Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

Κεφάλαια 22 έως 24


22

Με νυσταγμένα ακόμη μάτια μπήκε στο τραίνο κι έπιασε θέση. Το ραντεβού του στη Βαλένθια ήταν για τις δωδεκάμισι το μεσημέρι. Το φανταζόταν ήδη: Χειραψία, χωρίς καμιά φοβερή εγκαρδιότητα, πρώτες εισαγωγικές κουβέντες, μετά θα τον άφηναν σε κάποια βιβλιοθήκη να δει το υλικό και να κρατήσει σημειώσεις, εκείνοι θα πήγαιναν για το μεσημεριανό τους διάλειμμα, θα γύριζαν στις ασχολίες τους και θα τον ξαναθυμόντουσαν λίγο πριν έρθει η ώρα να πάρει το βραδινό τραίνο για τον σταθμό του Σαντς.

Ενώ ξαναπερνούσε τον Έβρο, κοντά στην παραλία αυτή τη φορά και πηγαίνοντας δυτικά, έβγαλε από την τσέπη του ένα διπλωμένο χαρτί, το άνοιξε και ξαναδιάβασε τον λόγο του σημερινού του ταξιδιού. Στην Αρχιτεκτονική Σχολή στη Βαλένθια υπήρχε μια σειρά αντιγράφων από τις πρώιμες μελέτες του Τιμπιντάμπο. Η προέλευσή τους, σύμφωνα με το δισέλιδο σημείωμα από το κιβώτιο της Πρεσβείας, ήταν αβέβαιη. Εικαζόταν ότι επρόκειτο για αντίγραφα ασφαλείας, που κάποιος ευσεβής Βαλενθιάνος είχε κρύψει κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου, σε μια εποχή που οι εκκλησίες γίνονταν κι αυτές σύμβολα και στόχοι. Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ο προνοητικός αυτός πιστός, πώς έφτασαν στα χέρια του αυτά τα σχέδια και τι τον παρακίνησε να τα στείλει μετά από τόσα χρόνια προς την Αρχιτεκτονική Σχολή – χωρίς συγκεκριμένο όνομα παραλήπτη. Κατά τους ειδικούς πάντως τα έγγραφα ήταν γνήσια, πέραν πάσης αμφιβολίας.

Η υποδοχή του Παντελή ήταν όπως ακριβώς την περίμενε. Η χειραψία, το αντιός στην πόρτα της βιβλιοθήκης πριν το μεσημεριανό διάλειμμα, όλα. Ο Παντελής κρατούσε στη μασχάλη του τους τρεις φακέλους. Όπως το τάβλι! σκέφτηκε. Κάθησε σε ένα τραπέζι και κοίταξε το ρολόι του. Ο διαθέσιμος χρόνος ήταν λίγος, δεν επιτρέπονταν καθυστερήσεις. Πεινούσε αλλά το φαγητό εκείνη την ώρα ήταν πολυτέλεια, άλλωστε απαγορευόταν μέσα στη βιβλιοθήκη. Για περίπου μία ώρα ξεδίπλωνε σχέδια, κρατούσε σημειώσεις, τα ξαναδίπλωνε και πάλι απ' την αρχή.

Δεν άντεξε και σηκώθηκε για τσιγάρο. Πήρε μαζί του τους φακέλους και όλα τα χαρτιά και προχώρησε στο καπνιστήριο. Τουλάχιστον με το τσιγάρο θα ξεχνούσε λίγο την πείνα.

Φτού! Κάπου είχε αφήσει τον αναπτήρα του. Είπε να ζητήσει φωτιά από το διπλανό τραπεζάκι. Δεν είχε πρόχειρη στο μυαλό του τη σχετική έκφραση στα ισπανικά, δίστασε για μια στιγμή, μετά απλά έδειξε το πακέτο του και ρώτησε: Φουέγκο;

Ο διοπτροφόρος νεαρός του διπλανού τραπεζιού ήταν άκαπνος αλλά προσφέρθηκε να πάρει αναπτήρα από παραδίπλα. Του άναψε. Γκράθιας, είπε ο Παντελής.

Ο ισπανός τον κοίταξε για λίγο. Γκριέγο; τον ρώτησε.

Ήταν η πρώτη φορά απ' όταν έφτασε που κάποιος τον ρώτησε αν είναι έλληνας. Του έκανε εντύπωση. Ένευσε καταφατικά.

Φουέγο γκριέγο, είπε ο ισπανός και έβαλε τα γέλια. Γέλασε κι ο Παντελής μαζί, αλλά κάπως αμήχανα.

