Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010

Κεφάλαια 40 έως 42


40

Μακάρι να κρατούσε για πάντα το Καρναβάλι, σκεφτόταν ο Γρηγόρης. Και δεν ήταν μόνο παλιμπαιδισμός αυτό. Δεν του στοίχισε μόνο το τέλος του ξεφαντώματος αλλά – κυρίως – η επιστροφή στην καθημερινότητα και πιο πολύ απ' όλα, τα μούτρα που του κρατούσε η Κατερίνα. Δεν του παραπονέθηκε βέβαια με λόγια, αλλά αρκούσε αυτή η ψυχρότητα για να χαλάει τη διάθεση του Γρηγόρη και να ματαιώνει κάθε του προσπάθεια να γλυκάνει το χειμώνα που, παρά την έλευση της άνοιξης στη φύση, δεν έλεγε να φύγει από τη σχέση τους. Η μετάβαση στην έγγαμη ζωή δεν ήταν όπως την ονειρεύτηκαν. Ίσως θα έπρεπε να το είχαν παλέψει περισσότερο, να πάρουν μια-δυο ολόκληρες βδομάδες άδεια απ' τις δουλειές τους. Ίσως έτσι θα είχαν προλάβει να χαλαρώσουν. Δεν το κατάφεραν, και τώρα έπρεπε να πορευτούν. Αυτό ήταν ένα από τα λίγα πράγματα όπου συμφωνούσαν.

Αυτά που τους έκαναν να διαφωνούν υπήρχαν βέβαια από πριν. Σαν να γίνονταν όμως πιο έντονα αυτόν τον καιρό. Η αντίδραση της Κατερίνας στο Καρναβάλι δεν ήταν κάτι το μεμονωμένο. Ήθελε να τονίζει στο Γρηγόρη ότι θέλει την αυτονομία της. Κι έτσι αυτό που θα ήταν αυτονόητο σε μια υγιή σχέση, όπου ο καθένας κρατάει και τον προσωπικό του χώρο – τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά, στην ψυχή του – εκφραζόταν βεβιασμένα. Κι όχι μόνο απ' την πλευρά της Κατερίνας: ο Γρηγόρης είχε κι αυτός το μερίδιό του, με την επιμονή του να φύγει για Πάτρα. Η Κατερίνα όμως έδειχνε να κινείται συστηματικά, σχεδόν μεθοδικά. Τα ραντεβού της με τη Βάσω συνεχίστηκαν, αν και η μέρα άλλαξε από Τετάρτη και έγινε Παρασκευή, για να συμπίπτει με τους Χαιρετισμούς – ο κύριος Δανιηλίδης δεν είχε καμία αντίρρηση να αλλάξει τη μέρα που έδινε ελεύθερο απόγευμα στη γραμματέα του. Οι επισκέψεις στη θεία Σωτηρία συνεχίστηκαν κι αυτές. Ο Γρηγόρης τούς συμπαθούσε αλλά κρατούσε πάντα μια απόσταση απ' αυτούς, κι αυτοί από κείνον, υπήρχε μια αμοιβαία διακριτικότητα από τον καιρό που η Κατερίνα ουσιαστικά συζούσε με το Γρηγόρη αν και, επίσημα, έμενε με τη Σωτηρία και το Μίμη.

Όταν γύρισε ο Παντελής, η Σωτηρία τους κάλεσε σε τραπέζι την αμέσως επόμενη Κυριακή και βέβαια από κει δεν μπορούσαν να λείψουν. Ο Γρηγόρης χάρηκε που θα έβλεπε τον Παντελή, είχε πολλά να τον ρωτήσει για την Ισπανία. Η Κατερίνα ήθελε να του πάρει ένα δώρο και πέρασε σχεδόν όλο το πρωινό του Σαββάτου προβληματισμένη για το τι θα αγόραζε.

Προβληματισμένος ήταν και ο Μίμης το Σάββατο. Το απόγευμα πρότεινε στο γιο του να πάνε στο Σύνταγμα για έναν καφέ. Ήθελε να του δώσει τη γενική εικόνα, μέσες-άκρες, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, ίσα για να καταλάβει ότι στους συγγενείς, τους φίλους και γενικά σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από τον ίδιο το Μίμη, ο Παντελής δεν χρειαζόταν να λέει και πολλά. Για την Ισπανία και τους ισπανούς, ό,τι ήθελε, όχι όμως για το σκοπό, τα μέσα και τα αποτελέσματα της δουλειάς του.

Ειδικά με την Κατερίνα, κάθε συζήτηση για το ναό του Τάματος ήταν απαγορευμένη. Και ο Μίμης με τη Σωτηρία είχαν βρει τον τρόπο να αποκλείσουν τις ερωτήσεις από την πλευρά της ανιψιάς. Της είχαν πει ότι το μελετητικό έργο του Παντελή ματαιώθηκε λόγω ανωτέρας βίας και ότι αναγκάστηκαν να φέρουν πίσω εσπευσμένα τον Παντελή – στον ένα μήνα αντί για τους δύο που υποτίθεται ότι είχε δικαίωμα να μείνει. Ήξεραν ότι η αγαπημένη του ξαδέρφη δεν θα ήθελε με τίποτα να τον πληγώσει κι έτσι δεν θα τον ρωτούσε – και θα έπειθε και τον Γρηγόρη να μη ρωτήσει. Ήξεραν επίσης, κι αυτό ήταν το σημαντικότερο, ότι η σημαντική αυτή πληροφορία θα έφτανε και στα αυτιά της Βάσως της Κερκέντελε, και όπου αλλού έπρεπε να φτάσει, πολύ πριν από την ημέρα του Ακάθιστου Ύμνου.


41

Δεν είχε κλείσει τα εικοσιένα, κι αυτό ήταν πρόβλημα.

Για να βγάλει διαβατήριο ο Σωκράτης, έπρεπε να υπογράψει ο πατέρας του. Αυτό τουλάχιστον του είπε ο υπάλληλος στη Νομαρχία. Κι ο Σωκράτης χωρίς δεύτερη κουβέντα έκανε μεταβολή και βγήκε έξω στο δρόμο, προβληματισμένος.

Όχι ότι ο πατέρας του τού χάλαγε χατίρια αν δεν υπήρχε λόγος. Θα είχε όμως μια δυσκολία να τον πείσει για το διαβατήριο. Να το κάνει τι;

Θα μπορούσε βέβαια να βρει μια δικαιολογία. Ότι θα κανόνιζε να επισκεφτεί τα αδέρφια του Γρηγόρη στην Πάτρα και να πάνε από εκεί μια εκδρομή στην Ιταλία. Δεν τους συνήθιζε όμως σε τέτοιες εξορμήσεις, κι επιπλέον: ο οικογενειακός προϋπολογισμός, το κοινό τους κομπόδεμα δε σήκωνε τέτοιες πολυτέλειες.

Κι ακόμη, στην αίτηση έκδοσης διαβατηρίου το έγραφε καθαρά: Ποίος ο σκοπός εκδόσεως του διαβατηρίου; Πώς θα τολμούσε να γράψει τον πραγματικό σκοπό του χωρίς να έχει μπελάδες; Πώς θα τολμούσε να το φέρει στον πατέρα του για υπογραφή;

Το να πάρεις ένα καΐκι για να πας καρσί δεν ήταν τόσο δύσκολο, ούτε τόσο ασυνήθιστο. Ούτε τόσο ακριβό, σε σχέση μ' ένα ταξίδι στην πρωτεύουσα. Κάμποσοι περνούσαν, ιδίως τα καλοκαίρια, πήγαιναν και ψώνιζαν καϊμάκι, μπακλαβαδάκια, κανένα δερμάτινο ή και χρυσαφικό. Το να το γράψεις όμως σαν σκοπό έκδοσης του διαβατηρίου σου, αυτό τραβούσε την προσοχή σαν μαγνήτης. Και στη μικρή κοινωνία του νησιού τους, δεν ήταν εύκολο να ξεφύγεις από τέτοιες συμπληγάδες. Ούτε να τη σκαπουλάρεις με κάποια εικονική αιτιολογία. Η κάθε δημόσια υπηρεσία είχε τον 'Παμεινώντα της, όλοι τους σαν πιστά αντίγραφα του αντιπαθητικού υπαλλήλου των τηλεπικοινωνιών. Τους είχες ανάγκη άρα ήσουν τύπος και υπογραμμός. Εκτός κι αν τους λάδωνες, αν βέβαια είχες αρκετά για να καλύψεις τις απαιτήσεις τους – ο Σωκράτης δεν είχε και δε θα τολμούσε να το ζητήσει απ' τον πατέρα του.

Θα έπρεπε να περιμένει δύο χρόνια; Θα μπορούσε να περιμένει δύο χρόνια;

Ή μήπως θα έπιανε από άλλο σημείο τη διαδρομή που ξεκίνησε ο δάσκαλος και που διακόπηκε απότομα τη μέρα που τον έδιωξαν απ' το νησί;

Το επόμενο πρωί περνούσε την εξώπορτα του τηλεφωνείου. Το πρόσωπο του 'Παμεινώντα ήταν ένα αναγκαίο κακό. Σχημάτισε τον αριθμό και έβαλε το ακουστικό στο αυτί. Στο τέταρτο χτύπημα το σήκωσαν. Η γυναικεία φωνή στην άλλη πλευρά δεν πρόδιδε πολλά για την ηλικία ή την ασχολία της κατόχου της. Το μόνο βέβαιο για τον Σωκράτη ήταν ότι η άγνωστη γυναίκα δεν λεγόταν ούτε Γιάννης, ούτε Κώστας.


42

Έφερα και την παρέα μου.

Τη λέξη παρέα την είπε όπως ακούγεται στα ελληνικά. Ο Παντελής δεν έδειξε να εκτιμά την πρόθεση της Εύας να εκφραστεί στη γλώσσα του αγαπημένου της, στη γλώσσα της χώρας που θα την φιλοξενούσε για τον μήνα που θ' ακολουθούσε.


Έμεινε να κοιτάζει την παρέα της, σχεδόν με ανοικτό το στόμα.

Κι αυτό γιατί οι τρεις τύποι που βγήκαν μαζί της από την πύλη των αφίξεων ήταν ψηλοί και αγέρωχοι. Για την ακρίβεια, ήταν οι τρεις ψηλοί και αγέρωχοι που είχε δει μαζί της εκείνο το βράδυ στις Ράμπλας.

Του συστήθηκαν με τρία επώνυμα που τα ξέχασε αμέσως με εξαίρεση το τελευταίο: Ντεφλόρ. Ήταν οι τρεις μηχανικοί της Φροντιέρρα, οι ειδικοί που θα φρόντιζαν να βρουν την καλύτερη τεχνική λύση για τη θεμελίωση του Ναού.

Σαν παρέα οι πέντε τους δεν έλεγαν και πολλά πράγματα. Στο υπεροπτικό ύφος των μηχανικών και τη νευρική διαχυτικότητα της Εύας ήρθε να προστεθεί η δυσπιστία του Παντελή και η αναπόφευκτη αμηχανία της πρώτης στιγμής. Η Εύα όμως φρόντισε να εξηγήσει στον Παντελή γιατί η συγκεκριμένη παρέα ήταν ξεχωριστή.

