδεχόμενο σκανδάλου και αναταραχής, ακόμα και εσωτερικής, σε μια περίοδο που η Τράπεζα – όπως και όλες οι ανταγωνίστριές της – προσπαθούσε ακόμα να βρει τις ισορροπίες της απέναντι στο νέο καθεστώς και στο αβέβαιο διεθνές περιβάλλον που κάποια στιγμή, ήταν βέβαιο, θα επηρέαζε αρνητικά και την ελληνική οικονομία. Ο Γενικός δεν ήθελε κλυδωνισμούς – όχι εκείνη την εποχή. Οτιδήποτε γινόταν λοιπόν θα έπρεπε να είναι εύσχημο.

Στο μυαλό του Πίπη τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα. Ο Μπούσουλας και ο γιος του έπρεπε να φύγουν από τη μέση. Από μόνοι τους, διότι διαφορετικά θα φρόντιζαν άλλοι να τους βγάλουν.

Για τον Μίμη, ο προσφορότερος δρόμος διαφυγής ήταν η πρόωρη συνταξιοδότηση, και μάλιστα με επίκληση λόγων υγείας. Τυπικά, τίποτα δεν θα εμπόδιζε μια ένορκη διοικητική εξέταση να στραφεί εναντίον ενός συνταξιοδοτημένου υπαλλήλου, στην πράξη όμως τα ζητήματα υγείας αποτελούσαν μια καλή ασπίδα. Εγκαταλείποντας το πόστο του στην Τράπεζα, ο Μίμης θα βοηθούσε τον Γενικό να στείλει το μήνυμα που χρειαζόταν.

Ο Πίπης, επιπλέον, του πρότεινε να μετακομίσει κάπου αλλού όταν θα' βγαινε στη σύνταξη. Πηγαίνοντας σε έναν ξεχασμένο τόπο, θα ελάττωνε σημαντικά τις πιθανότητες να αποτελέσει θύμα κάποιου από τους ανεξέλεγκτους θερμοκέφαλους που τριγύριζαν εκείνα τα χρόνια στην Αθήνα – με την κάλυψη του καθεστώτος – και ξεκαθάριζαν λογαριασμούς με τρόπο επώδυνο και τελεσίδικο.

Οι αλλαγές αυτές θα έπρεπε να γίνουν όσο το δυνατόν συντομότερα. Μέχρι το τέλος Μαϊου, πρότεινε ο Πίπης. Σε κάποιον άλλο αυτή η προθεσμία θα φαινόταν βουνό. Στον Μίμη όχι. Και όχι μόνο επειδή ήταν μαθημένος από την επαγγελματική του σταδιοδρομία – την οποία θα αναγκαζόταν να τερματίσει πρόωρα – να τηρεί τις προθεσμίες και να παίρνει γρήγορες αποφάσεις. Αλλά κυρίως γιατί οι δικές του αλλαγές δεν ήταν τίποτα μπροστά σ' αυτές που πρότεινε ο Πίπης για το γιο του.

Η παρτίδα θα κρατούσε πολύ ακόμα.


55

Η πτήση από το Παλέρμο της Σικελίας θα είχε καθυστέρηση μιας ώρας. Αυτό ανακοίνωσαν τα μεγάφωνα στο αεροδρόμιο του Φιουμιτσίνο, την ώρα που η Εύα κατέβασε το ακουστικό του κερματοδέκτη. Τα νέα που άκουσε στο τηλέφωνο σήμαιναν – για τη ζωή της καθώς και για εκείνες μερικών ακόμη ανθρώπων – πολύ περισσότερα απ' όσο σήμαινε για την Αλιτάλια και κάποιους επιβάτες της η εξηντάλεπτη αναστάτωση.

Η παρουσία της στην Αθήνα, καθώς και η αποστολή της Φροντιέρρα, είχαν ολοκληρωθεί λίγες μέρες νωρίτερα. Όλα είχαν τελειώσει στην ώρα τους. Ο Ντεφλόρ, ο Μορένο και ο Καρντενάλ δήλωναν απόλυτα ικανοποιημένοι από τη δουλειά που είχε γίνει στη θεμελίωση. Αλλά και οι αρχαιολογικές της έρευνες, με τα υπόγεια ευρήματα στα Τουρκοβούνια, είχαν προχωρήσει κάτι παραπάνω από ικανοποιητικά. Με την περίφραξη της δεσμευμένης έκτασης και την επιστροφή του γεωτρύπανου με φορτωτική προς Βαρκελώνη έκλεινε αυτός ο προπαρασκευαστικός κύκλος.

Το τηλεφώνημα της Εύας προς τον κύριο Κάρλος, επομένως, δεν θα ήταν τίποτα παραπάνω από μια τυπική διαδικασία. Έτσι πίστευε εκείνη, γι' αυτό και ξαφνιάστηκε απ' όσα της είπε, ανέκφραστη και μονότονη όπως συνήθως, η φωνή από τη Μαδρίτη.

Οι τρεις μηχανικοί θα συνέχιζαν μόνοι τους το ταξίδι προς τη Βαρκελώνη. Αντίθετα, η Εύα θα έπρεπε να τους εξηγήσει ότι είχε κάποιο πρόβλημα το εισιτήριό της και θα γύριζε αργότερα. Το πόσο αργότερα, θα έπρεπε να το αφήσει ανοιχτό – εκείνοι γνώριζαν να είναι διακριτικοί όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Το επόμενο απόγευμα, την Εύα θα την περίμενε ένας φάκελος στη ρεσεψιόν ενός παλιού ξενοδοχείου στην Πιάτσα Μπαρμπερίνι. Για εκείνη τη βραδιά θα έπρεπε να αναζητήσει ένα οποιοδήποτε άλλο ξενοδοχείο.

Η Εύα ήταν αβέβαιη για το αν η περιπέτεια που μόλις άρχιζε θα έβγαινε σε καλό. Τόσο για εκείνη προσωπικά όσο και για την υπόθεση που υπηρετούσε. Η τελευταία ανατροπή αναζωπύρωσε τις αμφιβολίες της για το κατά πόσο αυτή η υπόθεση βρισκόταν σε καλά χέρια. Και για το κατά πόσο το προαιώνιο δόγμα, ότι ο δρόμος περνάει μέσα από τη Μαδρίτη, ήταν τελικά πιο αποτελεσματικό από την τακτική που ακολουθούσαν, όλο και πιο έντονα τα τελευταία χρόνια, κάποιοι πραγματικά αγέρωχοι από το Μπιλμπάο και τον Άγιο Σεβαστιανό.


56

Οι Φραγκήδες και οι άλλοι συγγενείς και φίλοι ξαφνιάστηκαν όταν είδαν τον άντρα της Σωτηρίας να καταφθάνει στο νησί Ιούνιο μήνα. Ήταν πολύ νωρίς για τις θερινές του διακοπές, και όμως η εμφάνισή του ήταν όσο πιο καλοκαιρινή μπορούσε να γίνει – με βερμούδα, καπέλο και κοντομάνικη μπλούζα – κι ακόμη, φαινόταν χαλαρός και ανέμελος όσο ποτέ.

Ίσως επειδή ήταν μόνος του. Η Σωτηρία θα ερχόταν κι αυτή, αλλά κανα-δυο βδομάδες αργότερα. Κανα-δυο βδομάδες; Μα τόση ήταν συνήθως η συνολική διάρκεια παραμονής των Μπουσουλαίων στο νησί. Πόσο περισσότερο καιρό θα έμεναν φέτος; Μήπως είχαν κερδίσει κάποιο λαχείο;

Το ερώτημα αυτό δεν διατυπωνόταν μόνο ρητορικά. Σε αντίθεση με την καθιερωμένη φιλοξενία του Μίμη και της Σωτηρίας στην κύρια κατοικία του Φραγκή στο χωριό, φέτος ο Μίμης έκλεισε δωμάτιο σε ξενοδοχείο, και μάλιστα σε ένα από τα ακριβότερα, κοντά σε μία από τις λίγες οργανωμένες παραλίες του νησιού.

Τα μεσημέρια έτρωγε με το Φραγκή, το απόγευμα έπινε καφέ με φίλους, το βράδυ όμως και μέχρι και το επόμενο μεσημέρι ο χρόνος ήταν όλος δικός του. Χαλάρωνε πίνοντας το κρασί του δίπλα στη θάλασσα καθώς σουρούπωνε, έκανε το μπάνιο του στη θάλασσα κάθε πρωί πριν μαζευτεί ο πολύς ο κόσμος – και μ' αυτόν τον τρόπο, μέρα με τη μέρα, το μυαλό του καθάριζε και η διάθεσή του έφτιαχνε.

Η ηρεμία που σταδιακά αποκτούσε τον βοηθούσε να οργανώσει τη μελλοντική του ζωή. Ο χειμώνας στην επαρχία, και ιδιαίτερα σε ένα νησί, ήταν δύσκολος. Το μακρύ καλοκαίρι που είχε μπροστά του θα τον βοηθούσε να προετοιμαστεί με άνεση χρόνου, αλλά και να απολαύσει το ξεκίνημα αυτής της καινούργιας φάσης.

Μέχρι την άφιξη της Σωτηρίας ο Μίμης είχε εντοπίσει τρία υποψήφια σπίτια για να κατοικήσουν οι δυο τους. Είχε επίσης εξηγήσει στους συγγενείς και τους φίλους του ότι οι Τράπεζες, και ειδικότερα η δική του, είχαν μια αρκετά ευέλικτη πολιτική συνταξιοδότησης – αφήνοντας να εννοηθεί ότι η δική του πρόωρη έξοδος από την ενεργό υπηρεσία ήταν ένα είδος επιβράβευσης για τη σταδιοδρομία του. Και, στην εύλογη απορία των πιο δικών του ανθρώπων, γιατί δεν τους είχε πει νωρίτερα για τα σχέδιά του, έδωσε μια απάντηση φυσική και σύμφωνη με την εικόνα που είχαν οι άλλοι για τον επιφυλακτικό και μετρημένο χαρακτήρα του: δεν ήθελε να ανακοινώσει τίποτα πριν να σιγουρευτεί.

Ήταν νωρίς για να καταλάβει πώς ένιωθε για την αλλαγή που ήταν υποχρεωμένος να επιφέρει στη ζωή του. Ακόμη και όταν, δύο μήνες αργότερα, ολοκληρώθηκε η μετακόμιση του νοικοκυριού τους, δεν είχε πλήρως συνειδητοποιήσει ότι έπαψε πια να είναι κάτοικος πρωτευούσης. Τουλάχιστον, όμως, ο Μίμης είχε εξασφαλίσει ότι γύρω του θα είχε συγγενείς και φίλους που, αν μη τι άλλο, τον θαύμαζαν για την επιτυχημένη σταδιοδρομία του και, σε μια εποχή που ακόμη το νησί δεν είχε αρχίσει να παίρνει τα πάνω του, θεωρούσαν τιμητικό και ιδιαίτερα αισιόδοξο ένας αθηναίος να έρθει και να εγκατασταθεί ανάμεσά τους. Και πέρα απ' αυτό, οι νησιώτες ήταν περήφανοι και για τον μονάκριβο γιο του Μίμη και της Σωτηρίας, που – σύμφωνα με όσα υπαινίχθηκε ο Μίμης, χωρίς και πάλι να μπει σε λεπτομέρειες – είχε το μεγάλο προνόμιο να ξεκινά την καριέρα του αναλαμβάνοντας το ένα έργο μετά το άλλο στις προηγμένες χώρες του εξωτερικού.


57

Στο κουπέ του εξπρές για τη Ρώμη, ο Παντελής δεν άργησε να αποκοιμηθεί. Είχε άμεση ανάγκη να το κάνει, για να αναπληρώσει τον ύπνο που έχασε ξαγρυπνώντας στο κατάστρωμα του Τιντορέττο. Ο απογευματινός ρεμβασμός, που ξεκίνησε λίγο μετά την αναχώρησή του από την Πάτρα, εξελίχθηκε σε αϋπνία, καθώς ο νεαρός αρχιτέκτονας αναρωτιόταν για όσα είχαν πρόσφατα συμβεί αλλά και για το περιεχόμενο και το σκοπό της νέας του αποστολής που μόλις άρχιζε.