Γκρηκ φάιαρ – δε μοστ μυστήριους ινβένσιον ιν μεντιήβαλ Γκρης!

Το μυστήριους για τον Παντελή δεν ήταν μόνο η αναφορά στο υγρόν πυρ των βυζαντινών αλλά και η ευχέρεια με την οποία μιλούσε αγγλικά ο διπλανός του – πράγμα ασυνήθιστο στην Ισπανία, όπως τουλάχιστον την είχε βιώσει στο μικρό διάστημα που βρισκόταν εκεί. Η Εύα, με τα επίσης καλά αγγλικά της, ήταν κι αυτή εξαίρεση στο γενικό κανόνα. Θα το' χαν οι φοιτητές, φαίνεται.

Συνάδελφός του ήταν ο ισπανός. Επίδοξος συνάδελφος, αν ήθελε κανείς να κυριολεκτήσει, αν και τέτοιο χαρακτηρισμό θα δικαιούνταν να τον κάνει αν είχε πίσω του κάποια χρόνια εμπειρίας και όχι αν ήταν άρτι αποφοιτήσας όπως ο Παντελής. Επίσης, η προφανής ευφυία του ισπανού και οι γενικές γνώσεις, που έδειχνε να έχει, θα έκαναν ακόμα πιο άκαιρη μια τέτοια συγκαταβατική στάση, που άλλωστε δεν ήταν στις προθέσεις του Παντελή.

Ο Ντιέγκο ήξερε πολλά για την Ελλάδα. Λάτρης μεταξύ άλλων και του κλασικού αθλητισμού, είπε ότι θα προσπαθούσε να έρθει στην Αθήνα για το πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα στίβου του επόμενου καλοκαιριού. Στον Πειραιά, σκέφτηκε να τον διορθώσει ο Παντελής, μια και το στάδιο των αγώνων βρισκόταν στο επίνειο. Ο Ντιέγκο όμως τον εξέπληξε. Ήξερε πού βρίσκεται το στάδιο, είχε δει μάλιστα και μια μακέτα του: ο Παρθενώνας είναι πιο όμορφος, είπε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν ήταν και ενθουσιασμένος από την αρχιτεκτονική του Καραϊσκάκη.

Το διάλειμμα κράτησε αρκετά. Ο Παντελής σκόπιμα απέφυγε να ρωτήσει για τον Γκαουντί, διότι τότε η συζήτηση δεν θα τελείωνε ποτέ.

Στο τρίτο τσιγάρο ο Παντελής σκέφτηκε να συνδυάσει το τερπνόν μετά του ωφελίμου και έτσι ανέφερε στο συνομιλητή του το σκοπό της αναζήτησής του. Πίστευε ότι ο πολυπράγμων φοιτητής κάτι θα είχε να του πει και για το Τιμπιντάμπο. Έπεσε μέσα – εν μέρει. Ο Ντιέγκο αναφέρθηκε σε μια από τις εργασίες του, που είχε σαν αντικείμενο τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου γύρω από εμβληματικούς ναούς, με ρητή αναφορά στο Τιμπιντάμπο ως χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση. Ακόμη κι αν δεν αφορούσε το καθαρά κτιριακό μέρος, οποιαδήποτε πληροφορία ήταν πολύτιμη. Ο Παντελής σημείωσε σε ένα χαρτί τη διεύθυνση του ισπανού, τον χαιρέτησε και επέστρεψε στη βιβλιοθήκη, για να προλάβει να κάνει λίγη δουλειά με το υλικό των τριών φακέλων.


23

Άλλη μια εργάσιμη μέρα για τον Μίμη Μπούσουλα πλησίαζε στο τέλος της. Οι Αλκυονίδες μέρες του Γενάρη είχαν τελειώσει και το κρύο είχε επιστρέψει, και μάλιστα αρκετά τσουχτερό. Ευτυχώς το γραφείο του ήταν αρκετά ζεστό. Το ύφος όμως του υποδιευθυντή, όταν μπήκε στο γραφείο του για να παραδώσει την εβδομαδιαία αναφορά, ήταν μάλλον πιο ψυχρό κι απ' τον καιρό.

Συμβαίνει κάτι, κύριε Χρήστου; πήρε το θάρρος να τον ρωτήσει.

Εκείνος δεν απάντησε αμέσως, κάτι που ο Μίμης κατάλαβε ότι σήμαινε: Ναι, συμβαίνει. Ο υποδιευθυντής έγειρε πίσω, ξεφύσηξε και άρχισε να κοιτάζει λοξά προς τα πάνω, με έντονο βλέμμα λες και παρατηρούσε κάποιο αόρατο σαμιαμίδι να περπατά στο ταβάνι.