Τη λέξη παρέα την πήρατε από μας, του είπε καθώς έμπαιναν στον ένα από τα δύο ταξί που θα τους πήγαιναν στην Πλάκα, εκεί που είχαν κλείσει τα δωμάτια για την Εύα και τους μηχανικούς. Ο Παντελής την κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. Αλήθεια! επέμεινε εκείνη.

Μου φαίνεται ότι είστε σαν κι εμάς τους έλληνες, την πείραξε ο Παντελής, αφού είπε στον ταξιτζή τον προορισμό τους. Σε όλα είστε εσείς οι πρωτοπόροι. Τα ξέρατε όλα όταν οι άλλοι ζούσαν στα δέντρα.

Και δε σηκώνουμε αντίρρηση! αυτοσαρκάστηκε η Εύα. Ο Παντελής γέλασε. Κοίταξε μπροστά και είδε στον καθρέφτη το πρόσωπο του ταξιτζή να χαμογελάει κι αυτό, αν και μάλλον αμήχανα, δείχνοντας ότι δεν καταλάβαινε καλά τα αγγλικά, ή τουλάχιστον τα αγγλικά ενός έλληνα και μιας καταλανής.

Μετά ο Παντελής κοίταξε προς τα πίσω και είδε το δεύτερο ταξί να τους ακολουθεί. Ένιωσε έναν κάποιο οίκτο για τον άλλο ταξιτζή, που αντί για το γελαστό ζευγάρι είχε την ατυχία να μεταφέρει τους τρεις βλοσυρούς τύπους της Φροντιέρρα.

Κι αμέσως μετά σκέφτηκε ότι ο ταξιτζής, τουλάχιστον, θα απαλλασσόταν νωρίς από δαύτους. Τον Παντελή όμως τον περίμενε ένας μήνας συνεργασίας. Αν δεν ήταν δίπλα του η Εύα, ο μήνας αυτός θα του φαινόταν ατέλειωτος, με την κακή έννοια.

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΦΟΣ - Κεφάλαια 37 έως 39





Ο ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΦΟΣ


37

Οι συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου γίνονταν απαρέγκλιτα στις πέντε το απόγευμα της πρώτης Τετάρτης κάθε μήνα. Ήταν πάντα σημαντική αυτή η πρώτη Τετάρτη για τους εργαζόμενους στα κεντρικά γραφεία. Οι υπάλληλοι και τα στελέχη ήταν όχι απλώς εμφανίσιμοι, όπως συνήθως, αλλά πραγματικά καλοντυμένοι. Η αίθουσα συνεδριάσεων αλλά και όλοι οι χώροι του κτιρίου της οδού Σταδίου έπρεπε να λάμπουν. Οι κλητήρες, οι καθαρίστριες, οι γραμματείς, ακόμη και ο υπεύθυνος του κυλικείου έμεναν μέχρι τη λήξη της συνεδρίασης – που συνήθως ήταν πολύωρες και καμιά φορά ξεπερνούσαν και τα μεσάνυχτα ακόμη – και έγραφαν πάντα τις υπερωρίες τους, τις οποίες η διοίκηση τις πλήρωνε στο ακέραιο.

Για τα στελέχη, η μέρα του διοικητικού συμβουλίου, αλλά και η παραμονή της και καμιά φορά και η Δευτέρα ακόμη, ήταν αποκλειστικά δοσμένες σε προετοιμασία, συσκέψεις (ανά τμήμα και διατμηματικές), σύνταξη αναφορών, εκπόνηση στατιστικών, συγκέντρωση στοιχείων από τα υποκαταστήματα – μέρες έντασης, κούρασης, μέρες αγωνίας για τα στελέχη με τις ανώτερες θέσεις και τις αυξημένες ευθύνες. Η αγωνία αυτή κάποτε πήγαζε από ανασφάλεια και μόνο, συνήθως όμως δεν ήταν εντελώς αδικαιολόγητη. Αν και κάποιες από τις συνεδριάσεις του ΔουΣου ήταν απλές και σύντομες συγκεντρώσεις που γίνονταν μόνο και μόνο επειδή ήταν επιβεβλημένο από το Νόμο του 1920 περί Ανωνύμων Εταιρειών, κάποιες άλλες – οι περισσότερες – ήταν ουσιαστικές, συχνά έντονες έως και θυελλώδεις. Η επόμενη μέρα συνήθως έφερνε ανακατατάξεις, μεταθέσεις, νέα οικονομικά δεδομένα, ενίοτε και απολύσεις.

Το ζήτημα που προέκυψε με την αρχιεπισκοπή είχε προσωρινά κλείσει με μια λακωνική αναφορά που έκανε ο Χρήστου προς τους ανωτέρους του. Ο Μίμης Μπούσουλας όμως, παρά την ευχάριστη έκπληξη που ένιωσε αρχικά μετά από αυτή την εξέλιξη, εξακολουθούσε να αισθάνεται ανήσυχος. Ήξερε καλά ότι σε τέτοιου είδους ζητήματα η επίσημη αλληλογραφία δεν ήταν το παν. Και παρόλο που ο Χρήστου επανειλημμένα τον είχε στηρίξει και καλύψει στα έξι χρόνια που συνεργάζονταν – ανταποδίδοντας βέβαια την αφοσίωση που του είχε δείξει ο Μπούσουλας – δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι στην κρίσιμη ώρα δεν θα κοίταζε πώς να σώσει το δικό του τομάρι.

Εκείνη την Τετάρτη ο Χρήστου μετά βίας κρατούσε τα μάτια του ανοιχτά. Είχε ξενυχτήσει στο γραφείο για να ετοιμάσει τη συνολική αναφορά πεπραγμένων για την πορεία του ερανικού δανείου. Αν και η ημερησία διάταξη δεν περιελάμβανε ρητή αναφορά σ' αυτό, το δάνειο του Τάματος είχε ιδιαίτερη σημασία, τόσο για το οικονομικό του μέγεθος αυτό καθαυτό, όσο και για την εμπλοκή του Δημοσίου και τον πολιτικό-θρησκευτικό συμβολισμό του προς χρηματοδότηση εγχειρήματος. Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, διορίζονταν στην πλειονότητά τους από την κυβέρνηση, εξέφραζαν με αρκετά αντιπροσωπευτικό τρόπο αρκετά από τα κοινωνικά στρώματα της σύγχρονης Ελλάδας ή τουλάχιστον της Αθήνας. Ήταν σίγουρο ότι για κάποια από τα μέλη το στενό συμφέρον της τράπεζας δεν ήταν το μοναδικό κριτήριο στις επιλογές και τις στάσεις τους αλλά συνυπολογιζόταν – και συχνά αντικρουόταν – με το συμφέρον της επαγγελματικής τους τάξης, της οικογένειάς τους και γενικότερα του χώρου από τον οποίο προέρχονταν και τον οποίο, άτυπα, εκπροσωπούσαν με την παρουσία τους στο Δ.Σ. Ο Μίμης δεν ήξερε τα προσωπικά τους δεδομένα αλλά υπολόγιζε ότι, για να διοριστούν από την κυβέρνηση των ελλήνων χριστιανών, πολλοί από αυτούς θα ήταν αν μη τι άλλο θρησκευόμενοι και ενδεχομένως κάποιοι να είχαν και διασυνδέσεις με αυτό που στην καθομιλουμένη λεγόταν εκκλησία – δηλαδή με ιεράρχες και τις πάσης φύσεως θρησκευτικές οργανώσεις, αν και υποτίθεται ότι με τον όρο αυτό χαρακτηριζόταν όλο το σώμα των πιστών και όχι μόνο οι διάφοροι μεσολαβητές μεταξύ ανθρώπου και Θεού.

Η συνεδρίαση κράτησε τρεισήμισι ώρες. Στο τέλος της, ο Γενικός κάλεσε τους τρεις υποδιευθυντές στο γραφείο του, όπως έκανε πάντα για να τους ενημερώσει μέσα σε δέκα λεπτά για τα βασικά σημεία. Βγαίνοντας από αυτή τη σύσκεψη, ο Χρήστου πήγε από το γραφείο του Μπούσουλα, που εκμεταλλεύτηκε ως συνήθως την αναμονή για να αρχειοθετήσει κάποια χαρτιά στους φακέλους του. Αντί να τον φωνάξει στο δικό του γραφείο, όπως συνήθιζε, μπήκε στο γραφείο του Μίμη και έκλεισε πίσω του την πόρτα.

Όλα καλά! είπε ο Χρήστου με πλατύ χαμόγελο και έκδηλη ανακούφιση.

Ο Μπούσουλας ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες. Ο Χρήστου σίγουρα δεν ήταν αφελής αλλά είχε την τάση να παρουσιάζει τα πράγματα στρογγυλεμένα στους συνεργάτες του και γι' αυτό ο Μίμης επέμεινε.

Το οικονομικό όφελος για την τράπεζά μας είναι εντυπωσιακό, εξήγησε ο Χρήστου. Αυτό επισκιάζει όλα τα άλλα και πνίγει τον όποιο ενδοιασμό. Υπάρχει βέβαια αντικειμενικά ένα ρίσκο. Κι αυτό πηγάζει από το ότι απέναντί μας έχουμε το ελληνικό Δημόσιο. Όμως οι έξι στους εννέα από το Κράτος είναι διορισμένοι. Ποιος απ' αυτούς θα βγει να πει ότι το Κράτος είναι αφερέγγυο;

Το προφανές, που ο Χρήστου δεν χρειάστηκε να πει ευθέως στο στενό του συνεργάτη, είναι ότι το δίχως άλλο είχε δοθεί γραμμή από πιο ψηλά, με αποτέλεσμα να μην τεθεί καμία δύσκολη ερώτηση για το Τάμα και τα παρελκόμενά του.

Και για να δοθεί αυτή η γραμμή είχαν βάλει αρκετοί ένα χεράκι. Μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Μίμης, με τον τρόπο του.


38

Το Σταμάτη δεν τον έλεγαν Κερκέντελε. Είχε όμως το μαυριδερό δέρμα της μάνας του, της Μαρίτσας, όπως και τα άλλα πέντε εγγόνια του γερο-Παναή. Δεκαεννιά χρονών ο Σταμάτης, σχεδόν συνομήλικος με το Σωκράτη και αχώριστος φίλος του. Παιδί με νεύρο, όχι φοβερά εργατικός αλλά έπιανε το χέρι του. Και άσσος στο τάβλι.

Πολλές φορές αναρωτιόταν ο Σωκράτης πώς θα περνούσαν τα ατέλειωτα κυριακάτικα απογεύματα χωρίς το τάβλι. Αναρωτιόταν επίσης πότε θα κατάφερνε να κερδίσει το φίλο του. Υπήρχαν Κυριακές που ο Σωκράτης δε σταύρωνε παρτίδα.

Μια και η αυτοσυγκέντρωση και η βαθιά σκέψη δεν ήταν προαπαιτούμενα για να παίξει κανείς μερικές παρτίδες φεύγα ή πόρτες στο καφενείο, ο Σωκράτης με το Σταμάτη συχνά συνόδευαν το παιχνίδι τους με συζήτηση, σχεδόν επί παντός επιστητού.