Το μόνο σημείο επαφής που είχε στην ιταλική πρωτεύουσα ήταν η διεύθυνση ενός βιβλιοπωλείου στη Βία Βένετο. Του την είχε δώσει ο πατέρας του, λίγο πριν φύγει για τις παρατεταμένες διακοπές που θα αποτελούσαν το πρελούδιο της αιφνίδιας συνταξιοδότησής του. Του είχε πει απλά ότι εκεί θα ζητούσε έναν φάκελο στο όνομά του. Λεπτομέρειες δεν του είχε αναφέρει, ίσως γιατί κι ο ίδιος δεν ήξερε. Του ζήτησε μόνο, κάθε Κυριακή απόγευμα, στις επτά ώρα Ελλάδος, να του τηλεφωνεί στο τηλεπικοινωνιακό πρακτορείο του νησιού – και να ζητάει τον ίδιο, όχι τη μητέρα του ή τον θείο Φραγκή ή κάποιον άλλο τρίτο. Του ζήτησε επίσης να μην κάνει κουβέντα για το νέο αυτό επαγγελματικό ταξίδι σε κανέναν άλλο, και σίγουρα όχι στην Κατερίνα και το Γρηγόρη, που θα τους συναντούσε στην Πάτρα του Αγίου Πνεύματος, λίγο πριν την αναχώρησή του. Ο Μίμης άφησε στην ευχέρεια του γιου του να επινοήσει έναν καλό λόγο για τον οποίο θα έφευγε καλοκαιριάτικα για Ιταλία.

Ο Παντελής δε δυσκολεύτηκε να βρει δικαιολογία. Η αγαπημένη του ξαδέρφη ήξερε ότι υπήρχε κάποια γνωριμία από το ταξίδι στη Βαρκελώνη. Δεν του πήγαινε βέβαια να της πει ψέματα για κάτι προσωπικό, δεν μπόρεσε όμως να σκεφτεί κάτι καλύτερο – και έτσι, με βαριά καρδιά είπε ένα παραμύθι για δήθεν εκδρομή με την αγαπημένη του στα αλπικά τοπία της βόρειας Ιταλίας, που τώρα το καλοκαίρι θα ήταν πανέμορφα και, το κυριότερο, προσβάσιμα χωρίς χιόνια και χωρίς την χειμωνιάτικη πολυκοσμία.

Η αλήθεια είναι ότι ο Παντελής ένιωθε μεγάλη αβεβαιότητα για τη συνέχεια της σχέσης του με την Εύα. Κατά την παραμονή της στην Αθήνα πέρασαν αρκετό καιρό μαζί. Εκείνος όμως ένιωθε όμως έντονη πάνω τους τη σκιά των ανθρώπων της Φροντιέρρα, που έδειχναν να είναι πανταχού παρόντες. Στον αποχαιρετισμό τους στο Ελληνικό δεν είπαν τίποτα για τη συνέχεια, δεν έδωσαν – δεν μπορούσαν να δώσουν – καμία υπόσχεση. Όταν ο Παντελής έμαθε ότι θα πήγαινε στην Ιταλία για να μαζέψει υλικό για την πρωτοβυζαντινή ναοδομία – στοιχεία της οποίας, σύμφωνα με όσα του είπε ο πατέρας του, επικαλούμενος τις πηγές του στο Υπουργείο Παιδείας, θα έπρεπε να ενταχθούν στη σχεδιαστική φιλοσοφία του ναού του Τάματος – πήρε τηλέφωνο την Εύα στο σπίτι της και στο γραφείο της για να της ανακοινώσει τα νέα. Δεν τη βρήκε σε κανέναν από τους δύο αριθμούς.

Όταν έφτασε, κουρασμένος από το μακρύ ταξίδι, στο διαμέρισμα του Φιουμιτσίνο και ξεκλείδωσε την πόρτα – με το κίτρινο κλειδί που ήταν στο φάκελο της Βία Βένετο – ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Στο δυάρι του πρώτου ορόφου όλα ήταν ήσυχα, με εξαίρεση μια απαλή ανάσα που ακουγόταν από το υπνοδωμάτιο. Ο Παντελής ήξερε, από τις οδηγίες του φακέλου, ότι θα είχε συγκάτοικο. Από την περιέργεια να τον δει, άναψε το φως του δωματίου. Η πρώτη του έκπληξη ήταν ότι αυτός ο συγκάτοικος ήταν γυναίκα. Η δεύτερή του έκπληξη ήταν ότι, όπως ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα, με το δεξί της χέρι σαν προσκέφαλο, έμοιαζε με την Εύα. Την παρατήρησε για λίγο. Στο πρώτο μισό λεπτό εξακολουθούσε να έχει κάποιες αμφιβολίες – φοβόταν τον κακό συνδυασμό της κούρασής του με τα έντονα αισθήματά του. Αμέσως μετά ξάπλωσε δίπλα της και την αγκάλιασε.


58

Ο βοηθός του Κωστάλα σκούπισε σ' ένα πατσαβούρι το μαχαίρι με το οποίο μόλις είχε κόψει το τυρί φέτα για το κολατσιό του και άνοιξε τον φάκελο που μόλις είχε φέρει ο ταχυδρόμος. Παραλήπτης ήταν το εστιατόριο Πολύβιος, απρόσωπα. Ένδειξη αποστολέα δεν υπήρχε στο φάκελο. Έβγαλε το γράμμα από το φάκελο, το ξεδίπλωσε και άρχισε να διαβάζει. Ήταν γραμμένο στα γερμανικά και μάλιστα με επίσημο τρόπο. Την προσφώνηση Αξιότιμε κύριε Κωστάλα την κατάλαβε, δεν μπορούσε όμως να πει το ίδιο για κάποιες από τις πολυσύλλαβες λέξεις του κυρίως κειμένου. Αυτό που επίσης δεν μπορούσε να καταλάβει ήταν: γιατί ένα γράμμα από την ελληνική πρεσβεία (αναγνώρισε το Γκρίχισε Μπότσαφτ στο πάνω αριστερό μέρος του γράμματος), απευθυνόμενο σε έλληνα, έπρεπε να γραφτεί στα γερμανικά;

Εν πάση περιπτώσει, αυτά αφορούσαν τον Κωστάλα. Εκείνος θα διάβαζε ούτως ή άλλως το γράμμα αργότερα και θα έκανε τις όποιες συνεννοήσεις. Ο βοηθός του το ξανάβαλε στο σκισμένο φάκελο και το ακούμπησε στο τραπεζάκι που χρησίμευε για γραφείο. Αυτά που χρειαζόταν τα ήξερε ήδη. Και δεν τον χαροποιούσαν ιδιαίτερα.

Για τον απλούστατο λόγο ότι η υποστήριξη μιας συγκέντρωσης περίπου πενήντα ατόμων – δηλαδή η προετοιμασία, η μεταφορά και το σερβίρισμα γευμάτων, ποτών και επιδορπίων για ένα μάτσο διπλωμάτες, και μάλιστα στη Βέρνη – θα σήμαινε απίστευτα περισσότερη δουλειά για όλους, με ασφυκτική προθεσμία και υψηλές ποιοτικές απαιτήσεις. Και όσο για τα λεφτά – ήθελε να πιστεύει ότι αυτή τη φορά ο Κωστάλας θα έδειχνε μεγαλύτερη γενναιοδωρία. Δυστυχώς το παρελθόν δίδασκε ότι το αφεντικό τους, ακριβοδίκαιος και ξηγημένος άνθρωπος κατά τα άλλα, δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να δώσει σε όλους κατιτί παραπάνω όταν έρχονταν τέτοιες δουλειές που αύξαναν σημαντικά το τζίρο. Η φιλοσοφία του ήταν ότι του εστιάτορα το πιάτο ήταν κάτι σαν του κυνηγού, αβέβαιο και περίπου έρμαιο των διακυμάνσεων της ζήτησης, των προτιμήσεων, του ανταγωνισμού… Η πραγματικότητα μάλλον διέψευδε αυτή την απαισιοδοξία αλλά παρόλα αυτά ο Κωστάλας δήλωνε ότι είχε σαν αρχή του να βάζει λεφτά στην άκρη για τις δύσκολες ώρες παρά να δίνει πρόωρα δώρα στους συνεργάτες του.

Το σίγουρο ήταν ότι, όσο κι αν έστυβε το αφεντικό τους εργαζομένους του, η συγκεκριμένη δουλειά θα απαιτούσε πρόσθετα χέρια. Και γι' αυτό χαιρόταν, αισιοδοξώντας ότι ο Κωστάλας θα έδινε μερικά μεροκάματα και στο ανιψάκι του. Του είχε μιλήσει παλιότερα για τον μικρό και είχε αποσπάσει μια φράση που ισοδυναμούσε στ' αυτιά του με υπόσχεση: Φέρ'τον όταν θα ξανά'χουμε έκτακτη δουλειά. Ήταν μάλιστα έτοιμος να τον πάρει τηλέφωνο και να του πει να ετοιμάζεται. Συγκρατήθηκε όμως – σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να το επιβεβαιώσει με τον Κωστάλα, ότι μπορεί από τότε μέχρι σήμερα να άλλαξαν τα δεδομένα, ότι τέλος πάντων ο Κωστάλας μπορεί να είχε διάφορα ελαττώματα αλλά δεν θα ήταν σωστό να τον φέρει προ τετελεσμένου ή να τον εξαγριώσει με μια τέτοια έκπληξη.

Τελικά η έκπληξη ήταν όλη δική του. Δηλαδή του βοηθού. Διότι, πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη στον Κωστάλα όταν τον είδε το μεσημέρι, τον άκουσε να του μιλά ο ίδιος για το δείπνο της πρεσβείας. Προφανώς είχε ενημερωθεί τηλεφωνικά από νωρίτερα και γι' αυτό δεν περίμενε να διαβάσει το τυπικό γράμμα – το οποίο άλλωστε, όσο καλό φροντιστήριο και αν του έκανε η κυρία Μπεάτε (και σ' αυτή τη σκέψη χαμογέλασε μηχανικά), και ο ίδιος θα δυσκολευόταν να αναγνώσει, δεν ήξερε δα και τα άπταιστα γερμανικά. Η έκπληξη όμως δεν ήταν το ότι γνώριζε, αλλά το ότι είχε ήδη κλείσει δύο έκτακτους συνεργάτες που θα βοηθούσαν στην προετοιμασία του μεγάλου δείπνου.


59

Οι γνώσεις της Εύας για την πρωτοβυζαντινή ναοδομία ήταν γενικές – τόσο, όσο θα ήταν οι γνώσεις των γεωτεχνικών της Φροντιέρρα για τα εκτός εξειδίκευσής τους θέματα πολιτικού μηχανικού, όπως τα υδραυλικά και τα συγκοινωνιακά. Γι' αυτήν, ο ναός του Αγίου Βιταλίου στη Ραβέννα δεν ήταν στην ουσία παρά ένα ενδιαφέρον αξιοθέατο. Και δεν ήταν καν στη δική της πόλη, όπως ήταν το Τιμπιντάμπο στη Βαρκελώνη – έτσι ο ρόλος της ως ξεναγού για τον Παντελή σ' αυτό το βυζαντινό μνημείο ήταν περίπου μηδενικός.

Τον Παντελή μπορεί να τον παραξένευε λίγο αυτό, όπως και η όλη σύμπτωση του να ξαναβρεθεί με την Εύα και μάλιστα στα μισά του δρόμου, αλλά αν έλεγε ότι τον πείραζε θα ήταν ψέματα.

Η Εύα, πάλι, απ' ό,τι έλεγε στον Παντελή, δεν έβρισκε τη Ραβέννα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα όσον αφορά τις δικές της επιστημονικές αναζητήσεις. Απορούσε, μάλιστα, κι εκείνη όπως κι ο Παντελής, πώς και δεν τους έστειλαν στην άλλη άκρη της ιταλικής επικράτειας, στην Καλαβρία και τη Σικελία. Θα φαινόταν φυσικότερη μια τέτοια επιλογή. Η νότια Ιταλία ήταν για πολλούς αιώνες βυζαντινή κτήση και, παρόλο που δεν είχε κάποιο βυζαντινό μνημείο εξίσου γνωστό με τον Άγιο Βιτάλιο, το υλικό που θα έβρισκε εκεί ο Παντελής θα ήταν περισσότερο ενδιαφέρον και χρήσιμο στο σύνολό του. Κι όσο για την καταλανική ιστορία, το βασίλειο των Δύο Σικελιών, από το οποίο εξαρτώνταν έμμεσα και οι Αλμογκάβερς που κυριάρχησαν στην Αθήνα μεταξύ 1311 και 1388, δεν ήταν τίποτε άλλο από τη μετεξέλιξη της άλλοτε Μεγάλης Ελλάδος και των μετέπειτα βυζαντινών κτήσεων στην ίδια περιοχή.