Ο Μίμης περίμενε την ψυχρολουσία. Ο Χρήστου, χωρίς να έχει τη φήμη του κακού, ήταν γνωστός για τα ξεσπάσματά του από καιρού εις καιρόν. Για να δούμε…, σκέφτηκε ο Μίμης και έκλεισε ασυναίσθητα τα μάτια.

Η τουφεκιά δεν ήρθε. Ο υποδιευθυντής άρχισε να μιλάει με ήρεμο ύφος.

Είχα ένα τηλεφώνημα από την Αρχιεπισκοπή. Με ρωτούσαν για τους όρους του ερανικού δανείου. Αν είχε ξαναγίνει κάτι τέτοιο, αν συνηθίζονται παρόμοιες μορφές χρηματοδοτήσεως σε άλλες χώρες, αν το επιτόκιο αλλάζει. Αυτός που μου μιλούσε – κάποιος αρχιμανδρίτης προφανώς – δεν τα πήγαινε καλά με την τραπεζική ορολογία, φάνηκε όμως να ξέρει τι ψάχνει. Πρέπει να' ναι απ' αυτούς που μελετούν πολύ. 

Τον παραπέμψατε στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων; ρώτησε ο Μίμης. Στην πραγματικότητα εννοούσε: Δεν τον παραπέμψατε…; Ο καθιερωμένος τρόπος αντιμετώπισης ή μάλλον παράκαμψης τέτοιων παρεμβάσεων ήταν η επίκληση των επίσημων διαύλων επικοινωνίας.

Πριν από τον αρχιμανδρίτη, συνέχισε με σταθερή φωνή ο Χρήστου, μου τηλεφώνησε ο κύριος Γενικός. Με ρώτησε αν με πήραν απ' την Αρχιεπισκοπή. Του είπα: Όχι. Μου είπε: Θα σε πάρουν – και  το έκλεισε, ούτε εξήγηση ούτε τίποτα. Φαίνεται, κάποιοι κατάλαβαν ότι η ιστορία με το Τάμα έχει παραδάκι και φυσικά δε θέλουν να μείνουν απ' έξω. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά μάλλον θύμωσαν που δεν τους έβαλαν στο παιχνίδι από την αρχή. Άρχισαν λοιπόν να ψάχνουν…

Κοντολογίς, η Αρχιεπισκοπή δεν καταλάβαινε από γραφειοκρατίες. Η κυβέρνηση είχε ευθεία ανάμιξη στην εκλογή του Προκαθημένου, προ διετίας. Οι σχέσεις ήταν προσωπικές κι αυτό το γνώριζαν οι πάντες. Ο Μίμης μετάνιωσε για την προηγούμενη ερώτησή του, περί παραπομπής στο Υπουργείο. Η δυσφορία του υποδιευθυντή ήταν εύλογη. Οι Υπηρεσιακοί Παράγοντες ίσως και να μην είχαν τον έλεγχο…

Ο Χρήστου έσκυψε πάλι στα χαρτιά του, μουρμουρίζοντας ένα Καλό απόγευμα. Φεύγοντας, ο Μίμης έκανε μια σιωπηρή ανάλυση της κατάστασης. Ήταν φως φανάρι, ο πρωθυπουργός δεν έδινε δεκάρα για τον δεσπότη. Εκείνος είχε υποχρέωση στον πρωθυπουργό και όχι το αντίθετο. Πιστεύοντας ότι τον είχε στο χέρι, αποφάσισε να τον αγνοήσει τελείως στην ιστορία με το Τάμα. Η άλλη πλευρά όμως κάτι είχε πληροφορηθεί – και αποφάσισε να δράσει. Κλείνοντας τα μάτια του για λίγο, έφερε στο μυαλό του έναν αρχιμανδρίτη με το χαρακτηριστικό καλυμμαύχι, όχι σε στάση προσευχής αλλά με προτεταμένο τον δείκτη του δεξιού χεριού και με σπινθηροβόλο βλέμμα.


24

Βγαίνοντας από την εκκλησία, ένα κυριακάτικο πρωί, ο Σωκράτης δεν ακολούθησε την παρέα στην καθιερωμένη βόλτα που κατέληγε σε ένα από τα καφενεία της πλατείας. Η μάνα του παραξενεύτηκε που τον είδε να γυρίζει σπίτι μαζί της. Έχω μια δουλειά, της είπε, κι εκείνη – σίγουρη ότι δεν εννοούσε δουλειές του σπιτιού, τον ήξερε δα το γιο της – τον άφησε στην ησυχία του.