Ένα από τα ταλέντα του Σταμάτη ήταν η μουσική. Είχε κάνει κάποια μαθήματα στο ωδείο μα πάνω από όλα είχε αυτί. Και χέρι. Το μπαγλαμαδάκι κελαηδούσε στα χέρια του. Οι φίλοι του τον θαύμαζαν, αν και δεν είχαν όλοι τις ίδιες μουσικές προτιμήσεις. Ο Σωκράτης ήταν από τους λίγους που είχαν μια στοιχειώδη γνώση του ρεμπέτικου τραγουδιού και μπορούσε όχι μόνο να τον παρακολουθήσει αλλά και να συζητήσει σε βάθος μαζί του.

Εκείνο το απόγευμα ήταν το πρώτο ανοιξιάτικο. Κάθησαν έξω, για πρώτη φορά μετά το χειμώνα. Φορούσαν τα παλτά τους βέβαια αλλά δεν έβρεχε, δε φυσούσε και έτσι έβγαλαν μόνοι τους ένα τραπέζι με δυο καρέκλες έξω στο πεζοδρόμιο. Το προτιμούσαν και για έναν άλλο λόγο. Μπορούσαν να μιλήσουν χωρίς να τους ακούει όλο το καφενείο.

Ο Σωκράτης πάντα αναρωτιόταν πού το είχε βρει ο Σταμάτης το μπαγλαμαδάκι. Την ώρα που κουνούσε τα ζάρια θυμήθηκε και τον ρώτησε.

Μεγάλη ιστορία, απάντησε ο Σταμάτης καθώς ο Σωκράτης έπαιζε το έξι-πέντε. Μου το έδωσε ο δάσκαλος στο ωδείο. Ο Σωκράτης δε θυμόταν το δάσκαλο, ήξερε μόνο ότι ήταν στην ηλικία των γονιών του και είχε φύγει από το νησί πριν από περίπου δύο χρόνια. Κάποιοι τον είχαν δει να μπαίνει σε ένα καράβι, νύχτα, μαζί με δύο χωροφύλακες.

Ντόρτια. Ο Σταμάτης έπαιξε σιωπηλός και ο Σωκράτης προτίμησε να μη συνεχίσει τη συζήτηση για τον – κατά τα φαινόμενα αντιστασιακό – μουσικό. Προς έκπληξή του συνέχισε ο ίδιος ο Σταμάτης.

Ο Γιώργης ήταν γιος ενός παλιού ρεμπέτη, είπε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι από το τάβλι. Ο Σωκράτης τον κοίταξε. Στο μυαλό του ήρθε αμέσως η φωτογραφία. Και ο τζουράς.

Ο πατέρας του κι ο παππούς μου ήταν μαζί στη Σμύρνη, συνέχισε. Πριν την καταστροφή, εννοείται.

Πώς βρέθηκε εδώ; ρώτησε ο Σωκράτης. Ο φίλος του τού εξήγησε ότι το είχε ζητήσει ο ίδιος ο δάσκαλος αυτό. Ήθελε να ακολουθήσει τη διαδρομή του πατέρα του, από την ανάποδη.

Έψαχνε δουλειά κοντά στα μέρη που αυτός έζησε. Ή σε παρόμοια μέρη, προσφυγικά. Κι έτσι κάθε τόσο μετακόμιζε. Παράτησε το σπίτι του στην Κυψέλη και πήγε κι έμεινε στου Προμπονά.

Τι είναι αυτό;

Ένας προσφυγικός συνοικισμός στην Αθήνα, κοντά στα Πατήσια. Στη συνέχεια βρήκε δουλειά στη Χαλκίδα για να μπορεί να μείνει στο Παντείχι, ένα χωριό απέναντι από τη Χαλκίδα. Εκεί είχε εγκατασταθεί ο πατέρας του πριν να πάει στην Αθήνα. Ήταν ο πρώτος σταθμός του όταν έφυγε από δω.

Ο Σωκράτης δεν ρώτησε το φίλο του ποια χρονιά έφυγε απ' το νησί ο θρυλικός ρεμπέτης. Δεν ενδιαφέρθηκε για το πώς ανακάλυψε ο Σταμάτης ότι ο πατέρας του δάσκαλου ήταν φίλος με το γερο-Κερκέντελε. Δε ρώτησε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή, παρά μόνο ένα πράγμα: Πώς τον έλεγαν. Και ήταν σίγουρος για την απάντηση που θα λάβαινε.


39

Η άνοιξη έφτασε και στη Ζυρίχη. Μόνο που στον Πολύβιο τα τραπεζάκια δεν έβγαιναν στο πεζοδρόμιο. Για να γίνει κάτι τέτοιο χρειαζόταν άδεια της δημοτικής αρχής, που ήταν πανάκριβη και συν τοις άλλοις δινόταν σε ορισμένες μόνο περιοχές του κέντρου. Και σίγουρα οι εκεί θαμώνες δύσκολα θα έπαιρναν την πρωτοβουλία να βγάλουν μόνοι τους έξω δυο καρέκλες κι ένα τραπέζι. Στο Αιγαίο ήταν αλλιώς. Το Αιγαίο όμως ήταν άφαντο.

Το ίδιο και ο Κωστάλας. Το πρωί είχε τηλεφωνήσει στο βοηθό του και του ζήτησε να ανοίξει εκείνος το μαγαζί, γιατί ο ίδιος θα αργούσε. Δουλειές, του είχε δικαιολογηθεί, μα εκείνος ήταν σίγουρος ότι το αφεντικό του είχε εκμεταλλευτεί την ηλιόλουστη μέρα για να βγει βόλτα με τη μυστική του αγαπημένη. Μετά από ένα εξάμηνο δεν ήταν βέβαια και τόσο μυστική πια, όλοι οι εργαζόμενοι στον Πολύβιο και οι περισσότεροι από τους τακτικούς θαμώνες του γνώριζαν την Μπεάτε, τη σαραντάρα νοικοκυρά που άνοιγε την πόρτα της στον Κωστάλα τα πρωινά, την ώρα που τα δυο παιδιά της ήταν στο σχολείο και ο άντρας της στο γραφείο του σε κάποιο προάστειο της πόλης. Τρίτη και Παρασκευή πήγαινε μαζί με τον Κώστα να τον βοηθήσει με τις προμήθειες του εστιατορίου, κουβαλούσε κι εκείνη σακούλες μέχρι το μαγαζί και ο Φίλιππας ετοίμαζε καφέ και για τους δυο τους. Όταν έφευγε απ' τον Πολύβιο ξαναπερνούσε από την αγορά, για τα δικά της ψώνια, και επέστρεφε στην επίσημη ζωή της.

Ο άντρας της μπορεί να ήξερε, μπορεί και να μην ήξερε. Πάντως ένα βράδυ του χειμώνα ήρθαν όλοι μαζί για φαγητό, με τα παιδιά μαζί, κι ήταν μες στην καλή χαρά. Ο Κωστάλας μάλλον αιφνιδιάστηκε, στην αρχή ήταν αμίλητος αλλά στη συνέχεια έπαιξε καλά το ρόλο του, όπως και η Μπεάτε, ενώ μέσα στην κουζίνα τα χαμόγελα έδιναν κι έπαιρναν. Η ερωμένη και η οικογένειά της έφυγαν τελευταίοι, γύρω στις έντεκα το βράδυ. Ο Κωστάλας κλείδωσε την πόρτα, μάζεψε τους συνεργάτες του στην κουζίνα και όλοι μαζί λύθηκαν σε ασταμάτητα γέλια για πέντε ολόκληρα λεπτά. 

Εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα, όταν επέστρεψε, ο Κωστάλας δε γελούσε. Μπήκε αμίλητος στο εστιατόριο και άναψε τσιγάρο. Οι άλλοι τον άφησαν στην ησυχία του, σίγουροι ότι η κακοκεφιά του είχε να κάνει με τα ερωτικά. Στην πραγματικότητα, ο Κώστας δεν είχε δει καθόλου την Μπεάτε εκείνη τη μέρα. Δεν την είχε πάρει καν τηλέφωνο, αν και η συνολική διάρκεια των κλήσεών του εκείνη τη μέρα ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο. Μόνο που δεν επρόκειτο για τηλεφωνήματα που είχε κάνει ή δεχτεί ο ίδιος.

Ο Κώστας Κωστάλας παραλάμβανε κάθε βδομάδα ένα δέμα από τη Βέρνη. Το μέγεθος δεν ήταν σταθερό αλλά η μέρα ήταν πάντα ίδια, με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού. Πέμπτη πρωί, άλλοτε πριν την επίσκεψη στην Μπεάτε κι άλλοτε μετά, πήγαινε στο κεντρικό ταχυδρομείο και έπαιρνε το δέμα. Τις Κυριακές, ενώ το κέντρο της Ζυρίχης αναπαυόταν και ο Πολύβιος έμενε κλειστός το μεσημέρι, ο Κωστάλας ακολουθούσε το τελετουργικό του με την ίδια ευλάβεια που κάποιοι, την ίδια μέρα, εκκλησιάζονταν ή πήγαιναν στο γήπεδο. Άνοιγε το δέμα με το κρητικό μαχαίρι του, ακουμπούσε το υλικό στο τραπέζι του καθιστικού του, έβαζε ένα ποτήρι ούζο με λίγο νερό, άναβε τσιγάρο και άρχιζε την ακρόαση.

Το υλικό προερχόταν από διάφορες πρωτεύουσες της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης. Κάποτε αρκούσε ένα κυριακάτικο πρωινό για να το ακούσει ολόκληρο. Συχνά του έτρωγε όλο το απόγευμα και το υπόλοιπο το άκουγε τη νύχτα, γυρνώντας από το εστιατόριο μετά τη δουλειά του. Την περασμένη Πέμπτη τα δέματα ήταν τρία. Η ακρόαση συνεχίστηκε μέχρι το απόγευμα της Δευτέρας, με ένα διάλειμμα τεσσάρων ωρών για ύπνο.

Τέτοια πληθώρα υλικού δεν είχε ξαναλάβει έως τότε. Δεν ήταν λίγες βέβαια οι φορές που του έστελναν σκάρτο πράμα. Συνήθως όμως η αξία ήταν ανάλογη του όγκου. Στην προεπιλογή γινόταν καλή δουλειά. Όταν λοιπόν διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τρία δέματα, δύο ήταν τα πράγματα που σκέφτηκε. Πρώτον, πως κάτι σοβαρό συνέβαινε. Δεύτερον, πως έπρεπε να καλέσει ταξί για να τα μεταφέρει σπίτι του.

Για το ταξί σύντομα έπαψε να σκοτίζεται. Δεν ήταν δύσκολο να βρει. Για το περιεχόμενο όμως άρχισε τις εικασίες. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει, μια και οι κανόνες απαγόρευαν να αρχίσει την ακρόαση πριν από την Κυριακή.

Τα ηχογραφημένα τηλεφωνήματα από και προς τις πρεσβείες έδειχναν ότι υπήρχε μια κινητικότητα ασυνήθιστη. Κι όχι μόνο στην τελευταία παραλαβή. Από τα Χριστούγεννα και μετά, η Μαδρίτη και η Ρώμη ήταν λίγο ανήσυχες. Κι αυτή η ανησυχία μεταδιδόταν στον Κωστάλα σαν ανέβασμα της αδρεναλίνης του. Μετά από ένα χρόνο ηρεμίας, ένιωθε πραγματική ανάγκη για δράση. Ήταν σίγουρος ότι η ώρα δε θ' αργούσε.