Σε αντίθεση όμως με τον Παντελή, η Εύα γνώριζε ποιος ήταν ο επόμενος σταθμός τους. Αν και θεωρητικά τίποτα δεν θα τους εμπόδιζε να πάνε πρώτα νότια και μετά προς βορρά, ήταν προφανές ότι το ανέβασμα από τη Ρώμη στη Ζυρίχη είχε αποφασιστεί να γίνει μέσω μιας απλούστερης διαδρομής. Και η θέση της Ραβέννας, σε αντίθεση με αυτή της Σικελίας, ήταν ιδανική για την πραγματοποίηση μιας ενδιάμεσης στάσης που θα είχε και κάποιο εύλογο περιεχόμενο για το αντικείμενο του Παντελή.

Αυτό που ούτε η Εύα γνώριζε ήταν η ταυτότητα του προσώπου που θα τους μετέφερε στη Ζυρίχη. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι ένα συγκεκριμένο πρωί, ανάμεσα στις οκτώ και οκτώμιση, θα εμφανιζόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο από το ξενοδοχείο τους ένα Φίατ πεντακοσάρι, χρώματος κρεμ, με ελβετικές πινακίδες. Έτσι και έγινε. Μέσα σε μισή ώρα από την άφιξη του αυτοκινήτου, η Εύα και ο Παντελής είχαν μεταφέρει με επιμέλεια όλες τις αποσκευές τους στο πίσω κάθισμα και το μικρό πορτ-μπαγκάζ, είχαν τακτοποιήσει το λογαριασμό τους και έβλεπαν τον οδηγό, με τον οποίο είχαν απλώς ανταλλάξει ένα Γεια, να βάζει μπρος τη μηχανή και να βγαίνει στη λεωφόρο που οδηγούσε προς την Αουτοστράντα. Μόλις πέρασαν από τα διόδια, ο οδηγός έβγαλε τα μαύρα γυαλιά και τους συστήθηκε.

Μάι νέιμ ιζ Κώστας. Κώστας Κωστάλας. Και, για να μη νομίσουν ότι είχαν δίπλα τους τον επίδοξο Τζέιμς Μποντ, ο Κώστας άρχισε να γελάει, αρκετά δυνατά ώστε να ακούγεται πάνω από το θόρυβο της μηχανής και του αυτοκινητοδρόμου. Παρά την προσπάθεια του οδηγού να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα, η αμηχανία των συνεπιβατών στο Φίατ μειώθηκε ελάχιστα, ίσα ίσα ώστε να μπορέσουν να του συστηθούν κι εκείνοι, η Εύα στα αγγλικά και ο Παντελής στα ελληνικά. Ο Κωστάλας αν μη τι άλλο ήταν έξυπνος, τόσο ώστε να καταλάβει ότι το αστείο του δεν είχε καταφέρει να σπάσει τον πάγο. Προτίμησε λοιπόν, μέχρι να φτάσουν στα ιταλοελβετικά σύνορα, τη σιωπή, διανθισμένη από τα τραγούδια που μόλις ακούγονταν μέσα από το ξεψυχισμένο ραδιόφωνο, ταλαιπωρημένο κι αυτό όσο και το υπόλοιπο αμάξι.


60

Το διαμέρισμα που τους έδωσαν ήταν μάλλον μικρό και σκοτεινό. Δεν είχε μπαλκόνι και τα μοναδικά του παράθυρα, ένα στο υπνοδωμάτιο και ένα στην κουζίνα, δεν έβλεπαν στην πρόσοψη αλλά σε έναν περίκλειστο ακάλυπτο χώρο. Αν μη τι άλλο το βρήκαν καθαρό και η πολυκατοικία ήταν σε καλή κατάσταση. Κανείς από τους δυο τους δεν ήταν φοβερά καλομαθημένος, άλλωστε. Θα το συνήθιζαν εύκολα. Ήταν καλοκαίρι, οι μέρες ήταν μεγάλες και συνήθως ηλιόλουστες κι αυτό πίστευαν ότι θα αντιστάθμιζε την οποιαδήποτε άβολη κατάσταση. Έτσι έλεγαν ο ένας στον άλλο, αυτό επαναλάμβανε και ο Παντελής στους σιωπηρούς διαλόγους του με τον εαυτό του.

Δυσκολευόταν πάντως να πειστεί για το πόσο αναγκαίο ήταν να δουλέψουν, αυτός και η Εύα μαζί, στο εστιατόριο Πολύβιος σαν έκτακτοι βοηθοί αυτού του περίεργου τύπου που άκουγε στο όνομα Κώστας Κωστάλας. Τα μάτια του κόσμου δεν θα καταλάβαιναν τη διαφορά αν η βοήθεια ήταν εικονική, ας πούμε ένα δίωρο κάθε μέρα. Ο πρεβεζάνος όμως τους είχε να δουλεύουν κανονικό μεροκάματο, και μάλιστα σε ξεχωριστές βάρδιες, τα μεσημέρια η Εύα και τα βράδια ο Παντελής. Επέστρεφε αποκαμωμένος στο διαμέρισμα γύρω στα μεσάνυχτα και αναλογιζόταν πού θα βρει την ενέργεια και το κέφι να ολοκληρώσει τη μελέτη του, στην οποία πλέον μπορούσε να αφιερώσει μόνο λίγες ώρες τα πρωινά καθώς και τη μία μέρα την εβδομάδα που έπαιρνε ρεπό.

Έπρεπε να βιαστεί – κι η βιασύνη ήταν εχθρός του καλλιτέχνη, άρα και του αρχιτέκτονα, γιατί τη δουλειά του ο Παντελής την έβλεπε σαν τέχνη περισσότερο παρά σαν τεχνική. Η προθεσμία ήταν ασφυκτική. Τον δεκαπενταύγουστο θα έπρεπε να παραδώσει τα τεύχη της μελέτης του σε έναν συνάδελφο που θα έψαχνε να τον βρει εκείνη τη μέρα στον Πολύβιο. Εκείνος θα αναλάμβανε να ολοκληρώσει και να υποβάλει επίσημα τη δουλειά, σαν εκπρόσωπος του διεθνούς οίκου που θα διαγωνιζόταν. Αυτή, απ' ό,τι είχε πληροφορηθεί ο Παντελής, ήταν η σημαντικότερη εξέλιξη σ' αυτήν την πρώτη του επαγγελματική αποστολή.

Το ξεκίνημα της καριέρας του το είχε φανταστεί διαφορετικό, πιο συμβατικό – μια απασχόληση σ' ένα γραφείο μ' έναν σταθερό μισθό. Του πλήρωναν βέβαια όλα ανεξαιρέτως τα έξοδα, αλλά δεν ήταν το ίδιο, ένιωθε σαν να ζητιάνευε στέλνοντας κάθε μήνα την κατάσταση με τις συνημμένες αποδείξεις. Τουλάχιστον πίστευε ότι θα κέρδιζε την δόξα. Στην αρχή έτσι φαινόταν – τώρα όμως, που θα παρέδιδε την εργασία του σε κάποιον τρίτο, και η δόξα πήγαινε περίπατο. Δεν ήξερε τι να υποθέσει για αργότερα. Οι οδηγίες σταματούσαν εκεί, ήταν αβέβαιο αν θα έπαιρνε και από ποιον, και ο πατέρας του – τον οποίο ρώτησε – δεν ήταν σε θέση να τον βοηθήσει, παρά μόνο να του συστήσει να περιμένει, όπως έκανε μέχρι τώρα.

Ένα από τα βράδια, αν και κουρασμένος όπως πάντα, το πέρασε ξάγρυπνος. Ήταν του Προφήτη Ηλία, 20 προς 21 Ιουλίου, και η ελβετική τηλεόραση, όπως και πολλές τηλεοράσεις σε όλο τον κόσμο, έδειχνε την προσεδάφιση του Απόλλωνα 11 στο φεγγάρι. Η Εύα δεν ένιωθε την ανάγκη να παρακολουθήσει το κοσμοϊστορικό γεγονός κι έτσι ο Παντελής το είδε μόνος του, με την ένταση χαμηλωμένη. Η πορεία του αμερικάνικου διαστημοπλοίου τον ενέπνευσε και αμέσως μετά τη λήξη της ζωντανής μετάδοσης βρέθηκε με ένα μολύβι κι ένα χαρτί, να απεικονίζει με μια καμπύλη τροχιά τη διαδρομή από τη γη στη σελήνη.

Θυμήθηκε τη μέρα του Προφήτη Ηλία, τις αναβάσεις με τους φίλους του – όταν ήταν στην εφηβεία – στην κορυφή του βουνού εκείνη τη συγκεκριμένη καλοκαιρινή μέρα, κάθε χρόνο. Δίπλα στην καμπύλη τροχιά και τα δύο ουράνια σώματα σχεδίασε το περίγραμμα του μαγικού βουνού – χωρίς το εκκλησάκι. Η συνέχεια ήρθε από μόνη της.

Όταν ξημέρωσε και πήγε για ύπνο, αφού άφησε στο κομοδίνο του πέντε φύλλα χαρτί με διαφορετικές όψεις ενός κοινού μοτίβου. Ένα βουνό και στην κορυφή του μια κατασκευή με τρεις καμπύλες δοκούς, ή μάλλον αψίδες, που ξεκινούσαν απ' το ψηλότερο σημείο και κατηφόριζαν αποκλίνοντας, μέχρι που πατούσαν στο έδαφος της πλαγιάς αρκετά χαμηλότερα. Μια σύλληψη αρκετά πιο τολμηρή από αυτές με τις οποίες είχε πειραματιστεί κατά την αναμονή του στο αεροδρόμιο Μπαράχας αλλά και αργότερα. Ένας ναός που, αν ποτέ γινόταν πραγματικότητα, ίσως – το ίσως το προσέθεσε στο νοερό του μονόλογο για να μη φαίνεται αλαζονικός στον εαυτό του – ίσως, λοιπόν, θα συναγωνιζόταν τα δημιουργήματα του ινδάλματός του. Του μεγάλου καταλανού.

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Κεφάλαια 49 έως 53


49

Φτάνοντας στο νησί ο Σωκράτης έμαθε ότι τον ζητούσαν στο Τμήμα. Αν δεν το μάθαινε από έναν χαμογελαστό λιμενικό, φίλο της οικογένειας, θα περνούσε μεγάλη λαχτάρα. Από το ύφος του ένστολου, που τον προϋπάντησε στο λιμάνι μετά την επιστροφή του απ' την πρωτεύουσα, κατάλαβε ότι επρόκειτο για κάτι διαδικαστικό. Και ένα μόνο ήταν το διαδικαστικό που περίμενε να του συμβεί εκείνη την εποχή.

Επειδή κάτι τέτοια διαδικαστικά ου γαρ έρχονται μόνα, ο μήνας που ακολούθησε μέχρι την ημερομηνία κατάταξής του πέρασε σαν νεράκι. Με κοντό μαλλί και ένα τεράστιο σακίδιο μπήκε στο καράβι για Πειραιά και από εκεί πήρε το τραίνο για Κόρινθο. Με υπομονή περίμενε να περάσουν οι μέρες της βασικής του εκπαίδευσης, να ορκιστεί και κατόπιν να βγει η μετάθεσή του για τη μονάδα όπου θα έκανε την κυρίως θητεία του. Το είχε σχεδόν σίγουρο ότι αυτή η μονάδα θα ήταν κάπου στο νησί. Για τους περισσότερους φαντάρους ήταν τόπος ανεπιθύμητος, σχεδόν εξορία. Οι ντόπιοι ήθελαν να είναι κοντά στο σπίτι τους και αυτό, μαζί με την απροθυμία των υπολοίπων, τους έδινε μεγάλες πιθανότητες να υπηρετήσουν εκεί.