Ταυτόχρονα ένιωθε προβληματισμένος, σχεδόν πικραμένος με το ποιόν των ανθρώπων που, αν και μισθοδοτούνταν κανονικά από την ελληνική κυβέρνηση, εντούτοις έψαχναν αφορμές και τρόπους για να την υπονομεύσουν. Ο Κωστάλας το έβρισκε αδιανόητο. Γι' αυτόν η κυβέρνηση ταυτιζόταν με την πατρίδα, όποιος κι αν ήταν στο τιμόνι. Και ειδικά εκείνη την εποχή, μετά την επανάσταση, θεωρούσε ότι το πηδάλιο το κρατούσαν χέρια άξια, ηγετών που πίστευαν στα ίδια ιδεώδη μ' εκείνον, που δικαίωναν το δικό του αγώνα, τη δική του πορεία ανάμεσα στις χώρες του παραπετάσματος. Μια περιπλάνηση είκοσι περίπου χρόνων, με την αποστολή να στηθούν πολλές μικρές εστίες που με τον καιρό θα έφθειραν και θα έριχναν τα ερυθρά καθεστώτα.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Κεφάλαια 31 έως 36 (διπλή πρωτοχρονιάτικη δόση!)


31

Αποφάσισε να μην πει τίποτα στον κύριο Κάρλος στην καθιερωμένη ενημέρωση που έκανε κάθε Παρασκευή βράδυ στην πρεσβεία. Τον πρόλαβε όμως εκείνος. Εκείνος που συνήθως άκουγε, μουρμούριζε και – κατά τα φαινόμενα – σημείωνε, χωρίς να λέει πολλά. Αυτή τη φορά πληροφόρησε ο ίδιος τον Παντελή για την ειλημμένη απόφαση να συνδυαστεί η εργασία γεωτεχνικών και αρχαιολόγων. Αυτό, είπε, επιβαλλόταν από τας συγχρόνους αντιλήψεις περί οικονομίας των κατασκευών. Την τελευταία φράση ο Κάρλος την είπε μονορούφι. Αποκλείεται να την έβγαλε από το κεφάλι του – κάπου την έχει γραμμένη, σκέφτηκε ο Παντελής. Σίγουρα πράγματα. 


32

Ένα πράγμα θαύμαζε πραγματικά η Κατερίνα στους θείους της. Τα ταξίδια τους. Τη συνέπεια με την οποία φρόντιζαν, τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια, να πηγαίνουν κάπου, έστω και για λίγο. Ο Παντελής, στα καλοκαιρινά του ταξίδια στο νησί, πάντα είχε να τους λέει για τα μέρη που είχε πάει με τους γονείς του. Η παρέα τον άκουγε με προσοχή. Στην αρχή τουλάχιστον, μέχρι που μεγάλωσαν και κουράστηκαν και δεν του έδιναν πια σημασία. Ο θαυμασμός πάντως έμεινε. Τουλάχιστον από πλευράς Κατερίνας. Κι ας μην εκφραζόταν.

Ήταν φυσικό να απογοητευτεί όταν διαπίστωσε ότι ο Μίμης και η Σωτηρία δεν είχαν και πολλά νέα από τον Παντελή. Καλά είναι, έτσι μας λέει. Τίποτ' άλλο όμως. Δε μιλάει και πολύ, είπε η Σωτηρία, όχι χωρίς κάποιο μικρό παράπονο για το γιο της.

Για δουλειά πήγε βλέπεις, τους θύμισε ο Μίμης. Όχι για τουρισμό. Θα' χει σίγουρα πολλά να μας πει όταν γυρίσει, αλλά στο μεταξύ έχει πολλά να κάνει.

Η Κατερίνα τσίμπησε. Στην παύση του Μίμη πήρε τη σκυτάλη.

Άραγε βρήκε όσα ήθελε για το ναό; Ο Μίμης απλά την κοίταξε και ανασήκωσε τους ώμους. Η Κατερίνα συνέχισε. Προσπαθώ να φανταστώ πώς θα τον σχεδιάσει! Ανυπομονώ να δω τη μακέτα.

Ο Μίμης έμεινε ακίνητος και σιωπηλός. Όχι γιατί αποστομώθηκε από όσα έλεγε η Κατερίνα αλλά γιατί πραγματικά δεν χρειαζόταν να ρωτήσει τίποτα ο ίδιος. Τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα. Η Κατερίνα είχε μάθει. Από τη Σωτηρία. Σ' εκείνο τον απογευματινό καφέ, κατά πάσα πιθανότητα. Ο Μίμης είχε πει στη Σωτηρία ότι δεν μιλάμε παραέξω για το ταξίδι του Παντελή. Η Κατερίνα βέβαια δεν ήταν παραέξω. Εκείνη όμως δεν το ήξερε. Η εμπιστευτική πληροφορία δεν της παρουσιάστηκε ως τέτοια αλλά σαν μια οποιαδήποτε είδηση που θα μπορούσε ελεύθερα να τη διαδώσει. Και τη διέδωσε. Όχι με τελάλη αλλά λέγοντάς τη στη Βάσω. Κι αυτό ήταν το ίδιο. Ίσως και χειρότερο.

Η δομή της Οργάνωσης ήταν άγνωστη, ίσως ακόμα και στα ίδια της τα μέλη, σίγουρα πάντως στον Μίμη. Και τι μ' αυτό; Το νήμα υπήρχε. Όποια κι αν ήταν η πορεία του, το γεγονός ήταν ότι στο ένα άκρο ήταν η Βάσω Κερκέντελε – και στο άλλο ο αρχιμανδρίτης. Ο μελετηρός.

Ο Μίμης σηκώθηκε απ' την κουνιστή πολυθρόνα του και, ζητώντας συγγνώμη από την Κατερίνα, είπε στη Σωτηρία να τον βοηθήσει να διαλέξει ρούχα για μια βραδινή επίσκεψη στην οποία, υποτίθεται, θα πήγαιναν αργότερα. Η Κατερίνα προσφέρθηκε να φύγει αλλά της είπαν να κάτσει, υπήρχε αρκετός χρόνος ακόμα. Κλείνοντας την πόρτα στο υπνοδωμάτιο ο Μίμης άρχισε να εκφράζει τη δυσφορία του ξεφυσώντας, χειρονομώντας και εξηγώντας στη Σωτηρία το τι είχε γίνει, με ψιθύρους για να μην ακούγονται αλλά με έντονο ύφος και με πρόσωπο κατακόκκινο. Η Σωτηρία τον άκουγε με ανοιχτό το στόμα. Η σιγουριά του δεν της άφηνε πολλά περιθώρια. Στο βασικό σημείο είχε άλλωστε δίκιο: Κακώς ξανοίχτηκε τόσο με την Κατερίνα. Βρήκαμε δουλειά του Μίμη στην Ισπανία. Αυτό θα αρκούσε. Ούτε ναοί ούτε τίποτα.

Και τώρα τι; Η μικρή είχε τις παραξενιές της. Αν τη συμβούλευες για κάτι ήσουν σίγουρος ότι θα έκανε το αντίθετο, από αντίδραση και μόνο. Η αρχική σκέψη του Μίμη, να της πουν να μη βγάλει τσιμουδιά από δω και πέρα, ακυρωνόταν. Μαζί με τη Σωτηρία αποφάσισαν να το χειριστούν διαφορετικά. Μετά από δέκα λεπτά γύρισαν στο σαλόνι με ήρεμα πρόσωπα, σχεδόν χαμογελαστά.


33

Τον κύριο Κώστα θα ήθελα, παρακαλώ. Θα μπορούσε βέβαια να το πει και πιο απλά. Τον κύριο Κώστα, παρακαλώ. Ή ακόμη: Κύριε Κώστα, εσείς;

Το πιο δύσκολο δεν ήταν το πώς, αλλά το ποιον. Όλα τα άλλα γίνονταν. Θα πήγαινε από το τηλεπικοινωνιακό γραφείο, κάποιο πρωί που θα ξέκλεβε χρόνο. Θα έμπαινε στο θάλαμο και θα σχημάτιζε τον αριθμό. Με το μηδέν-εικοσιένα μπροστά. Στο τέλος της συνδιάλεξης θα πλήρωνε στο ταμείο. Στον γλοιώδη υπάλληλο, τον 'Παμεινώντα, που θα του χαμογελούσε πονηρά, πιστεύοντας ότι ήρθε στο θάλαμο για να σαλιαρίσει τηλεφωνικά με τη λεγάμενη.

Θα του έφευγαν βέβαια κάμποσα λεφτά αλλά υπήρχε ένα κομπόδεμα για την ανάγκη. Κι ήταν πραγματική ανάγκη για το Σωκράτη να κάνει εκείνο το τηλεφώνημα. Να πάει και στην Αθήνα αν χρειαζόταν. Θα ξεκινούσε όμως με το τηλεφώνημα. 

Να όμως που όταν μπήκε στο θάλαμο και έκλεισε την πόρτα δεν ήξερε αν έπρεπε να ζητήσει τον κύριο Κώστα, τον κύριο Γιάννη ή κάποιον άλλον. Έναν αριθμό ήξερε μόνο. Και τρία ονόματα, από τους οποίους ο ένας, ο παππούς, είχε πεθάνει.

Ο κίνδυνος να εισπράξει την άρνηση ήταν μεγάλος. Ειδικά αν ρωτούσε στα ίσα, τίνος είναι αυτό το τηλέφωνο, αυτόν που θ' απαντούσε. Θα μπορούσε βέβαια να πιάσει να τους εξηγήσει από την αρχή. Ξέρετε, είμαι ο Τάδε, συγγνώμη για την ενόχληση, αλλά βρήκα μια φωτογραφία του παππού μου με άλλους δύο, και στο πίσω μέρος είναι το τηλέφωνό σας, σκέφτηκα λοιπόν να επικοινωνήσω – και τα λοιπά. Ο μετρητής των μονάδων θα έγραφε σαν τρελός. Κλάφ'το το κομπόδεμα. Κι όμως, κι όμως… Όσο το σκεφτόταν, τόσο του φαινόταν σαν τη μόνη λύση. Πήρε μια βαθιά ανάσα και σχημάτισε τον αριθμό.

Χτύπησε κάμποσες φορές. Κανείς δεν το σήκωνε. Κατέβασε το ακουστικό, μέτρησε μέχρι το δέκα και ξαναπήρε. Αυτό επαναλήφθηκε άλλες πέντε ή έξι φορές. Καμία απάντηση. Τζίφος.

Η μόνη του ικανοποίηση ήταν ότι δε χρειαζόταν να περάσει απ' το ταμείο. Γλίτωσε τη φάτσα του 'Παμεινώντα. Στάθηκε για λίγο στο τραπέζι με τους τηλεφωνικούς καταλόγους και βρήκε αυτόν της Αθήνας. Ήταν αδύνατο να ψάξει μία μία τις καταχωρίσεις για να δει πού ανήκε ο αριθμός που έπαιρνε. Μπορούσε όμως να βρει την περιοχή, από τα πρώτα ψηφία του αριθμού. Θυμόταν πως υπήρχε ένας τέτοιος πίνακας στους καταλόγους.

Από το τηλεπικοινωνιακό κέντρο έφυγε με μια ακόμη απορία. Θα μπορούσε να ρωτήσει τον 'Παμεινώντα αλλά δεν είχε όρεξη. Όλο και κάποιος θα βρισκόταν στο νησί για να του εξηγήσει πού ακριβώς βρισκόταν η αθηναϊκή συνοικία με το περίεργο όνομα Αλυσίδα.


34

Επίτηδες άφησε για το τέλος τη βόλτα στη Λεωφόρο Ντε Γκράσια. Για την τελευταία του βδομάδα στη Βαρκελώνη, και μάλιστα την Πέμπτη ή την Παρασκευή, εφόσον θα είχε ήλιο – απαραίτητη προϋπόθεση για να φωτογραφίσει. Η Πέμπτη ήταν βροχερή και κρύα. Ευτυχώς στη Μεσόγειο οι εναλλαγές είναι γρήγορες. Η Παρασκευή δεν ήταν ανοιξιάτικη, ήταν όμως αρκετά φωτεινή. Η συλλογή δεδομένων είχε ουσιαστικά τελειώσει και ο Παντελής εκείνη τη βδομάδα έβαζε ήδη στο χαρτί τις πρώτες του ιδέες για τη γενική μορφή και διάταξη του Ναού. Είχε λοιπόν αρκετό χρόνο για να δει κάποια από τα κτίσματα που έκαναν τη Βαρκελώνη μοναδική.

Στην Κάσα Μπατλλό θαύμασε την κομψή αρχοντιά που την ξεχώριζε από τα επίσης όμορφα γειτονικά της κτίρια. Αντίθετα, η Κάσα Μιλά, η γνωστή και ως Πεδρέρα, είχε μια αυστηρότερη και επιβλητικότερη όψη, περισσότερο σαν γιγάντιο γλυπτό και λιγότερο σαν πολυώροφη οικοδομή.

Αφού θαύμασε τα κτίρια της Λεωφόρου Ντε Γκράσια, φωτογραφίζοντάς τα τόσο από κοντά όσο και από τα απέναντι πεζοδρόμια, συνέχισε να περπατά πρώτα στη λεωφόρο και αργότερα σ' έναν κάθετο δρόμο, μέχρι που κατέληξε στη Σαγράδα Φαμίλια. Την ημιτελή εκκλησία που ποτέ δεν λειτούργησε. Μια ιδιόρρυθμη κατασκευή στο πεδινό κομμάτι της πόλης, δύο τετράδες πύργων σαν τα δάχτυλα δύο χεριών – χωρίς τους αντίχειρες – που υψώνονταν προς τον ουρανό λες κι έκαναν προσευχή. Τριγύρω η Σαγράδα Φαμίλια περιβαλλόταν από άλλα κτίρια, από την πόλη ολόκληρη. Δεν δέσποζε πάνω της, όπως το Τιμπιντάμπο.

Ο Παντελής δεν ήταν σίγουρος αν ο άγνωστος, σε αυτόν, αρχιτέκτονας του Τιμπιντάμπο είχε ποτέ πει στα ισπανικά το Νενίκηκά σε, Γκαουντί! Σίγουρα ο καφετί όγκος της περίεργης Σαγράδα Φαμίλια δεν είχε τη λαμπρότητα του κατάλευκου ναού στην κορυφή του λόφου. Και το άγαλμα του Κυρίου με τις ανοιχτές αγκάλες θα πρέπει να γεννούσε στον μέσο πιστό περισσότερη ζεστασιά και οικειότητα απ' ό,τι οι ανάγλυφες παραστάσεις, έργα τέχνης περισσότερο παρά λατρευτικά αντικείμενα. Εικασία ήταν η τελευταία σύγκριση, ο Παντελής ήξερε ότι δεν μπορούσε ο ίδιος να το κρίνει αυτό με τον ίδιο τρόπο, συνηθισμένος στις ορθόδοξες αγιογραφίες όπως και οι περισσότεροι συμπατριώτες του – ανεξάρτητα από το πόσο θρήσκος ήταν ο καθένας.

Ο Παντελής δεν ήταν και τόσο. Χωρίς να είναι συνειδητά άθρησκος ή να έχει ασπαστεί κάποιο άλλο δόγμα απ' αυτό στο οποίο βαφτίστηκε σαν παιδί – μεγάλωσε όμως με γονείς κοσμοπολίτες, και σε μια πόλη αρκετά απρόσωπη ώστε η αποχή από τον ενοριακό ναό τις Κυριακές να μπορεί να περνά απαρατήρητη.

Το ταξίδι στην Ισπανία του ανακοινώθηκε απότομα. Θα ήταν όμως σημαντικό ως εμπειρία. Αποφάσισε να πει το Ναι χωρίς να κάνει πολλές ερωτήσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν είχε απορίες. Και με τον καιρό του γεννιόνταν περισσότερες. Ένα από τα πράγματα που δυσκολευόταν να καταλάβει ήταν το γιατί διάλεξαν αυτόν, παιδί μιας αστικής οικογένειας χωρίς ιδιαίτερους δεσμούς με τα εκκλησιαστικά. Θεωρητικά ήταν ένας διαγωνισμός ανοικτός σε όλους, αυτό τουλάχιστον είχε καταλάβει από τον πατέρα του. Ήταν σίγουρος όμως ότι δύσκολα θα υπήρχαν άλλοι υποψήφιοι που θα απολάμβαναν την ίδια βοήθεια, με πληρωμένα ταξίδια στο εξωτερικό και με την υποστήριξη της εκεί πρεσβείας.

Με την επιστροφή του θα είχε πολλά να πει με τον πατέρα του. Στο μεταξύ, είχε μπροστά του μια τελευταία βραδιά στη Βαρκελώνη – και ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο στη Μαδρίτη πριν την αναχώρησή του. Θύμισε στον εαυτό του το σκοπό εκείνης της βόλτας. Έκανε μερικά βήματα πίσω, φωτομέτρησε, εστίασε και τράβηξε μια ακόμη φωτογραφία.

Δεν ήταν εύκολο να συγκρίνεις ανόμοιες εμπειρίες αλλά ο Παντελής το τόλμησε, την ώρα που γύριζε με τα πόδια στο ξενοδοχείο του: Στις τέσσερις βδομάδες που έμεινε στην Ισπανία, τίποτα, ούτε ακόμα κι οι καλύτερες στιγμές με την Εύα, δεν τον γέμισε τόσο όσο εκείνες οι δύο ώρες γύρω από την Σαγράδα Φαμίλια.

Αυτό βέβαια απέφυγε να το εκμυστηρευτεί στην Εύα το ίδιο βράδυ. Το τελευταίο τους βράδυ, μέχρι – πρώτα ο Θεός – το Πάσχα.


35

Υπέροχη!

Τη λάτρευε τη ζεστή σοκολάτα. Ήταν ό,τι έπρεπε για εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό. Στη Μαδρίτη είχε χιονίσει και η γυναίκα του με τα τρία παιδιά τους είχαν βγει στο μικρό τους κήπο να παίξουν χιονοπόλεμο. Τα δελτία ειδήσεων στο ραδιόφωνο έδιναν τη νοερή εικόνα μιας κατάλευκης Ισπανίας. Το αεροδρόμιο Μπαράχας είχε κλείσει, ενώ σε αρκετούς δρόμους η κυκλοφορία γινόταν μόνο με αλυσίδες.

Προσπάθησε, πίνοντας το αγαπημένο του ρόφημα, να απολαύσει την παραδοσιακή μουσική που παιζόταν μεταξύ έντεκα και δώδεκα, όπως κάθε Κυριακή πρωί. Δεν ήταν εύκολο. Από στιγμή σε στιγμή περίμενε να χτυπήσει το τηλέφωνο. Τη φωνή του ανθρώπου που θα του μιλούσε δεν την είχε ξανακούσει. Θα περίμενε να ακούσει τη φράση.

Η φωνή ήταν αδύναμη. Οι κραυγές χαράς του πεντάχρονου αγοριού, που μόλις είχε επιστρέψει από τον κήπο, δεν την άφηναν να ακουστεί καθαρά. Δεν ήταν καν σίγουρος σε ποια γλώσσα μίλησε ο συνομιλητής του.

Συγγνώμη, παρακαλώ; αποτόλμησε να ρωτήσει στα ελληνικά. Την ίδια ώρα έκανε νόημα στον Ραμόν με το δάχτυλο στο στόμα, να κάνει ησυχία.

Τα κάγκελα έπιασαν πάγο, επανέλαβε κάπως δυνατότερα η φωνή στο τηλέφωνο. Το άκουσμα αυτής της τόσο κοινότοπης φράσης σιγούρεψε τον Κάρλος ότι είχε να κάνει με τον σωστό άνθρωπο. Αυτόν που στους διπλωματικούς κύκλους ανά τον κόσμο ήταν γνωστός σαν Πίπης.

Τώρα ήταν η σειρά του να απαντήσει κατάλληλα. Και το οδόστρωμα γλιστράει, ήταν η δική του ατάκα. Ήταν δύσκολο να το προφέρει κάποιος που είχε μισο-ξεχάσει τα ελληνικά αλλά ο Κάρλος τα κατάφερε περίφημα. Το μυαλό του πήγε για λίγο στο πρόσωπο που του είχε μάθει τα ελληνικά. Το Λοιπόν; που άκουσε στο ακουστικό του τον επανέφερε στην πραγματικότητα.

Δεν είχαμε κανένα πρόβλημα, απάντησε στον Πίπη. Συνεπής στις υποχρεώσεις του.

Διαγωνίως; επέμεινε ο Πίπης, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρό του, προς τα Παλαιά Ανάκτορα.

Και η Παράλληλος εντάξει. Ένας υποθετικός ωτακουστής δύσκολα θα έβγαζε άκρη. Οι πραγματικοί πάντως, τα κατάφερναν μια χαρά. Και υπήρχαν αρκετοί τέτοιοι, δηλαδή τουλάχιστον δύο. Αν αυτή τη στιγμή μπορούσε ο ένας τους να δει τον άλλο, θα έκλειναν το μάτι με νόημα.


36

Στο Μπαράχας επικρατούσε χάος.

Στην καλύτερη περίπτωση, οι πτήσεις έφευγαν με μια καθυστέρηση μερικών ωρών. Στη χειρότερη, θα έπρεπε κανείς να ξενυχτήσει στο αεροδρόμιο, εφόσον δεν είχε κάπου αλλού να καταλύσει. Ακόμη κι αν είχε τα χρήματα για άλλη μια βραδιά στο ξενοδοχείο – που δεν τα είχε – ο Παντελής είχε απορρίψει την ιδέα να πάει στη Μαδρίτη. Η διαδρομή του λεωφορείου γινόταν με μεγάλη δυσκολία στους παγωμένους δρόμους. Είχε ταλαιπωρηθεί πολύ μέχρι να φτάσει το πρωί, δεν είχε λοιπόν καμία όρεξη να ξανακάνει την ίδια απόσταση άλλες δύο φορές.