Ένιωσε λοιπόν μια μάλλον δυσάρεστη έκπληξη όταν είδε το χαρτί που έγραφε Χαλκίδα. Ήθελε να ρωτήσει μήπως έγινε λάθος, σκέφτηκε να ειδοποιήσει με την πρώτη ευκαιρία τους δικούς του μήπως βάλουν κάποιο μέσον και καταφέρουν κάτι. Το αποτέλεσμα δεν άλλαξε. Σύντομα βγήκε και το φύλλο πορείας και ο Σωκράτης βρέθηκε δίπλα στα τρελά νερά.

Η παρηγοριά του ήταν ότι το συγκεκριμένο στρατόπεδο δεν είχε και τη χειρότερη φήμη. Οι αθηναίοι ένιωθαν τυχεροί με μια μετάθεση στον Εύριπο, και όχι μόνο λόγω της κοντινής απόστασης. Στην έξοδό τους οι φαντάροι με λίγη ώρα περπάτημα βρίσκονταν στο κέντρο μιας πόλης που τον περισσότερο καιρό ήταν γεμάτη με ζωή και κίνηση. Στην άδειά τους μπορούσαν εύκολα να πάνε στο σταθμό δίπλα στην κινητή γέφυρα και να πάρουν το τραίνο που θα βοηθούσε για να φτάσουν μια ώρα νωρίτερα στην Αθήνα ή σε οποιονδήποτε άλλο προορισμό τους. Και η ζωή είχε πολλές φορές τα τυχερά της – δεν ήταν λίγοι αυτοί που έφταναν φαντάροι στη Χαλκίδα και έφευγαν αρραβωνιασμένοι ή παντρεμένοι (ή, για τον ίδιο λόγο, δεν έφευγαν καθόλου).

Ο Σωκράτης πάντως άργησε να συμπαθήσει τη Χαλκίδα. Το ίδιο και τους ανθρώπους της. Σε στιγμές αυτοκριτικής κατηγορούσε τον εαυτό του ότι ίσως και να ήταν λιγάκι προκατειλημμένος, επειδή δεν πήρε τη μετάθεση που ήθελε. Το γεγονός ήταν ότι στις ελεύθερες ώρες του προτιμούσε, εφόσον το μπορούσε, να απομακρύνεται από την πόλη που φιλοξενούσε το στρατόπεδό του.

Οι επισκέψεις στην Αθήνα ήταν στην αρχή συχνές. Μετά αραίωσαν. Όχι γιατί ο Σωκράτης αγάπησε τη Χαλκίδα. Αλλά γιατί ανακάλυψε το Παντείχι – για καλή του τύχη, όπως του άρεσε να λέει από μέσα του, παίζοντας με την ομοιοκαταληξία.

Και, κατά σύμπτωση, το παιχνίδι της ρίμας συνεχίστηκε. Ο Σωκράτης, εκτός απ' το Παντείχι, γνώρισε και τον Ευτύχη, συνομήλικό του από το διπλανό νησί και ως εκ τούτου άνθρωπο με τον οποίο είχαν πολλά να πουν. Ξεκινώντας βέβαια από τους μνημειώδεις αγώνες ποδοσφαίρου μεταξύ των ομάδων των δύο νησιών, που σχεδόν πάντα διακόπτονταν και συχνά δεν έληγαν καν, μια και τα αναμμένα αίματα παικτών και φιλάθλων οδηγούσαν σε επεισόδια – που ποτέ δεν ήταν μόνο λεκτικά.


50

Το Πάσχα εκείνο δεν προσφερόταν για συγκέντρωση των Φραγκήδων και των συγγενών τους στο νησί. Κι υπήρχαν αρκετοί λόγοι γι' αυτό. Πρώτα απ' όλα, ο πρωτοχρονιάτικος γάμος ήταν αρκετά πρόσφατος – οι αθηναίοι της οικογένειας δεν έβρισκαν εύκολα τη δυνατότητα να ταξιδέψουν δύο φορές εκτός καλοκαιριού. Έπειτα, ο νεοσύλλεκτος Σωκράτης δεν θα έπαιρνε έγκαιρα άδεια: ήξεραν όλοι από τα μεγαλύτερα παιδιά τους ότι το στράτευμα ήταν ιδιαίτερα φειδωλό σ' αυτόν τον τομέα κατά τους πρώτους μήνες της θητείας. Τέλος, αρκετοί άλλοι είχαν υποχρεώσεις, επαγγελματικές ή κοινωνικές.

Η Κατερίνα με τον Γρηγόρη, για παράδειγμα, θα έφευγαν για Πάτρα. Μια μικρή ανησυχία είχε πλανηθεί για λίγο στον αέρα μετά από την άρνηση της Κατερίνας να συνοδέψει τον άντρα της στο καρναβάλι. Η κόρη του Φραγκή έδειξε όχι απλά προθυμία αλλά και ενθουσιασμό αυτή τη φορά, προς ανακούφιση του περιγύρου. Τα προηγούμενα χρόνια άλλωστε το είχαν καθιερώσει, ως αρραβωνιασμένοι, να επισκέπτονται την οικογένεια του Γρηγόρη. Η Κατερίνα δήλωνε ότι λάτρευε το σούβλισμα του αρνιού, ένα έθιμο που δεν είχε ακόμη φτάσει στα περισσότερα νησιά.

Η Σωτηρία, από την άλλη, θα έβαζε κατσίκι στο φούρνο, ακολουθώντας την παράδοση του δικού της τόπου, με την οποία ο Μίμης δεν είχε απολύτως κανένα πρόβλημα – αν και κάποιες φορές του άρεσε να πηγαίνει σε φίλους του που σούβλιζαν στην αυλή τους. Φέτος ήταν η σειρά τους να κάνουν το τραπέζι σε μια μικρή παρέα τριών-τεσσάρων φιλικών οικογενειών. Για εξόρμηση εκτός πόλης, στο νησί ή αλλού, ούτε λόγος εκείνη τη χρονιά. Ο Μίμης είχε φέρει ένα γεμάτο χαρτοφύλακα στο σπίτι, τη Δευτέρα του Πάσχα σκόπευε να κλειστεί σε ένα δωμάτιο για να μπορέσει να βγάλει λίγη δουλειά παραπάνω. Η Σωτηρία παραπονέθηκε, είχε την ελπίδα ότι θα κατάφερναν εκείνο το Πάσχα να βρεθούν επιτέλους σαν οικογένεια, κάτι που δεν είχε συμβεί τα προηγούμενα χρόνια, με τον Παντελή να υπηρετεί. Φέτος ο γιος τους ήταν στην Αθήνα, απασχολημένος κι αυτός βέβαια με τη δουλειά του αλλά τουλάχιστον στην Ανάσταση και ανήμερα το μεσημέρι θα ήταν μαζί τους. Κι ο Μίμης φυσικά δεν θα' λειπε από την εκκλησία και το τραπέζι, περίμενε όμως ότι θα την πήγαινε μια μικρή εκδρομή ή έστω μια μεγάλη βόλτα, τη Δευτέρα του Πάσχα – όπως το συνήθιζαν οι δυο τους.

Ο Μίμης έδειξε κατανόηση, της εξήγησε όμως πώς είχε η κατάσταση – με έναν τρόπο που την έκανε να αισθανθεί και λίγο ένοχη για το παράπονό της. Και το ήξερε ότι δεν ήταν αυτές οι ανόητες ενοχές που συχνά νιώθουν όσοι και όσες επίτηδες χαντακώνουν την αυτοεκτίμησή τους. Ο Μίμης ήταν πραγματικά αγχωμένος. Η δουλειά που έπρεπε να φέρει σε πέρας μέχρι τη Δευτέρα του Θωμά ήταν πολύ σημαντική. Πίστευε ότι από αυτήν θα κρινόταν σε μεγάλο βαθμό η προαγωγή του, την οποία φυσικά επιθυμούσε διακαώς όπως κάθε επαγγελματίας που νοιαζόταν για την καριέρα του. Ήξερε ότι υπήρχαν αστάθμητοι παράγοντες, ήθελε όμως εκείνος να κάνει το καλύτερο δυνατό για τον εαυτό του.

Το βράδυ της Ανάστασης, στο φαινομενικά ατέλειωτο διάστημα των λίγων λεπτών ανάμεσα στο Δεύτε λάβετε φως και το Χριστός Ανέστη, σκέφτηκε το πόσα πολλά είχε καταφέρει με τις δικές του δυνάμεις, στη δουλειά και την προσωπική του ζωή. Ήξερε ότι κατά κανόνα δεν είχε τίποτα να φοβάται. Αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι, ήδη από το απόγευμα της προηγούμενης μέρας, ο κανόνας αυτός είχε αποκτήσει μια σημαντική εξαίρεση.


51

Η Εύα δεν ζήτησε από τον Παντελή να την πάει στην Ακρόπολη. Ίσως γιατί οι άλλοι δύο μεγάλοι λόφοι της πόλης κάλυπταν τις ανάγκες τους, ο μεν Λυκαβηττός τις ρομαντικές, τα δε Τουρκοβούνια τις αρχαιολογικές. Είχαν μάλιστα έτοιμη την απάντηση για την περίπτωση που θα τους ρωτούσαν κάποιοι, ας πούμε οι μηχανικοί της Φροντιέρρα – αν βέβαια αποφάσιζαν να αφήσουν κατά μέρος το ψυχρό τους προσωπείο, πράγμα εξαιρετικά απίθανο. Στο ερώτημα Γιατί όχι Ακρόπολη;, λοιπόν, θα έλεγαν απλά ότι τόσο ο Λυκαβηττός όσο και τα Τουρκοβούνια είναι ψηλότερα από τον Ιερό Βράχο.

Για μια ακόμη φορά, οι δυο τους έβλεπαν το ηλιοβασίλεμα από την πλαγιά του Λυκαβηττού, μετά από την πολλοστή μέρα δουλειάς. Η Εύα του είχε υποσχεθεί μια λεπτομερή περιγραφή των ευρημάτων και των προβληματισμών της. Η ώρα είχε φτάσει. Ο Παντελής ήταν όλος αυτιά.

Δεν δοκίμασε κάποια ιδιαίτερη έκπληξη όταν άκουσε ότι η υπόγεια στοά στα Τουρκοβούνια περιγραφόταν στο χειρόγραφο του Μοντσερράτ. Πιο εντυπωσιακές ήταν οι λεπτομέρειες από την στοά του πρώτου λόφου, του πρώτου σε μέγεθος υψώματος της πραγματικής επταλόφου, όπως αποκαλούσαν την πρωτεύουσά τους οι καταλανοί κύριοι του δουκάτου των Αθηνών. Με πρώτη απ' όλες, τη λύση στο μικρό αίνιγμα με το μισό μίλι.

Η απόσταση αυτή ήταν συμβολική. Ισοδυναμούσε με το πλάτος της Ιερουσαλήμ από άκρη σε άκρη. Σε ιστορικά χειρόγραφα, όπως αυτό του ισπανικού μοναστηριού, δεν σπάνιζαν παρόμοιες αναφορές. Στην περίπτωση των Τουρκοβουνίων, το μισό μίλι ήταν η απόσταση ανάμεσα στο στόμιο και σε ένα κομβικό σημείο της υπόγειας διαδρομής. Ένα σημείο που ανακάλυψε η Εύα, όπως είπε, σε μια εξερεύνηση που έκανε μόνη της, χωρίς τον Παντελή αλλά με τον Ντεφλόρ, ανήμερα την Κυριακή του Πάσχα.

Ο Παντελής θυμήθηκε ότι το μισό μίλι το είχαν υπολογίσει από την επιφάνεια. Η Εύα όμως μιλούσε για την ίδια απόσταση στο εσωτερικό του λόφου. Τελικά τι από τα δύο ίσχυε; Η απάντηση ήρθε αμέσως: Και τα δύο.

Με τη βοήθεια του γεωτρύπανου, που άρχισε να λειτουργεί ήδη από την επομένη της εγκατάστασής του – δηλαδή από το Μεγάλο Σάββατο – είχαν ανακαλυφθεί δύο πράγματα. Το ένα το ήξερε ο Παντελής: ότι η θεμελίωση του ναού θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα ενισχυμένη. Η βραχομάζα έδειχνε να έχει μεγάλα κενά, στα τρία διαφορετικά σημεία στα οποία έγιναν οι δοκιμαστικές γεωτρήσεις των πρώτων ημερών. Το δεύτερο ήταν αυτό που διαπίστωσε η Εύα: ότι αυτά τα κενά έδειχναν να έχουν μια κανονικότητα και συμμετρία στη μορφή τους, σαν να ήταν φτιαγμένα από άνθρωπο και όχι από τις απρόσωπες δυνάμεις της φύσης. Οι ορθές γωνίες και η απόλυτη καθετότητα τα έκαναν να μοιάζουν με φρεάτια ανελκυστήρα.

Με λίγα λόγια, ακριβώς κάτω από την περιοχή που θα χτιζόταν ο ναός του Σωτήρος, υπήρχαν ενδείξεις ότι είχε ήδη κατασκευαστεί, κάποτε, κάτι άλλο. Κάτι, για το οποίο γνώριζαν ελάχιστοι. Μεταξύ τους, ο ανώνυμος χρονογράφος του Μοντσερράτ, η Εύα, και τώρα ο Παντελής. Και κανείς άλλος.

Ο Παντελής ήθελε να ρωτήσει την Εύα το αυτονόητο: Δεν θα έπρεπε να το μάθει η αρμόδια εφορεία αρχαιοτήτων; Αυτό ήταν ένα ερώτημα που δεν αφορούσε μόνο το τελευταίο εύρημα αλλά ολόκληρη την έρευνα της αρχαιολόγου. Συγκρατήθηκε και δεν το διατύπωσε εκείνη τη στιγμή.


52

Πέρασε η Δευτέρα του Θωμά, και η Τρίτη. Την Τετάρτη, ο Μίμης γύρισε σπίτι του με μεγάλο πονοκέφαλο. Σαν να έμπαινε γεωτρύπανο στο κεφάλι του.

Ζήτησε από τη Σωτηρία να τον αφήσει μόνο του. Στην ανάγκη, να πήγαινε σε κάποια γειτόνισσα για καφέ, ή όπου αλλού ήθελε. Εκείνη έφυγε, χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Ο Μίμης αναστέναξε με ανακούφιση. Όχι επειδή θα είχε την ευκαιρία να ξεκουραστεί. Αλλά επειδή την ώρα του τηλεφωνήματος δεν θα είχε κανέναν πάνω απ' το κεφάλι του ή οπουδήποτε κοντά. Στη συνομιλία αυτή δεν χρειαζόταν άλλους ακροατές.

Η ιδιαιτέρα του Υπουργού δεν μπορούσε να γίνει πιο ακριβής. Μόλις έφυγε για το γραφείο του Πρωθυπουργού, κύριε Μπούσουλα, του είχε απαντήσει. Ο Μίμης ήταν αρκετά έμπιστος ώστε εκείνη να μπορεί να του αποκαλύψει τα κατατόπια του προϊσταμένου της. Συνήθως οι συσκέψεις με τον Πρωθυπουργό κρατούσαν γύρω στο δίωρο. Ο Μίμης είχε λοιπόν τον χρόνο να πάει στο σπίτι του και να περιμένει εκεί την υλοποίηση της υπόσχεσης που έδωσε για λογαριασμό του Υπουργού η συνεργάτις του: Θα σας τηλεφωνήσει εκείνος όταν επιστρέψει.

Αν κάποιος έλεγε την ώρα της αναμονής στον Μίμη ότι το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία, εκείνος δύσκολα θα συγκρατούσε τα νεύρα του.

Το χτύπημα του τηλεφώνου τον έκανε να τιναχτεί. Προσπάθησε να ελέγξει τις αντιδράσεις του αλλά το χέρι που κρατούσε το τσιγάρο έτρεμε. Σήκωσε το ακουστικό με το άλλο. Κι εκείνο έτρεμε.

Στο τηλέφωνο ήταν ο ίδιος ο Πίπης. Ο Μπούσουλας καλησπέρισε και μπήκε κατευθείαν στο θέμα. Με τον τρόπο του.

Ο πάγος έσπασε, είπε στον Υπουργό.

Πώς έγινε; ρώτησε εκείνος.

Είναι τραγικό. Μάλλον – απάντησε ο Μίμης. Με αυτόν τον λιτό και αναγκαστικά κρυπτογραφικό τρόπο του μετέφερε, πιο συμπυκνωμένα δε γινόταν, τις εξελίξεις εκείνης της μέρας στη Σταδίου. Του ήταν αδύνατο βέβαια να αναπαραστήσει τη συνάντηση στο γραφείο του Γενικού. Τη συζήτηση, ή μάλλον το μονόλογο του Γενικού απέναντι στον ίδιο και τον Χρήστου. Την κίτρινη απόχρωση που πήρε ολόκληρο το πρόσωπο του Χρήστου – μέχρι και τα μάτια του τού φάνηκε πως κιτρίνισαν.

Το βασικό νόημα όμως το είχε καταλάβει ο Πίπης. Το πρόδιδε η σιγή του, που κράτησε μερικά λεπτά και ήταν σημάδι ότι ο Υπουργός σκεφτόταν πολύ προσεκτικά ποια θα ήταν η επόμενη φράση του. Από τα λεγόμενα του Μίμη ήταν φανερό ότι η υπόθεση Τάμα, και συγκεκριμένα η συσχέτιση ανάμεσα στο ερανικό δάνειο και τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, είχε ξεφύγει από τον έλεγχο των λίγων ανθρώπων που υποτίθεται ότι είχαν την αποκλειστική της διαχείριση.

Η πρώτη σκέψη του Μίμη, την ώρα που ξεκίνησε το λογύδριό του ο Γενικός, ήταν ότι το προπέτασμα καπνού – η διοχέτευση της πληροφορίας για τη δήθεν ματαίωση της μελέτης – δεν ήταν αρκετό. Σε μια καταλληλότερη στιγμή θα αναζητούσε τις αιτίες, το τι πήγε στραβά. Ήδη είχε μια πιθανή εκδοχή, που την εξέφρασε με τη λέξη τραγικό – που με τη σειρά της προέρχεται από τη λέξη τράγος, συνήθη απαξιωτικό χαρακτηρισμό για τους μουσάτους ορθόδοξους ιερωμένους. Το αμεσότερό του πρόβλημα ήταν όμως άλλο. Γι' αυτό και πήρε τον Πίπη. Γι' αυτό και εκείνος, αφού σκέφτηκε κάμποσο, κατέληξε στην πρόταση που και ο ίδιος ο Μίμης ήλπιζε να του κάνει. Γι' αυτή την πρόταση δε χρειαζόταν κρυπτογράφηση.

Πάμε για μια παρτίδα σκάκι, πρότεινε ο Υπουργός – και ο Μίμης ήξερε ότι στο επόμενο πεντάλεπτο θα έπρεπε να μπει στο αυτοκίνητό του και να κατευθυνθεί προς το σημείο όπου θα κατευθυνόταν και ο Πίπης. Έβαλε μπρος τη μηχανή και πάτησε το γκάζι για να τη ζεστάνει δίνοντας στροφές. Μακάρι να μπορούσε να τις δώσει και τις μισές από τις αμέτρητες στροφές που έπαιρνε εκείνη την ώρα το μυαλό του. Το οποίο σίγουρα δεν προβληματιζόταν από τα φώτα που ο Μίμης άφησε αναμμένα φεύγοντας, ούτε από την παράλειψή του να αφήσει σημείωμα για τη Σωτηρία – ούτε, τέλος, από το αν θα έβρισκε ή όχι παρκάρισμα κοντά στο σημείο συνάντησης.


53

Στο Παντείχι πήγε αρκετές φορές. Πότε με το τραίνο, πότε με το λεωφορείο, ακόμα και με τα πόδια καμιά φορά, ειδικά τις καλοκαιρινές Κυριακές που είχε έξοδο. Κάποτε μόνος και κάποτε με τον Ευτύχη, στον οποίο όμως δεν ανέφερε το λόγο των επισκέψεών του στο χωριό με τα χαμηλά προσφυγικά σπίτια, στην πλαγιά λίγο πάνω από την Αυλίδα.

Όχι ότι μπόρεσε, ακόμα κι όταν ήταν μόνος του, να προχωρήσει πολύ τις αναζητήσεις του. Στο Παντείχι οι πόρτες έδειχναν ακόμη πιο ερμητικά κλειστές απ' αυτές που είδε στου Προμπονά. Στη θέα του φαντάρου, οι κάτοικοι κλείνονταν, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά. Ο μικρασιάτης, έστω και δυο γενιές μετά τον ξεριζωμό, έστω κι αν τα παιδιά του είχαν πολεμήσει το σαράντα και τα εγγόνια του ντύνονταν στο χακί σήμερα, δεν μπορούσε να βγάλει από μέσα του την ιδέα ότι το ελληνικό κράτος έστηνε τα στρατόπεδα δίπλα στους συνοικισμούς του, μη τυχόν και ξεφύγει από τον έλεγχό του αυτό το ατίθασο στοιχείο.

Καφενείο με Αρίσταρχο δεν βρήκε ο Σωκράτης. Λίγες ήταν οι πόρτες που χτύπησε – και απ' όλες αποθαρρύνθηκε. Δεν βρήκε κανένα ίχνος του Κώστα του ρεμπέτη, ούτε του γιου του τού Γιώργη. Είχε τουλάχιστον την μικρή παρηγοριά ότι ένιωσε από κοντά την ατμόσφαιρα του χώρου που εκείνοι είχαν ζήσει.

Ένιωθε επίσης ότι με τον Ευτύχη είχε αρκετά να πει. Και όχι μόνο για το νησιώτικο ποδόσφαιρο, με τα ξερά γήπεδα και το τοπικιστικό πάθος. Ο Ευτύχης σχολίαζε με το δικό του τρόπο την οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου και της περιοχής του. Μέσα από την υπερβολή των αφηγήσεων και των χαρακτηρισμών του φίλου του, ο Σωκράτης έβλεπε αρκετά κοινά με το δικό του νησί, τη δική του μικρή κοινωνία.

Ο Ευτύχης, εκτός από οξυδερκής και γλαφυρός, φαινόταν και διαβασμένος. Μιλούσε συχνά για την ιστορία του νησιού του, ξεκινώντας από τα προϊστορικά χρόνια και πιάνοντας όλες τις φάσεις μέχρι και τον Πρώτο Παγκόσμιο. Τους μυθικούς ήρωες διαδέχονταν οι σοφοί, οι ρωμαίοι και βυζαντινοί, οι πάσης φύσεως πειρατές, οι τούρκοι κατακτητές και, τέλος, οι ντόπιοι επαναστάτες.

Ειδικά τα γεγονότα των αρχών του εικοστού αιώνα, λες και είχαν βγει με καρμπόν από το ένα νησί στο άλλο. Αυτό καταλάβαινε ο Σωκράτης, αν και στη συγκεκριμένη εποχή – μια και ήταν πρόσφατη – ο Ευτύχης αναφερόταν μόνο με μισόλογα.

Κάπως έτσι περνούσε ο καιρός στο Παντείχι, στη Χαλκίδα και στο δρόμο ή το σιδηρόδρομο που τα ενώνει. Μέχρι που, ένα καλοκαιρινό βράδυ, ήρθε η ώρα της μετάθεσης. Και για τους δύο.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Κεφάλαια 46 έως 48


46

Συνήθως, τα πρωινά της Μεγάλης Παρασκευής δεν άκουγες τίποτε άλλο παρά μόνο τον ήχο της πένθιμης καμπάνας.

Εκείνο το πρωί στα Τουρκοβούνια, αν και Μεγάλη Παρασκευή, δεν ακουγόταν μόνο η καμπάνα. Για την ακρίβεια, υπήρχε μια περιοχή όπου έπρεπε να προσπαθήσεις πολύ για να την ακούσεις.