Η μέρα, αν όχι και η νύχτα, έπρεπε να περάσει. Κάθισμα στο αεροδρόμιο δεν υπήρχε ούτε για δείγμα. Ο Παντελής προσπάθησε να βολευτεί στο σακίδιο. Έβγαλε ένα μπλοκ λευκό χαρτί από τη χειραποσκευή του και ένα στυλό. Δεν ήξερε όμως τι να τα κάνει.

Στην αρχή σκέφτηκε να γράψει στην Εύα. Οι λέξεις όμως δεν κυλούσαν. Τι παραπάνω να της πει απ' όσα είχαν πει το περασμένο βράδυ, τον περασμένο μήνα που πέρασαν μαζί; Ήξερε ανθρώπους, φίλους του, που τους άρεσε να γράφουν σε αγαπημένα τους πρόσωπα απ' όπου κι αν βρίσκονταν: Τώρα είμαι στο αεροδρόμιο, περιμένουμε να ανακοινωθεί η ώρα της πτήσης, χιονίζει και μου λείπεις, και όλα τα σχετικά. Εκείνος δεν το έκανε. Για την ακρίβεια το είχε κάνει παλιά, με έναν-δυο εφηβικούς του έρωτες, τώρα πια το βαριόταν όμως.

Άρχισε να ζωγραφίζει. Στην αρχή πρόσωπα και καραγκιοζάκια. Στη συνέχεια μια σχεδόν ημιτονοειδή γραμμή, που όμως ανηφόριζε στο δεξιό της μέρος. Στο μυαλό του είχε τον λόφο, τον ψηλότερο αλλά όχι – ακόμη – τον ενδοξότερο της Αθήνας. Τον απεικόνισε όπως φαινόταν από την ταράτσα του σπιτιού τους στην Αχαρνών. Προσπάθησε κοντά στο δεξί του άκρο να προσθέσει ένα ναό. Στην αρχή βγήκε κάτι σαν το Ταζ Μαχάλ. Ή, λιγάκι, την Αγια-Σοφιά. Ήταν αναπόφευκτο. Αυτά κουβάλαγε μέσα του, ο καθένας από κει θα ξεκινούσε. Στις επόμενες ώρες δοκίμασε πολλές εκδοχές. Το μπλοκ έφτασε κάπου στη μέση, με τις περισσότερες σελίδες συμπληρωμένες μπρος πίσω και με περισσότερες από μία εκδοχές στην καθεμία.

Η πτήση του ήταν πλέον βέβαιο ότι θα έφευγε το επόμενο πρωί. Δεν τον πείραζε καθόλου αυτό. Ένιωθε ελεύθερος. Ελεύθερος να σκεφτεί, να εκφραστεί και να δημιουργήσει.

Η μόνη ανάγκη που ένιωσε να επικοινωνήσει ήταν με τον συνάδελφό του από τη Βαλένθια. Έψαξε και βρήκε στο πορτοφόλι του το χαρτί που είχε πάρει μαζί του τη μέρα της επίσκεψης στο πανεπιστήμιο. Δεν είχε όμως σημειωμένο το τηλέφωνό του. Μόνο τη διεύθυνση, που εκείνη τη στιγμή δεν του ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη. Τις πληροφορίες για τον περιβάλλοντα χώρο των εμβληματικών ναών θα έπρεπε να τις ζητήσει με κάποιο γράμμα. Το γράμμα αυτό, όπως και αυτό προς την Εύα, θα έπρεπε να περιμένει.

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Κεφάλαια 25 έως 30 (διπλή εορταστική δόση)


25

Το φαγητό δεν κατέβαινε.

Κι ας ήταν τόσο γλυκιά η χειμωνιάτικη βραδιά. Κι ας ήταν τόσο γελαστό και τόσο λαμπερό το πρόσωπό της, τόσο μελωδική η φωνή της, τόσο ταιριαστό το απλό της ντύσιμο.

Προσπάθησε να μην της κρατήσει μούτρα, του ήταν όμως αδύνατο να συνεχίζει να παίζει θέατρο για πολύ.

Ήταν έτοιμος να της μιλήσει. Να ξεσπάσει. Να της εξηγήσει ότι δεν ήταν ανάγκη να ξεκινήσουν τη σχέση τους, την όποια σχέση τους, με ψέματα.

Τον αιφνιδίασε.

Δεν έμεινα όσο ήθελα στη Ζιρόνα, του είπε, λες και μάντεψε την ερώτησή του. Σάββατο μεσημέρι με Κυριακή απόγευμα, τι να πρωτοκάνεις;

Ήπιε μια γουλιά κρασί και συνέχισε: Την Παρασκευή δεν έφυγα αμέσως. Έπρεπε να ξεκαθαρίσω κάποιους λογαριασμούς, εδώ στη Βαρκελώνη.

Την κοίταξε στα μάτια. Εκείνη τον κοιτούσε ήδη. Συνέχισε. Δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει αυτό που έχουμε, ήθελα όμως να είμαι καθαρή. Νομίζω πως έτσι είναι το σωστό.

Το μυαλό του έτρεξε πίσω, στη Ράμπλα. Οι τρεις τύποι, ο ψηλός που την είχε αγκαλιά – ή δεν την είχε; Τα αγέρωχα βλέμματά τους. Όλοι κοίταζαν κάπου μακριά. Κι εκείνη μαζί. Να τον είχε δει άραγε, και να προσπαθούσε να δικαιολογηθεί τώρα; Δύσκολο. Να το είχε μαντέψει από την κακοκεφιά του; Αδύνατο να μαντέψει.

Και γιατί με τρεις και όχι τετ-α-τετ; Ο λογικός του εαυτός έβρισκε πιθανές απαντήσεις – τι τους εμπόδιζε να κάνουν όλοι μαζί παρέα; Βγήκαν μαζί για φαγητό και ποτό, όπως πάντα, και μετά ξεμοναχιάστηκε με τον εραστή της, και πάλι όπως πάντα.

Στο επόμενο δευτερόλεπτο άρχισε – σιωπηρά πάντα – ο σαρκασμός. Κατάλαβα πώς ακριβώς ξεκαθάρισαν τους λογαριασμούς τους. Ας τους ξεκαθαρίσουμε μια τελευταία φορά, έτσι για να το θυμόμαστε.

Ήταν μπερδεμένος – έμεινε μπερδεμένος όλη τη βραδιά. Αισθάνθηκε βέβαια υποχρεωμένος να της πει πόσο πολύ εκτιμούσε την ειλικρίνειά της. Πέρασαν μαζί τη νύχτα, στο σπίτι της. Κάποιες φορές περνούσε απ' το μυαλό του η φράση του Γαλιλαίου: Και όμως γυρίζει, μέχρι που τελικά τον πήρε ο ύπνος στην αγκαλιά της.


26

Ο Μίμης σχημάτισε τον αριθμό του Υπηρεσιακού Παράγοντα. Δεν ήξερε σε τι να ελπίζει. Αν δεν ξέρει τίποτα, σημαίνει ότι είναι νυχτωμένος. Αν ξέρει, τόσο το χειρότερο. Ήταν πάντως περίεργος να ακούσει τι θα του έλεγε.

Δεν τον βρήκε. Ήταν περασμένη η ώρα. Θα ξαναδοκίμαζε αύριο. Πήρε το χαρτοφύλακά του και βγήκε στο δρόμο. Περπάτησε μέχρι τα προπύλαια του Πανεπιστημίου αλλά η στάση ήταν γεμάτη από κόσμο. Αποφάσισε να περπατήσει. Ο κρύος αέρας θα του έκανε καλό.

Όταν έφτασε στο σπίτι είχε σχεδόν νυχτώσει. Η Σωτηρία έλειπε, μάλλον θα είχε βγει να ψωνίσει. Ο Μίμης έβγαλε τα παπούτσια του κι έβαλε να κάνει ποδόλουτρο. Άνοιξε και την τηλεόραση. Είχε ειδήσεις αλλά εκείνος δεν πρόσεχε. Ακόμα και ποδόσφαιρο να είχε, που τόσο τον συνέπαιρνε, είναι αμφίβολο αν θα έδινε σημασία.

Στη μισή ώρα ήρθε και η γυναίκα του. Καλώς τον άσωτο!, του είπε χαϊδευτικά, μαθημένη από απροσδόκητες αργοπορίες ενός συζύγου που εκτός από σπίτι και οικογένεια είχε και καριέρα.

Ο Μίμης ζήτησε ένα καφέ, για την ακρίβεια ένα βαρύ γλυκό. Σε πέντε λεπτά η Σωτηρία ήρθε από την κουζίνα κρατώντας ένα δίσκο με ένα φλιτζάνι και δύο ποτήρια νερό. Στην υγειά μας, είπε και σήκωσε το ένα ποτήρι. Ήπιε λίγο, το άφησε και περίμενε.

Ο Μίμης ήπιε λίγο απ' το ζεστό καφέ. Βαριεστημένα, τη ρώτησε πού είχε πάει. Τα ψώνια αποκλείονταν γιατί δεν την είδε να κρατάει τίποτα. Όχι ότι καιγόταν από περιέργεια αλλά έτσι, για να ξεκινήσει την κουβέντα.

Στην ανιψιά μας πήγα.

Την Κατερίνα; ρώτησε ο Μίμης. Είχε να τους δει από το γάμο. Η Κατερίνα είχε περάσει από τη Σωτηρία ένα απόγευμα που εκείνος έλειπε σε σύσκεψη. Μάλλον η γυναίκα του ανταπέδωσε σήμερα την επίσκεψη.

Είναι λιγάκι θυμωμένη με τον καλό της. Παύση, για να δει την αντίδραση του Μίμη. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε. Η Σωτηρία συνέχισε. Που θα πάει και φέτος στο καρναβάλι. Κι ας είναι παντρεμένοι.

Και γιατί δεν την παίρνει μαζί του; απόρησε ο Μίμης.

Αυτό τη ρώτησα κι εγώ. Δεν είναι όμως αυτό το πρόβλημά της. Εκείνος, μάλλον της το λέει - εκείνη δεν θέλει να πάει. Η Σωτηρία αναστέναξε. Αυτό το κορίτσι, μια ζωή αντίδραση και πείσμα! Και πέρσι που την είχαμε εδώ, τα ίδια πάλι, δε θυμάσαι;

Ο Μίμης δε θυμόταν.

Και πάλι ξεσπάθωνε για το καρναβάλι, συνέχισε η Σωτηρία. Που είναι ξενόφερτο, καταναλωτικό και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Τα ίδια μού' λεγε και σήμερα. Πρέπει, λέει, να διασκεδάζουμε παραδοσιακά. Τι παραδοσιακά, κορούλα μου, της είπα, δεν είναι παραδοσιακή η αποκριά; Με το μπαμπά σου, πριν τον πόλεμο, ξέρεις τι ξεφάντωμα κάναμε κάτω στο νησί; Δε σου τραγούδησε ποτέ τ' αποκριάτικα; Της τά' πα ένα χεράκι αλλά εκείνη τίποτα, αγύριστο κεφάλι! Ίδια η μάνα της ώρες ώρες.

Η Σωτηρία ξαναήπιε νερό και συνέχισε. Δεν το καταλαβαίνω αυτό το κορίτσι! Ενώ έχει μυαλό, και μάλιστα διαβάζει…

Το ζήτημα είναι, τι διαβάζει; παρατήρησε ο Μίμης. Κι ο αρχιμανδρίτης μελετά, είπε από μέσα του. Οι μεσημεριανές κουβέντες δεν σταμάτησαν να απασχολούν τη σκέψη του.

Να δεις που αυτή η Βάσω του Κερκέντελε θα' χει βάλει το χέρι της!, συνέχισε η Σωτηρία. Δεν τους χώνευε οικογενειακώς, τους Κερκεντελαίους. Τόσο ο πρόσφυγας παππούς, ο γερο-Παναής, χαμάλης στο λιμάνι, όσο και η γυναίκα του και τα δύο παιδιά του, ο Γιάννης και η Μαρίτσα, ήταν απόμακροι και μουντοί άνθρωποι. Τα εγγόνια ήταν πιο πρόσχαρα, αλλά παρόλα αυτά η Σωτηρία ένιωσε μια ανακούφιση όταν έμαθε ότι ο γιος της δεν έκανε παρέα πια με τη Βάσω.

Ο Μίμης, που δεν είχε γεννηθεί στο νησί και μπορούσε να κρατήσει κάποιες αποστάσεις από τις εμμονές της τοπικής κοινωνίας, παραδεχόταν ωστόσο ότι για τους Κερκεντελαίους είχε κάποιο δίκιο η Σωτηρία. Περίεργοι τύποι. Την άφησε να συνεχίσει το συλλογισμό της.

Το ξέρεις ότι με το Κατερινάκι συναντιώνται ανελλιπώς, κάθε Τετάρτη; Δεν είναι μωρό παιδί, βέβαια, αλλά προσπάθησα να της το πω με τρόπο, ότι ο γάμος θέλει προσοχή, ειδικά στην αρχή. Να κοιτάζει κανείς το σπίτι του πρώτα απ' όλα, και μετά όλα τ' άλλα. Ήπιε λίγο νερό και συνέχισε, σχεδόν ψιθυριστά: Σε κάποια οργάνωση είναι αυτή.

Η Βάσω; ρώτησε το ίδιο χαμηλόφωνα ο Μίμης.

Η Βάσω, απάντησε η Σωτηρία. Ο Μίμης, όπως και η γυναίκα του, την είχε δει κι εκείνη στο γάμο, στην εκκλησία όμως μόνο και όχι στο γλέντι. Θυμόταν καλά το ανεπιτήδευτο ντύσιμό της και τον κότσο στα μαλλιά της. Η Βάσω σε οργάνωση; Γιατί όχι, τώρα που το σκεφτόταν. Κάτι ήξερε για ταγάρια, για μοντγκόμερι, για ίσιο παπουτσάκι – να κι ο κότσος τώρα, άλλο ένα αξεσουάρ, όσο ζω μαθαίνω, σκέφτηκε.

Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο φίλος του ο Άρης. Φανατικός εργένης και δεινός σκακιστής. Τον προσκάλεσε να συνεχίσουν τη χτεσινή παρτίδα. Αν και σκοτισμένος, και συνεπώς σε κακή φόρμα για πνευματικό παιχνίδι, ο Μίμης το είδε σαν ευκαιρία να ξεδώσει. Η Σωτηρία δεν του έφερε αντίρρηση. Αρκεί να μην αργούσε πολύ για το βραδινό φαγητό.

Γύρισε κατά τις εννιάμιση. Η παρτίδα ήταν μια τυπική διαδικασία, η θέση των πιονιών του ήταν ήδη δύσκολη από χτες – η ήττα ήταν προδιαγεγραμμένη. Το κονιάκ που του πρόσφερε ο Άρης σίγουρα δεν τον βοήθησε να ανατρέψει το σκηνικό. Τουλάχιστον του έφτιαξε λίγο τη διάθεση. Τα προβλήματα της δουλειάς μπορούσαν να περιμένουν μέχρι το επόμενο πρωί.


27

Για δεύτερη συνεχόμενη Κυριακή, ο Σωκράτης δεν ακολούθησε την παρέα στα καφενεία. Αυτή τη φορά πήρε το τρίκυκλο και πήρε τον επαρχιακό δρόμο. Μόνος του. Συντροφιά του, αν μπορούσε να την πει κανείς έτσι, ένα πακέτο τσιγάρα, ένα κουτί σπίρτα και μια φωτογραφία. Τη φωτογραφία.

Στα μισά του δρόμου για το Καλέμι ήταν ο πύργος του Μπίγαλη, ένα ερειπωμένο οικοδόμημα στην πλαγιά, που η κάτω του πλευρά κατέληγε σε έναν πέτρινο τοίχο με ύψος γύρω στα είκοσι μέτρα. Η βάση του τοίχου ήταν στην άκρη του επαρχιακού δρόμου. Σε μια εσοχή του τοίχου υπήρχε μια βρύση και δίπλα ένα πεζούλι – το αγαπημένο στέκι όλης της παρέας, χειμώνα-καλοκαίρι. Ο καιρός ήταν υποφερτός, χωρίς ιδιαίτερο κρύο, κι έτσι ο Σωκράτης σταμάτησε το τρίκυκλο δίπλα στη βρύση και έκατσε στο πεζούλι. Άναψε ένα 22 και έβγαλε από την τσέπη του τη φωτογραφία.

Διαστάσεις έξι επί τέσσερα. Περίπου. Χωρίς άσπρο πλαίσιο, λίγο φθαρμένη στην αριστερή ακμή. Καθισμένοι σ' ένα ασβεστωμένο πεζούλι, τρεις άντρες. Ο μεσαίος κρατούσε ένα μικρό μπαγλαμαδάκι, έναν τζουρά, στο ένα του χέρι. Ο Σωκράτης παρατήρησε τα πρόσωπα και τα σώματα της φωτογραφίας.

Αριστερά ο μπαρμπα-Νικολός. Σκουρόχρωμο πουκάμισο, ίσως βαθύ μπλε – αν μπορούσε να κρίνει καλά από την ασπρόμαυρη φωτογραφία – με γυρισμένα τα μανίκια. Κατάμαυρο παντελόνι. Τραγιάσκα στο κεφάλι. Σκυμμένος μπροστά, οι αγκώνες στους μηρούς και τα χέρια σταυρωμένα. Και το χαρακτηριστικό μουστάκι.

Ο άνθρωπος στο μέσον είχε φυσιογνωμία άγνωστη στο Σωκράτη. Το σουλούπι του και το ντύσιμό του πάντως δεν ήταν πολύ διαφορετικό από του μπαρμπα-Νικολού – με τη διαφορά ότι ήταν ασκεπής. Το πρόσωπό του απέπνεε εξωστρέφεια, αυτοπεποίθηση – μαγκιά, όπως την αντιλαμβανόταν ο Σωκράτης – σε αντίθεση με το μαζεμένο και μάλλον βλοσυρό ύφος του Νικολού.

Ο άνθρωπος στα δεξιά είχε φυσιογνωμία επίσης άγνωστη. Για την ακρίβεια, θα έμενε για πάντα άγνωστη. Ο χώρος όπου κανονικά θα βρισκόταν το πρόσωπό του ήταν μουτζουρωμένος με μελάνι.

Είχε κοιτάξει αρκετές φορές τη φωτογραφία τις τελευταίες εφτά μέρες. Δεν είχε καταφέρει να μαντέψει ποιοι ήταν οι άλλοι δύο. Γύρισε τη φωτογραφία μπρος πίσω. Και την πίσω όψη την είχε δει κι αυτήν αρκετές φορές. Τρία ονόματα, έξι ψηφία και μια διεύθυνση. ΝικολόςΚώστας – Γιάννης, τα ονόματα, με μαύρο μελάνι. 207937: ο αριθμός, γραμμένος με κόκκινο. Από κάτω η διεύθυνση, Κιάφας 46, με κόκκινο κι αυτή. Και κάτω κάτω η στάμπα, με δύο τετράγωνα κόκκινα κι άλλα τόσα μπλε.

Και λοιπόν;

Ωραία, Κώστας ο μεσαίος – ο χωρίς τραγιάσκα – και Γιάννης στα δεξιά. Αγνώστων λοιπών στοιχείων όμως, και σίγουρα όχι της οικογένειας. Φαίνονταν σημαντικοί και αρκετά οικείοι, ώστε να αρκούν τα μικρά τους ονόματα, και μάλιστα ανάμεσα σε τόσους Κώστηδες και Γιάννηδες, για να τους θυμάται αυτός που έγραψε τη λεζάντα.

Η διεύθυνση, το δίχως άλλο, αθηναϊκή. Δεν την ήξερε την οδό αλλά τέτοιο δρόμο σίγουρα δεν είχανε στο νησί, και σίγουρα όχι με σαρανταέξι νούμερα. Τα περισσότερα σπίτια δεν είχαν καν νούμερα, μόνο αυτά της απογραφής.

Με το δεύτερο τσιγάρο το πρόσωπό του φωτίστηκε. Όχι από την επίδραση της νικοτίνης. Απλά σκέφτηκε ότι ο εξαψήφιος αριθμός, γραμμένος σίγουρα μεταγενέστερα από την προπολεμική φωτογραφία – το φανέρωνε το κόκκινο μελάνι κι ο διαφορετικός γραφικός χαρακτήρας – δεν ήταν, δεν μπορεί να ήταν τίποτε άλλο παρά τηλεφωνικός, και μάλιστα αθηναϊκός. Όπως κι η διεύθυνση.


28

Αυτή τη φορά του ζήτησε να έρθει μαζί της στο σταθμό. Για την ακρίβεια, αρχικά του ζήτησε να έρθει στη Ζιρόνα. Εκείνος αρνήθηκε, της είπε ότι έχει να κάνει λίγη δουλειά μες στο σαββατοκύριακο. Ήταν λογικό αυτό που της είπε – ήταν η προτελευταία του Παρασκευή στην Ισπανία. Στην πραγματικότητα όμως είχε ήδη δουλέψει πολύ. Καθόταν μέχρι αργά το βράδυ πάνω από τα σκίτσα του, τις φωτογραφίες που είχε εμφανίσει, τις σημειώσεις, τα αντίγραφα από σελίδες βιβλίων και μελετητικών τευχών – και δούλευε την ιδέα του για τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό. Είχε ήδη φτάσει σε καλό σημείο. Το μυαλό του χρειαζόταν μια ξεκούραση αυτό το σαββατοκύριακο. Ήθελε όμως να βρει την ξεκούραση μακριά από την Εύα. Περνούσε καλά μαζί της αλλά δεν ήθελε να μπει πολύ στο περιβάλλον της. Ίσως έφταιγαν οι τρεις τύποι που είδε μαζί της εκείνο το βράδυ. Όχι Ζιρόνα λοιπόν.

Έλα τουλάχιστον στο σταθμό. Να πάμε μια ώρα πριν την αναχώρηση. Θέλω να σου πω κάτι, τον παρακάλεσε η Εύα. Πήγαν λοιπόν. Κάθησαν σε ένα παγκάκι. Την κοίταξε σιωπηλός, περιμένοντας ν' αρχίσει εκείνη να μιλάει.