Η εκφόρτωση του εξοπλισμού της Φροντιέρρα αποδείχτηκε ως εργασία πολύ περισσότερο θορυβώδης απ' όσο αναμενόταν. Ο Παντελής είχε την ελπίδα ότι οι χειριστές των μηχανημάτων αλλά και οι τρεις καμπαλέρος, όπως τους αποκαλούσαν με την Εύα (πιο πολύ για συντομία παρά από σκωπτική διάθεση), θα φορούσαν ωτασπίδες, για το καλό τους.

Θα ήθελε επίσης, αν γινόταν, να έχουν κλειστά τα αυτιά τους και οι κάτοικοι των γύρω σπιτιών. Αν και τυπικά δεν επρόκειτο για διατάραξη κοινής ησυχίας, αρκετοί θα έβρισκαν προκλητικό αυτόν τον θόρυβο, την κατεξοχήν ιερή μέρα των Ορθοδόξων. Ο μέσος πολίτης είχε αποδεχτεί στωικά ή και μοιρολατρικά τον περιορισμό των πολιτικών του ελευθεριών, δεν ήταν όμως καθόλου βέβαιο ότι θα παρέμενε το ίδιο αδρανής απέναντι σε ό,τι τον ξεβόλευε και τον έβγαζε από συνήθειες, κεκτημένα δικαιώματα και έθιμα. Ο κάτοικος της περιοχής γύρω από τη θέση του μελλοντικού ναού θα ένιωθε έτσι κι αλλιώς με χίλιους δυο τρόπους ότι κάτι αλλάζει: εκτάσεις δεσμεύτηκαν, κόσμος κυκλοφορούσε και μετρούσε, σε λίγο θα στηνόταν το γεωτρύπανο, κάποια στιγμή ίσως ξεκινούσε κι η κατασκευή. Ήταν ανάγκη όλη αυτή η φασαρία μεγαλοβδομαδιάτικα, και μάλιστα την ώρα της Αποκαθήλωσης;

Αυτές οι πιθανές παρενέργειες στενοχωρούσαν τον Παντελή περισσότερο ακόμα κι απ' το γεγονός ότι ήταν κι αυτός αναγκασμένος να βρίσκεται εκεί. Ονειρευόταν να πάει με την Εύα στον Άη Γιώργη του Λυκαβηττού και να παρακολουθήσουν εκεί την ακολουθία. Τουλάχιστον παρηγοριόταν από το ότι ήταν πλάι του, παρακολουθώντας κι εκείνη – από μια απόσταση – τη διαδικασία της εκφόρτωσης και αμέσως μετά της εγκατάστασης.

Λίγο μετά τις δώδεκα τον πήρε από το χέρι και του έκανε νόημα να προχωρήσουν προς τη μεριά της Κυψέλης. Ξεκίνησε να περπατά μαζί της αλλά ελευθέρωσε απαλά το χέρι του. Μόλις απομακρύνθηκαν λίγο, τόσο ώστε να ακούγονται μεταξύ τους, η Εύα του εξήγησε ότι ήθελε να του δείξει κάτι ενδιαφέρον. Σταμάτησε για λίγο και τον κοίταξε στα μάτια.

Πόσα μέτρα περίπου είμαστε από τη θέση του ναού; τον ρώτησε. Ο Παντελής γύρισε προς τα πίσω, λογάριασε και απάντησε ότι ήταν περίπου εκατόν σαράντα. Βρίσκονταν πια αρκετά μακριά από το πλησιέστερο σπίτι, περιπλανώμενοι ανάμεσα σε βράχια και θάμνους. Δέκα λεπτά αργότερα σταμάτησαν και του ξανάκανε την ίδια ερώτηση. Αυτή τη φορά ο Παντελής ήταν λιγότερο βέβαιος αλλά μίλησε για οχτακόσια με εννιακόσια μέτρα.

Κοίταξε κι αυτός τώρα την Εύα στα μάτια και είδε ότι το πρόσωπό της έλαμπε. Μισό μίλι δηλαδή!, είπε σχεδόν φωνάζοντας. Απορημένος από τη χρήση αυτής της αγγλοσαξονικής μονάδας μέτρησης στην Ελλάδα και μάλιστα μακριά από τη θάλασσα, παρ' όλα αυτά ένευσε καταφατικά. Η Εύα διαισθάνθηκε την απορία του και του εξήγησε ότι το μίλι χρησιμοποιούνταν και στην ηπειρωτική Ευρώπη και μάλιστα ήδη από τον καιρό των ρωμαίων. Πράγματι, ο Παντελής θυμόταν από το μάθημα της φυσικής ότι η προτυποποίηση των μέτρων και σταθμών ήταν μια σχετικά πρόσφατη εξέλιξη. Εξακολούθησε όμως να μην καταλαβαίνει τον ενθουσιασμό που έδειξε η Εύα για το μισό μίλι.

Και πάλι, η Εύα μάντεψε την απορία του. Αυτή τη φορά δεν του εξήγησε αλλά περπάτησε άλλα δέκα βήματα, μέχρι το σημείο που ο βράχος έκανε ένα κοίλωμα. Περίμενε να έρθει και εκείνος δίπλα της και μετά του έδειξε με το χέρι της την εσοχή, που είχε πλάτος περίπου τρία μέτρα στο κάτω μέρος της, και ύψος άλλα τόσα.

Το κοίλωμα έδειχνε αρκετά ομαλό, σχεδόν κυλινδρικό, σαν την κόγχη που έχουν οι περισσότεροι ορθόδοξοι ναοί στο ιερό. Το δίχως άλλο, ήταν ένας ενδιαφέρων γεωλογικός σχηματισμός. Αυτό, πάνω κάτω, είπε και ο Παντελής στην Εύα, απαντώντας στην ερώτηση που συνόδευε το νόημα που έκανε με το χέρι: Τι βλέπεις εδώ;

Η Εύα κατόπιν περπάτησε προς την εσοχή, κοντά στο δεξιό της άκρο. Τον φώναξε κοντά της για να κοιτάξει κι εκείνος από την ίδια γωνία, τη μοναδική γωνία από την οποία φαινόταν αυτό που έκανε ακόμα πιο ενδιαφέρον, από γεωλογικής – και όχι μόνο – πλευράς, αυτό το κοίλωμα του βράχου.

Κοντά στην οροφή της εσοχής, ο βράχος είχε μια ασυνέχεια. Διατηρούσε το ίδιο κοίλο σχήμα αλλά το δεξί μέρος ήταν μετατοπισμένο προς τα μέσα, σαν το αόρατο χέρι της Δημιουργίας να είχε φτιάξει δύο συμμετρικά τμήματα που ποτέ δε συναρμολογήθηκαν.

Και τότε η Εύα εξήγησε στον Παντελή ότι το αποτέλεσμα των περιηγήσεών της μαζί με τον Ντεφλόρ ήταν το πρώτο της αρχαιολογικό εύρημα στην Αθήνα. Και μάλιστα χωρίς να χρειαστεί ανασκαφή.


47

Κόντεψαν να του βγουν τα μάτια. Έψαξε τον πολεοδομικό χάρτη μέχρι το τελευταίο χιλιοστό. Η μόνη οδός με αυτό το όνομα ήταν αυτή που είχε ήδη περπατήσει. Σε κανέναν άλλο δήμο δεν υπήρχε οδός Κιάφας. Και σ' αυτήν του κέντρου της Αθήνας δεν υπήρχε το σαρανταέξι.

Η αναζήτηση του πήρε όλο το δεύτερο απόγευμα. Θα έμενε άλλη μια μέρα. Οι δουλειές που απόμεναν να κάνει ήταν ελάχιστες. Το αδιέξοδο της αναζήτησής του, όμως, σήμαινε ότι δεν είχε και πολλά να κάνει την τελευταία μέρα της παραμονής του στην πρωτεύουσα. Τζίφος το τηλέφωνο, τζίφος και η οδός.

Το επόμενο πρωί, μη έχοντας κάτι καλύτερο να κάνει, αποφάσισε να χαρίσει στον εαυτό του την απόλαυση ενός καφέ στα υπαίθρια καθίσματα ενός ζαχαροπλαστείου στο Σύνταγμα. Πήρε μαζί του και ένα σημειωματάριο, ελπίζοντας ότι θα βρει την ηρεμία για να τακτοποιήσει τις σκέψεις του. Η μέρα ήταν όμορφη, φωτεινή χωρίς να είναι υπερβολικά ζεστή. Στην πλατεία είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν ανοιξιάτικοι τουρίστες, επισκέπτες της Ακρόπολης, της Πλάκας και των άλλων αξιοθέατων που κρατούσαν στοιχειωδώς ελκυστική την Αθήνα που μεγάλωνε και ασχήμαινε.

Βλέποντας και ακούγοντας τόσο πολλούς χαρούμενους και ξέγνοιαστους ανθρώπους γύρω του, δυσκολεύτηκε να συγκεντρωθεί. Με μεγάλη προσπάθεια το μυαλό του μεταφέρθηκε τελικά στου Προμπονά και στην αφήγηση του καφετζή. Ο Σωκράτης σκεφτόταν πόσο τυχερός ήταν που βρήκε τον κατάλληλο άνθρωπο, έναν πραγματικό γνώστη της γειτονιάς και των κατοίκων της. Ανάμεσα στις χιλιάδες των ανθρώπων που είχαν παρελάσει από το καφενείο τα τελευταία σαράντα χρόνια, ο Αρίσταρχος θυμόταν ότι γύρω στο τριάντα ή το τριανταπέντε σύχναζε εκεί τα απογεύματα ένας λαϊκός τραγουδιστής και οργανοπαίχτης, που μάλιστα πολλές φορές έφερνε μαζί τον τζουρά του, για δική του εξάσκηση αλλά και προς τέρψη των άλλων θαμώνων. Κάποιες φορές που δεν είχε το βράδυ να εμφανιστεί σε κάποιο κουτούκι ή γλέντι, καθόταν στον καφενέ, έπαιζε και τραγουδούσε μέχρι αργά. Ποτέ δεν είχε δεχτεί να πάρει λεφτά, είτε από τον Αρίσταρχο είτε από ρεφενέ που πήγαν κάποιες φορές να βάλουν οι πελάτες.

Ο Κώστας, έτσι λεγόταν ο ρεμπέτης του Προμπονά, νοίκιαζε ένα δωμάτιο μαζί μ' ένα φίλο του, ο οποίος όμως δεν εμφανιζόταν τόσο συχνά στο καφενείο. Απ' ό,τι θυμόταν ο Αρίσταρχος, ο άνθρωπος αυτός – Γιάγκο τον λέγανε – ήταν αγέλαστος και λιγομίλητος αλλά με λαμπερό βλέμμα. Όταν περπατούσε κούτσαινε λίγο και απ' ό,τι λέγανε τα κουτσομπολιά τη ζημιά την είχε πάθει σε κάποιον πόλεμο. Δεν θυμόταν σε ποιον, και λίγη σημασία είχε. Κανείς δε ρώταγε τότε τις λεπτομέρειες, όλοι όσοι είχαν ζήσει το δώδεκα, το δεκατέσσερα, το δεκαεπτά, το εικοσιδύο, ήθελαν απλά να τα ξεχάσουν και να κοιτάξουν μπροστά.

Ο Κώστας κι ο Γιάγκος κάποια στιγμή έπαψαν να' ρχονται. Μετακόμισαν αλλά κανείς δε γνώριζε για πού. Ήξεραν μόνο ότι ο Κώστας είχε γίνει μόνιμος σ' ένα στέκι στην Καισαριανή.

Μόνο τον καιρό της Κατοχής εμφανίστηκε κάποια φορά ο Γιάγκος. Ήταν περαστικός, κατέβαινε απ' τη Θεσσαλονίκη και θα έφευγε για το νησί όταν θα' βρισκε καράβι. Ο Αρίσταρχος τον ρώτησε μήπως ήξερε για τον Κώστα κι εκείνος απλά μουρμούρισε ότι γίνηκ' ο τζουράς μπουζούκι, μεγάλος και τρανός είχε γίνει ο Κώστας, υπονοώντας το δίχως άλλο ότι είχε ξεχάσει τους παλιούς του φίλους.

Πέρασαν κάμποσα χρόνια και κάποια μέρα ο Αρίσταρχος διαπίστωσε ότι ο τζουράς δεν είχε γίνει μπουζούκι. Το μαγικό οργανάκι του Κώστα ξαναμπήκε μια μέρα στο καφενείο. Υπήρχε. Κι ήταν ίδιο κι απαράλλαχτο. Το κρατούσε όμως κάποιος άλλος. Ένας νεαρός.

Δε χρειάστηκε να μου πει ότι ήταν ο γιος του Κώστα, είπε ο Αρίσταρχος στο Σωκράτη. Ο καφετζής το κατάλαβε από την πρώτη στιγμή. Κι όχι από κάποια τρομερή ομοιότητα στις φυσιογνωμίες πατέρα και γιου, αλλά από δύο πράγματα.

Πρώτον, από τον τρόπο που κρατούσε τον τζουρά, στο ένα του χέρι, ανάλαφρα σαν να ήταν προέκταση του σώματός του. Ίσως να είχαν κι άλλοι αυτή την εξοικείωση και άνεση, ο Αρίσταρχος πάντως τον Κώστα θυμόταν.

Δεύτερον, από τον ίδιο τον τζουρά. Το αποκλείετε όμως απλά να έμοιαζαν; απόρησε ο Σωκράτης. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι ήταν αυτό που θα' κανε ένα μικρό μπαγλαμαδάκι να ξεχωρίζει από κάποιο άλλο. Ώσπου ο Αρίσταρχος του εξήγησε.

Ναι, ήταν ένας τζουράς όμοιος με εκατοντάδες ή χιλιάδες άλλους – στο σχήμα, στο χρώμα, στο μέγεθος, σε όλα εκτός από ένα πράγμα. Ένα σημάδι – μαρκαρισμένο πάνω στο ηχείο, μικρό αλλά χαρακτηριστικό.

Ένα σημάδι ίδιο μ' αυτό που έδειξε, σχεδόν συνωμοτικά, ο Σωκράτης στον Αρίσταρχο, στο πίσω μέρος μιας φωτογραφίας. Η στάμπα με τα τέσσερα τετράγωνα, δύο κόκκινα και δύο μπλε.


48

Ήταν ένας καινούργιος κόσμος. Και τον έβλεπε με τα μάτια του.

Δεν έβλεπε βέβαια πολλά. Μόνο όσα μπορούσε να φωτίσει κάθε φορά ο φακός της Εύας. Ούτε ήταν κάποια εντυπωσιακή θέα. Κι ακόμη, δεν μπορούσε να απολαύσει το θέαμα – ο χώρος ήταν στριμωγμένος κι ο αέρας λιγοστός και κορεσμένος.

Το σώμα του ένιωθε άβολα. Αυτό όμως δεν είχε σχεδόν καμία σημασία μπροστά στο ότι έβλεπε μια όψη της Αθήνας που δεν την είχε ποτέ φανταστεί.

Βρισκόταν μέσα σε μια στοά. Ή σε μια σπηλιά. Δεν ήταν ξεκάθαρο αν ο υπόγειος αυτός διάδρομος ήταν ανθρώπινο δημιούργημα ή φυσικός σχηματισμός. Οι διαστάσεις του ήταν ακανόνιστες, το ύψος και το πλάτος αυξομειώνονταν, χωρίς η κάθε διάσταση να περνά το ενάμισι μέτρο. Η κατά μήκος κλίση ήταν όμως ομαλή, μια απαλή κατηφόρα. Επίσης, οι στροφές του, εναλλάξ δεξιά και αριστερά, έδειχναν σαν χαραγμένες στο χαρτί, σαν σε μελέτη οδοποιίας.

Μπροστά τους υπήρχε το άγνωστο. Πίσω τους, ο μίτος της Αριάδνης, ένα κουβάρι σπάγγου που ξετυλιγόταν, με το ένα του άκρο δεμένο σε έναν πάσσαλο δίπλα στο στόμιο – στο κοίλωμα του βράχου. Ο μίτος τελείωσε. Η Εύα κοίταξε τον Παντελή και γύρισε τον φακό στο πρόσωπό του. Εκείνος, κλείνοντας τα μάτια, της έκανε νόημα να συνεχίσουν.

Προχωρούσαν σκυφτοί, κάποτε έρποντας ή γυρίζοντας στο πλάι για να χωρέσουν στα στενά σημεία. Σε αρκετά σημεία το βραχώδες τοίχωμα είχε προεξοχές που τους δυσκόλευαν ή και τους πονούσαν. Υπήρχαν όμως και μέρη όπου ήταν απίστευτα ομαλό, σαν να είχε πελεκηθεί. Αρκετές φορές η Εύα σταματούσε σε τέτοια σημεία, έστρεφε τον φακό στο πλάι και στην οροφή και τα εξέταζε με προσοχή. Δεν έδειχνε και τόσο εκστασιασμένη. Ο Παντελής υπέθεσε ότι θα είχε, ως αρχαιολόγος, πραγματοποιήσει και άλλες τέτοιες υπόγειες διαδρομές στη ζωή της.

Από το πέρασμα του χρόνου και την ιδιαίτερη, αλλά προβλέψιμη, αίσθηση του χώρου όπου βρίσκονταν, υπολόγιζαν ότι είχαν διανύσει ήδη τρεις φορές την απόσταση του μίτου. Θα το μετρούσαν αργότερα το κουβάρι, σίγουρα όμως το περπάτημα που είχαν κάνει στο εσωτερικό του λόφου ήταν πολύ λιγότερο από μισό μίλι. Ζήτημα ήταν αν είχαν ξεπεράσει τα διακόσια μέτρα. Σύντομα θα έπρεπε να πάρουν το δρόμο της επιστροφής, αν και το υπόγειο μονοπάτι παραήταν ελκυστικό για να διακόψουν τόσο νωρίς την περιήγησή τους.

Ο αεικίνητος φακός της Εύας σταμάτησε σ' ένα σημείο στ' αριστερά. Στο βράχο ήταν χαραγμένες τρεις κάθετες γραμμές, η μία πλάι στην άλλη. Το μήκος της καθεμιάς τους ήταν περίπου είκοσι εκατοστά. Τις παρατήρησαν χωρίς να πουν τίποτα. Προχώρησαν λίγο παρακάτω. Η Εύα συνέχιζε να ψάχνει δεξιά κι αριστερά, αλλά ο φακός της επέμενε στο ίδιο περίπου ύψος μ' αυτό που είχαν βρει τις κάθετες γραμμές – περίπου ένα μέτρο ψηλότερα από το δάπεδο.

Όταν ξανασυνάντησαν κάθετες γραμμές στο βράχο, ήταν κι οι δυο τους σίγουροι ότι δεν ήταν τυχαίο. Σαν να πλησίαζαν σιδηροδρομική διάβαση, το σημάδι επαναλαμβανόταν αλλά αυτή τη φορά οι τρεις γραμμές είχαν γίνει δύο. Με μεγαλύτερη σιγουριά προχώρησαν και λίγο παρακάτω εντόπισαν μια μονή γραμμή, στ' αριστερά κι αυτή και στο ύψος του ενός μέτρου από το δάπεδο.

Ο αέρας φάνηκε να λιγοστεύει κι άλλο, ο Παντελής με την Εύα όμως συνέχισαν, περιμένοντας να δουν κάτι να αλλάζει – ένα άνοιγμα, ένα βάραθρο ή κάποιο άλλο εντυπωσιακό φαινόμενο που θα δικαιολογούσε αυτή τη σήμανση με τις κάθετες γραμμές. Προχωρούσαν, κοιτάζοντας πάντα στα αριστερά τους, μέχρι τη στιγμή που η Εύα, απρόσμενα, σκόνταψε κάπου, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος.

Μαζί με την Εύα έπεσε και ο φακός, με αποτέλεσμα να σπάσει. Ο Παντελής είχε προλάβει να σταματήσει. Ρώτησε την Εύα αν είναι εντάξει – ευτυχώς ένιωθε ότι μάλλον είχε γλιτώσει το κάταγμα – και στη συνέχεια τη βοήθησε να σηκωθεί. Είχαν μπροστά τους τώρα μια δύσκολη αποστολή. Έπρεπε να γυρίσουν πίσω, περπατώντας στα σκοτεινά. Μετά από αρκετή ώρα, κατάφεραν να διανύσουν το μισό μίλι ή όση τέλος πάντων ήταν η απόσταση που χώριζε το παράξενο εξόγκωμα του εδάφους από το στόμιο αυτού του παράξενου υπόγειου διαδρόμου.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Κεφάλαια 43 έως 45


43

Οι διατυπώσεις που χρειάζονταν για να πάει κανείς στην πρωτεύουσα ήταν λιγότερες απ' ό,τι για να βγάλει διαβατήριο. Και η αφορμή ήταν εύκολο να βρεθεί. Δυο φορές το χρόνο κάποιος από την οικογένεια πήγαινε για μια βδομάδα στην Αθήνα για ν' αγοράσει εργαλεία, αναλώσιμα και άλλα υλικά για τις πάσης φύσεως δουλειές της οικογένειας. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια πήγαινε ο Νικόλας. Εκείνη τη χρονιά προσφέρθηκε ο Σωκράτης. Η υπόλοιπη οικογένεια ξαφνιάστηκε αλλά και χάρηκε με την πρωτοβουλία του μικρού αδελφού. Του κούνησαν το μαντίλι στο λιμάνι και μεταξύ τους είχαν να λένε για το φιλότιμό του.

Ο ίδιος έφτασε στον Πειραιά ταλαιπωρημένος από το πολύωρο ταξίδι και την κυματώδη θάλασσα. Με τον ηλεκτρικό ανέβηκε στην Ομόνοια και περπάτησε μέχρι το ξενοδοχείο της Σατωβριάνδου, το ίδιο όπου έμεναν πάντα – στη ρεσεψιόν δούλευε ένας συμπατριώτης τους που τους έβρισκε πάντα δωμάτιο. Ο πατέρας τους δεν ήθελε να υποχρεώνεται σε συγγενείς για τη φιλοξενία. Ήταν μεσάνυχτα και τα βλέφαρά του έκλειναν αλλά η αδημονία του για την επόμενη μέρα τον κράτησε ξύπνιο μέχρι αργά. Δοκίμασε να κάνει ένα μπάνιο για να χαλαρώσει αλλά το νερό ήταν κρύο. Φόρεσε τις πυτζάμες του και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ξανάφερε στο μυαλό του το πρόγραμμα της επόμενης μέρας.

Αφύπνιση στις επτά. Γι' αυτό θα φρόντιζε ο Μανώλης. Πρώτα του είπε τι ώρα να τον ξυπνήσει και μετά του έδωσε την ταυτότητα.

Ένα τετράωρο στην οδό Αθηνάς. Απ' τις οχτώ μέχρι τις δώδεκα θα έκανε τα πρώτα ψώνια. Είχε τρεις μέρες μπροστά του. Ήξερε τι χρειάζονταν, είχε κατάλογο λεπτομερή.

Η συνέχεια επί της οθόνης. Ή μάλλον επί χάρτου. Η πρώτη του φροντίδα το μεσημεράκι θα ήταν να πάει στο γνωστό βιβλιοπωλείο της στοάς και να αγοράσει τον μεγάλο Πολεοδομικό Χάρτη. Εκεί τον είχαν παραπέμψει οι φίλοι του για να μπορέσει να βρει μια άκρη σχετικά με τα άγνωστα τοπωνύμια και τις εξίσου άγνωστες οδούς. Μόνο τότε θα ήταν έτοιμος να ξεκινήσει την αναζήτησή του. Και να αποφασίσει από ποιο σημείο θα την ξεκινούσε.


44

Η κορυφή του λόφου δεν είχε αξιοθέατα. Ούτε λούνα παρκ. Η θέα όμως ήταν εντυπωσιακή. Ειδικά εκείνη την ήσυχη ώρα, με το χάραμα. Έκανε λίγη ψύχρα, τόση όση χρειαζόταν για να σε κρατήσει ξύπνιο. Και ο Παντελής με την Εύα το χρειάζονταν αυτό.

Ο Λυκαβηττός, η Ακρόπολη και όλα τα άλλα υψώματα της πρωτεύουσας βρίσκονταν χαμηλότερά τους και γι' αυτό έδειχναν μικρά, σχεδόν ασήμαντα, σαν συμπυκνωμένα.