Εκείνη έβγαλε από το σακίδιό της ένα βιβλίο. Αυτό για σένα, του είπε. Ο Παντελής έκανε να το κοιτάξει αλλά η Εύα ακούμπησε το χέρι της πάνω του έτσι ώστε να κρύβει το μισό εξώφυλλο. Θα το δεις μετά, του είπε. Ο Παντελής την κοίταξε με απορία. Θέλω να έρθω στην Αθήνα το Πάσχα, του είπε, κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

Το δικό σας ή το δικό μας; ρώτησε εκείνος, λες και το σημαντικότερο ήταν να διευκρινίσει η Εύα αν εννοούσε το Καθολικό Πάσχα ή το Ορθόδοξο.

Να κάνεις τι στην Αθήνα; την ξαναρώτησε αμέσως μετά, κι έτσι δεν συνεχίστηκε η συζήτηση για το Πασχάλιον του 1969.

Η Εύα έκανε μια μικρή παύση. Αναζήτηση δεν έχει μόνο η δική σου η δουλειά. Κι η δική μου έχει, και μάλιστα περισσότερη. Αρχαιολόγος χωρίς έρευνα ίσον μηδέν.

Δεν ήξερα ότι σε ενδιαφέρουν οι ελληνικές αρχαιότητες, απόρησε ο Παντελής.

Δε με ενδιαφέρουν οι ελληνικές αρχαιότητες, απάντησε με σταθερή φωνή η Εύα. Η συζήτηση που ακολούθησε ήταν ένα μάθημα ιστορίας για τον Παντελή. Και μάλιστα μεσαιωνικής. Στα σχολικά του χρόνια αυτήν την περίοδο την είχε μάθει ως Βυζαντινή, αλλά τώρα είχαν μπει σε ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο, για το οποίο δεν ήξερε τίποτα.

Ναι, ήξερε για την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους και για τα κρατίδια που γεννήθηκαν μετά από αυτήν. Θυμόταν το Δουκάτο των Αθηνών και το όνομα του Όθωνος Ντε Λα Ρος. Είχε δει και στον κινηματογράφο τον Πύργο των Ιπποτών. Αλλά μέχρι εκεί. Ο δέκατος τέταρτος αιώνας, αυτός που ενδιέφερε την Εύα, του ήταν εντελώς άγνωστος.

Για εβδομηνταπέντε περίπου χρόνια, οι άρχοντες της Αθήνας δεν ήταν ούτε βυζαντινοί, ούτε τούρκοι, αλλά ούτε καν φράγκοι, με τη στενή έννοια. Ήταν από την Βαρκελώνη, τη Λιέιδα, τη Ζιρόνα…  

Δηλαδή ισπανοί; ρώτησε ο Παντελής.

Δηλαδή καταλανοί, απάντησε η Εύα, με χαμηλωμένη αλλά πάντα σταθερή φωνή.


29

Το σκάκι θέλει καθαρό μυαλό.

Σίγουρα οι απογευματινές και βραδινές ώρες δεν ήταν οι καλύτερες δυνατές. Όχι με αντίπαλο τον Άρη, έναν μοναχικό εργένη εισοδηματία που δεν είχε τις καθημερινές έγνοιες των περισσοτέρων ανθρώπων.

Το μυαλό του Μίμη όμως δεν ήταν καθαρό ούτε εκείνο το πρωί. Αν ξεκίναγε μια παρτίδα σκάκι θα την έχανε σε δώδεκα κινήσεις, σαν αρχάριος. Το μυαλό του ήταν βραδυκίνητο σαν το λεωφορείο που τον πήγαινε στο κέντρο, στριμωγμένο στο πρωινό αθηναϊκό μποτιλιάρισμα.

Είχε κακοκοιμηθεί. Ξυπνούσε μες στη νύχτα, βασανισμένος από τη σκέψη του αρχιμανδρίτη, τη σκέψη του Χρήστου, τη σκέψη της οργάνωσης της Βάσως – και από έναν πονοκέφαλο που δεν έλεγε να φύγει.

Φτάνοντας στο γραφείο, παρήγγειλε έναν διπλό ελληνικό στο κυλικείο. Ήξερε ότι αυτό δεν θα αναπλήρωνε τον χαμένο ύπνο, αλλά έπρεπε να κάνει κάτι.

Το γραφείο είχε ησυχία. Ο Χρήστου δεν είχε φτάσει ακόμα. Όταν του έφεραν τον καφέ, ο Μίμης ήπιε μια γουλιά και, αφού σήκωσε το ακουστικό, σχημάτισε τον αριθμό του Υπηρεσιακού Παράγοντα. Καμία απάντηση και πάλι. Καλά, δεν πατάνε καθόλου στα γραφεία τους; απόρησε μέσα του.

Με τη δεύτερη γουλιά – μεγάλη γουλιά, που σχεδόν έφερε στη μέση την κούπα με τον διπλό καφέ – σκέφτηκε την Κατερίνα. Το Γρηγόρη. Την Πάτρα. Το καρναβάλι. Τη Βάσω. Το γερο-Κερκέντελε. Μέρα νύχτα στο λιμάνι. Αχθοφόρος. Τη γυναίκα του. Μέρα νύχτα στο λιβάνι. Καντηλανάφτισσα. Ψυχή του σπιτιού η κυρα-Βασιλεία, μάνα του Γιάννη και της Μαρίτσας, γιαγιά της Βάσως και των άλλων εγγονών, έξι ήταν όλοι τους αλλά η Βάσω ήταν η αγαπημένη, είχε και τ' όνομά της. Κάποιοι έλεγαν ότι της έμοιαζε κιόλας. Αταβισμός.  

Ήταν ολοφάνερο.

Μόνο σ' ένα είδος οργάνωσης θα μπορούσε να ανήκει η Βάσω.

Σε μια οργάνωση που το όραμά της δεν ήταν ο Τρίτος Γύρος, αλλά η Δευτέρα Παρουσία.

Με την τρίτη γουλιά καφέ έφτασε στο κατακάθι. Γύρισε το καντράν έξι φορές. Στο δεύτερο χτύπημα απάντησε μια γυναικεία φωνή. Μια γνώριμη φωνή. Μια γνώριμη φράση. Ναι, παρακαλώ;

Ο Μίμης μπήκε κατευθείαν στο θέμα. Φώναξε τη μικρή για καφέ το απόγευμα. Θα' μαι κι εγώ.


30

Η καριέρα μιας ισπανίδας αρχαιολόγου σίγουρα δεν ήταν απαραίτητο να περάσει από την Ελλάδα. Η χώρα της Εύας ήταν πλούσια σε προϊστορικά, αρχαία και μεσαιωνικά μνημεία – σταυροδρόμι λαών, αναπόσπαστο τμήμα κάποτε της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, κατακτημένη αργότερα από τους άραβες. Ωστόσο, η έρευνα για τα αβέβαια ίχνη της καταλανικής κυριαρχίας στο αθηναϊκό έδαφος – ή μάλλον υπέδαφος – είχε αναμφισβήτητη πρωτοτυπία. Πέρα από την ευκαιρία που θα έδινε στην Εύα και τον Παντελή να ξαναβρεθούν.

Ο συνδυασμός του τερπνού με το ωφέλιμο δεν σταματούσε εκεί. Στη Βαρκελώνη είχε την έδρα της μια πρωτοποριακή εταιρεία γεωτεχνικών ερευνών. Οι ειδικοί επιστήμονες της Φροντιέρρα θεωρούνταν από τους πιο άρτια καταρτισμένους παγκοσμίως για να δώσουν έγκυρες απαντήσεις σχετικά με τη θεμελίωση ενός μνημείου στην δύσκολη θέση που είχε προεπιλεγεί στα Τουρκοβούνια. Η επίσκεψη των μηχανικών αυτών στην Αθήνα θα αποτελούσε, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε παραλάβει ο Παντελής από την πρεσβεία, το απαραίτητο δεύτερο στάδιο της μελέτης του ναού του Τάματος. Η Εύα ανακοίνωσε στον Παντελή την απόφασή της να έρθει μαζί με την αποστολή της Φροντιέρρα.

Η συνύπαρξη της Εύας με τους συμπατριώτες της τεχνικούς δεν θα περιοριζόταν στο ταξιδιωτικό μέρος. Οι δικές της έρευνες θα γίνονταν στην ίδια έκταση που είχε δεσμεύσει το ελληνικό Δημόσιο για την κατασκευή του Ναού. Ορισμένες από τις διερευνητικές γεωτρήσεις της Φροντιέρρα θα γίνονταν σε πρόσθετο εύρος. Με αυτόν τον κομψό τρόπο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν από έναν επιτήδειο γραφειοκράτη – ο Παντελής θυμήθηκε τον πατέρα του και τους τύπους των υπουργείων που αυτός του περιέγραφε – τα σκάμματα με τα οποία θα γέμιζε, σαν ελβετικό τυρί, η επιταγμένη περιοχή στα Τουρκοβούνια.

Σε κάποιο άγνωστο βάθος η Εύα είχε την ελπίδα, ή μάλλον την πεποίθηση, ότι θα έβρισκε σημάδια από μια συγκεκριμένη, αόρατη κληρονομιά των καταλανών της Αθήνας.

Οι αναφορές στα υπόγεια δίκτυα και τους κοίλους λόφους υπήρχαν σε αρκετές πηγές της υστεροβυζαντινής, οθωμανικής και νεοελληνικής περιόδου. Η Εύα όμως ανήκε στους λίγους που είχαν την τύχη, και την υπομονή, να διαβάσουν ένα χειρόγραφο χιλίων διακοσίων σελίδων που είχε βρεθεί στο μοναστήρι του Μοντσερράτ και αναφερόταν στους Αλμογκάβερς, τους μισθοφόρους της Εταιρείας που αποτέλεσε τον κινητήριο μοχλό της καταλανικής παρουσίας στην Ελλάδα. Το κείμενο αυτό περιείχε αρκετές διφορούμενες αναφορές σε στοές και πηγάδια, τα οποία υποτίθεται ότι βρίσκονταν στην πραγματική επτάλοφο – χαρακτηρισμός που κατά τους επίλεκτους μελετητές του Μοντσερράτ δεν μπορεί παρά να αναφερόταν στην μετέπειτα ελληνική πρωτεύουσα, για να την αντιδιαστείλει από τις κλασικές επταλόφους της μεσαιωνικής ιστορίας, τη Ρώμη και την Πόλη.

Γυρίζοντας στο δωμάτιό του ο Παντελής μετά από αυτό το συμπυκνωμένο μάθημα ιστορίας, κοίταξε ξανά το σημείωμα της πρεσβείας. Επιβεβαίωσε αυτό που θυμόταν: μόνο για τα γεωτεχνικά γινόταν λόγος.

Οι δυνατότητες ήταν δύο. Είτε η Εύα δημιούργησε από το μηδέν μια καλή αφορμή για να ξαναδεί τον Παντελή το συντομότερο δυνατό. Είτε πάλι, η επίσκεψη της Εύας και η διευρυμένη γεώτρηση είχαν προαποφασιστεί και απλά το σημείωμα της πρεσβείας απέφευγε να αναφερθεί σε όσα γίνονται χωρίς να λέγονται.