Ήταν η δεύτερη φορά που έβλεπαν μόνοι τους τη θέα από εκείνο το σημείο. Η πρώτη ήταν μόλις πριν λίγες ώρες, στη βραδινή τους βόλτα. Τώρα δεν θα' μεναν μόνοι για πολύ ακόμα. Σε λίγο θα έφταναν ο Καρντενάλ, ο Μορένο και ο Ντεφλόρ. Τα είχε μάθει πια τα ονόματά τους και είχε ήδη πάρει μια πρώτη γεύση από τον τρόπο δουλειάς τους, που συνδύαζε την επιστημονική γνώση με την τέχνη και το ένστικτο. Τον περισσότερο χρόνο τους οι άνθρωποι της Φροντιέρρα έβλεπαν, άγγιζαν και άκουγαν το βράχο και το χώμα. Έκαναν βέβαια τις μετρήσεις τους, έπαιρναν δείγματα για δοκιμές, θα έφερναν και ένα γεωτρύπανο που το περίμεναν από τη Βαρκελώνη, έδειχναν όμως να έχουν βγάλει τα βασικά τους συμπεράσματα από δύο μόλις μέρες εργασίας.

Συμπεράσματα που δεν ήταν χωρίς συνέπειες για όποιον ήθελε να μελετήσει ή να κατασκευάσει ναό ή άλλο μεγάλο κτίσμα στη συγκεκριμένη περιοχή των Τουρκοβουνίων. Ναι, ήταν βράχος και όχι χώμα, κι αυτό κατ' αρχήν φαινόταν καλό για τη θεμελίωση. Βράχος από βράχο διαφέρει όμως και ο συγκεκριμένος δεν φαινόταν και τόσο συμπαγής. Οι καταλανοί εξηγούσαν, η Εύα μετέφραζε και ο Παντελής δεν έκρυβε την έκπληξη και την ανησυχία του του. Σαν να διάβασαν το μυαλό του Παντελή, που έτρεξε κατευθείαν στις παλιές ιστορίες των παππούδων για τα κούφια βουνά, έσπευσαν να διευκρινίσουν ότι θεωρούσαν απίθανη την εκτεταμένη σπηλαίωση, μια και ολοφάνερα η θέση που βρίσκονταν ήταν πολύ ψηλότερα από οποιονδήποτε πιθανό υδροφόρο ορίζοντα – με άλλα λόγια, διάβρωση από υπόγεια νερά ήταν απίθανο να υπάρχει. Δήλωναν ωστόσο εντυπωσιασμένοι από τη μορφή του βράχου καθώς και την ύπαρξη πολλών μικρών ή μεσαίων ανοιγμάτων. Δυστυχώς κανένα από αυτά δεν ήταν αρκετά πλατύ ώστε να χωρέσει άνθρωπο. Ούτε καν τη σχετικά πιο μικρόσωμη Εύα. Θα έπρεπε λοιπόν να περιμένουν το γεωτρύπανο.

Υπήρχε αρκετή δουλειά στο μεταξύ. Η Φροντιέρρα θα έκανε το δικό της τοπογραφικό, το οποίο το ανέλαβαν ο Καρντενάλ και ο Μορένο. Ο Ντεφλόρ με την Εύα ήθελαν να γυρίσουν με τα πόδια τα Τουρκοβούνια απ' όλες τις πλευρές, είπαν ένα Αντίο και εξαφανίστηκαν.

Ήταν περασμένες τρεις το απόγευμα. Ο Παντελής θα γύριζε σπίτι. Παρ' όλες τις αβεβαιότητες που ακόμα υπήρχαν σχετικά με τα γεωτεχνικά, η μελέτη του έπρεπε να προχωρήσει. Η ημερομηνία επίσημης προκήρυξης του διαγωνισμού πλησίαζε. Στόχος του ήταν να κερδίσει όσο περισσότερο έδαφος μπορούσε μέχρι εκείνη τη μέρα. Ο πατέρας του δεν ήξερε να του πει την ακριβή προθεσμία υποβολής της μελέτης αλλά ένα πράγμα ήταν βέβαιο: θα ήταν πιεστική, και αλίμονο σε αυτόν που θα άρχιζε απ' το μηδέν όταν θα' βγαινε η προκήρυξη.


45

Το τραίνο ήταν γεμάτο. Έφτασε στα Άνω Πατήσια με εκατοντάδες επιβάτες, στριμωγμένους σαν τις σαρδέλες. Έπρεπε όλοι να βγουν – ο συρμός τερμάτιζε εκεί. Οι περισσότεροι θα έπαιρναν το επόμενο τραίνο, κάποιοι για Νέα Ιωνία και Ηράκλειο, άλλοι για Μαρούσι και Κηφισιά. Ο Σωκράτης ήταν απ' αυτούς που θα κατέβαιναν τις τσιμεντένιες σκάλες.

Ο σταθμός του ηλεκτρικού σ' εκείνο το σημείο είναι εναέριος, αλλά δεν ήταν πάντα. Τον καιρό του θηρίου, η διάβαση ήταν ισόπεδη. Από την αλυσίδα που σταματούσε την οδική κυκλοφορία για να περάσει το τραίνο Αθήνας-Κηφισιάς πήρε το όνομά της και ολόκληρη η περιοχή. Αυτή με τα τηλέφωνα που ξεκινούσαν από είκοσι.

Από μια άποψη ένιωθε τυχερός που οι περιοχές που αναζητούσε ήταν τόσο κοντά μεταξύ τους. Γύρω απ' το σταθμό η Αλυσίδα, λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα προς Ριζούπολη ο συνοικισμός του Προμπονά.

Σύντομα όμως ένιωσε να τον κυριεύει η απογοήτευση. Ακόμα κι αυτές οι περιορισμένης έκτασης ζώνες, σταγόνες στον πολεοδομικό ωκεανό της πρωτεύουσας, του φαίνονταν αχανείς σε σχέση με τους γνώριμους και πεπερασμένους οικισμούς του νησιού. Δεν ήξερε από πού ν' αρχίσει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η κάτοχος του τηλεφωνικού αριθμού δεν θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Είχε μετακομίσει πρόσφατα μαζί με τη μικρότερη αδελφή της, σε μια πολυκατοικία που μόλις είχε χτιστεί. Ο τηλεφωνικός της αριθμός, σύμφωνα με την ίδια, ήταν ολοκαίνουργιος. Αν μη τι άλλο δεν είχε λάβει τηλεφωνήματα που να ζητούν κάποιον άλλο, όπως κατά κόρον συμβαίνει με όσους κληρονομούν μια παλιά σύνδεση.

Περπάτησε αρκετά, χωρίς να βρει κάτι ενδιαφέρον. Τα περισσότερα σπίτια ήταν μονοκατοικίες. Για να διαβάσεις το όνομα του ενοίκου στο κουδούνι, όπου αυτό υπήρχε, έπρεπε να πλησιάσεις υπερβολικά κοντά. Ο Σωκράτης προτίμησε να είναι διακριτικός. Ήδη είχε κινήσει την περιέργεια στις λιγοστές νοικοκυρές και τους συνταξιούχους που προτιμούσαν να κάθονται στις αυλές ή κοντά στα παράθυρα αντί να πάρουν το μεσημεριανό τους ύπνο. Εισέπραττε παράξενα βλέμματα από ανθρώπους που μάλλον δεν είχαν συνηθίσει να βλέπουν ξένους να περπατούν στη γειτονιά τους. Και φυσικά δεν τολμούσε να απευθύνει ερωτήσεις στα άγνωστα πρόσωπα.

Το καφενείο ήταν το μόνο μέρος που του θύμιζε λιγάκι το νησί. Ίσως βοηθούσε και το γεγονός ότι εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε κανένας θαμώνας. Προς στιγμήν του φάνηκε ότι ήταν κλειστό, αλλά κοιτάζοντας πιο προσεκτικά διέκρινε έναν φαλακρό κύριο με μουστάκι καθισμένο σε μια καρέκλα με τα πόδια του πάνω σε μια άλλη. Προχώρησε προς την πόρτα, την άνοιξε και στράφηκε προς τον καφετζή. Στο Γεια σας δεν έλαβε καμία απάντηση. Ο καφετζής έμεινε ακίνητος για δέκα ατέλειωτα δευτερόλεπτα. Στο τέλος γύρισε, κοίταξε τον Σωκράτη, σηκώθηκε, πήγε στον πάγκο, σήκωσε το κεφάλι και τον ξανακοίταξε.

Ένα γλυκύ βραστό, είναι εύκολο; Ο Σωκράτης ένιωσε τα πόδια του να τρέμουν καθώς έδινε την παραγγελία. Δεν έφταιγε το παρουσιαστικό του καφετζή, ο οποίος ήταν κοντός και δε φαινόταν ιδιαίτερα χειροδύναμος ή εν γένει απειλητικός. Ούτε έδειξε να δυσανασχετεί με την παραγγελία ή με το ότι κάποιος τάραξε την απογευματινή του νιρβάνα. Μάλλον έφταιγε η σιωπή που βάραινε τόσο την ατμόσφαιρα. Μετά από άλλη μια αναμονή αρκετών δευτερολέπτων ο καφετζής κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Ο Σωκράτης προσπάθησε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του και περπάτησε μέχρι το γωνιακό τραπεζάκι, όπου και έκατσε, κοιτάζοντας προς τη τζαμαρία.

Σε λίγα λεπτά ήρθε ο καφετζής, ακούμπησε το φλιτζάνι στο τραπέζι, άφησε και το νερό και κάθησε δίπλα στον Σωκράτη. Η ανάκριση δεν ήταν ιδιαίτερα επώδυνη. Ίσως γιατί ο Σωκράτης αναθάρρησε διαπιστώνοντας ότι ο καφετζής έχει φωνή, είναι δηλαδή άνθρωπος σαν κι εκείνον και όχι κάποιο μυστηριώδες σιωπηλό πλάσμα. Στις ώρες της περιπλάνησής του είχε αποκομίσει μια παράξενη αίσθηση για τη γειτονιά που είχε επισκεφθεί και τους ανθρώπους της, κι έτσι έβρισκε ευπρόσδεκτο ακόμη και το παραμικρό σημάδι φυσιολογικής συμπεριφοράς.

Ο Σωκράτης δεν άργησε να μπει στο θέμα. Ένα κοινό που είχαν οι απανταχού καφετζήδες ήταν η τάση τους να αυτοπροβάλλονται ως οι άνθρωποι που ξέρουν πρόσωπα και πράγματα στην περιοχή τους. Κολακεύοντας τον Αρίσταρχο – έτσι τον έλεγαν τον καφετζή – ο Σωκράτης κατάφερε να κάνει με τον τρόπο του τις ερωτήσεις που ήθελε. Οι απαντήσεις δίνονταν τμηματικά, καθώς ένας ένας οι απογευματινοί θαμώνες συγκεντρώνονταν και ο Αρίσταρχος σηκωνόταν να τους φτιάξει τους καθιερωμένους καφέδες. Επίσης, όσο πλήθαιναν οι θαμώνες, τόσο πιο ψιθυριστές και πιο περιληπτικές γίνονταν οι κουβέντες του καφετζή. Έστω κι έτσι όμως, ο Σωκράτης κατάφερε να μάθει πολλά για το ρεμπέτη, και για το γιο που αναζητούσε τα ίχνη του.

Στο τέλος καληνύχτισε, βγήκε απ' τον καφενέ και περπάτησε μέχρι το σταθμό του τραίνου. Ο κόσμος στο τραίνο ήταν λιγότερος κι έτσι βρήκε θέση αμέσως. Το μισάνοιχτο παράθυρο του μπεζ συρμού έφερνε δροσερό αέρα. Ο Σωκράτης προσπαθούσε να βάλει όλα όσα είχε ακούσει σε μια σειρά, σε νοερά κουτάκια στο μυαλό του. Ένα απ' αυτά έμενε άδειο, όσο κι αν προσπαθούσε μάταια να θυμηθεί κάποια σχετική λεπτομέρεια. Στο τέλος ήταν σίγουρος. Ο Αρίσταρχος δεν είχε αναφέρει απολύτως τίποτα για τον μπαρμπα-Νικολό.