Είχαν κύκλους τα μάτια του Σωκράτη εκείνο το πρωί. Στο μυαλό του είχε έρθει ο μπαρμπα-Νικολός. Δεν ήταν η πρώτη φορά, στα πέντε χρόνια που είχαν περάσει από τον θάνατό του. Πότε σε όνειρα, πότε σε σκέψεις, πότε σε κουβέντες όπως εκείνη της Πρωτοχρονιάς – ο παππούς, αυτή η στιβαρή προσωπικότητα στη συλλογική μνήμη της οικογένειας, εξακολουθούσε να δίνει το παρών με τον τρόπο του.

Η οδύνη για το θάνατό του ήταν μετριασμένη, λογικό ήταν, από το ότι έφυγε πλήρης ημερών. Ο Σωκράτης ήταν ιδιαίτερα δεμένος μαζί του. Καμάρωνε κι εκείνος γι' αυτά που θαύμαζε όλη η οικογένεια στην ιστορία του παππού. Τον άκουγε να μιλάει για τον απελευθερωτικό αγώνα και το μυαλό του συμπλήρωνε τις λεπτομέρειες που εκείνος, μένοντας σε συνοπτικές περιγραφές, παρέλειπε – είτε από σεμνότητα είτε επειδή με τα χρόνια τις είχε ξεχάσει. Αυτό το μονοπάτι πήρε τη νύχτα πριν τη μεγάλη επίθεση, αυτά τα λόγια είπαν με τον Καπετάνιο όταν κατέστρωναν το σχέδιο στο σταύλο, τόσες ψείρες ανά τετραγωνικό εκατοστό είχαν οι γενειάδες τους τον καιρό που κρύβονταν.

Ο παππούς και η γιαγιά, όταν πεθαίνουν, σου λείπουν – όχι με τον πόνο που νιώθεις για νεώτερους, πρόωρα χαμένους, αλλά πάντως με ένα μικρό καημό για τα πράγματα – τις αναμνήσεις, τη σοφία της ζωής – που δεν πρόλαβαν να σου μεταδώσουν όσο ζούσαν, κι ας είχες ακούσει ατέλειωτες ιστορίες από τα χείλη τους. Αυτό το συναίσθημα είναι φυσιολογικό και ανθρώπινο. Σπάνια όμως σε κρατάει ξάγρυπνο έστω και για ένα βράδυ, ειδικά αν έχουν περάσει πέντε χρόνια από την απώλεια. Τι συνέβαινε λοιπόν με το Σωκράτη; Τον είχε απασχολήσει και τον ίδιον το ερώτημα. Δυσκολευόταν να δώσει μια εξήγηση. Εκείνο το πρωί αποφάσισε να κάνει κάτι, όχι απλά να σκέφτεται.

Πήρε τα κλειδιά της αποθήκης, που ήταν στην άλλη άκρη της αυλής, και περπάτησε τα δέκα-δεκαπέντε μέτρα που τη χώριζαν από το σπίτι. Μπήκε μέσα και, αφού δίστασε για λίγο, κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Περπάτησε στο μισοσκόταδο, περνώντας ανάμεσα από τενεκέδες, σακιά και εργαλεία, και έφτασε στη βορεινή γωνιά.

Έμεινε τουλάχιστον δυόμιση ώρες δίπλα στο σεντούκι. Κάποια στιγμή άκουσε να τον φωνάζουν για το μεσημεριανό φαγητό. Ξανάβαλε μέσα όλα όσα είχε ακουμπήσει δίπλα στο σημείο που καθόταν, εκτός από μια φωτογραφία, που την έχωσε στην τσέπη του πουκάμισού του. Έκλεισε το σεντούκι, ξεσκόνισε τα χέρια του – θα χρειάζονταν πλύσιμο ούτως ή άλλως –, ξεκλείδωσε και βγήκε στην αυλή. Είχε πιάσει βροχή. Περπάτησε προς το σπίτι με αργά βήματα και με χίλιες σκέψεις στο κεφάλι του, τόσο που η φωνή της μάνας του – στεκόταν στο κατώφλι και τον παρακινούσε να κάνει γρήγορα για να μην πουντιάσει – του φάνηκε μακρινή, λες και έβγαινε από κάποια υπόγεια στοά.

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Κεφάλαια 19 έως 21


19

Η Κατερίνα δεν ανήκε στην Οργάνωση. Της το πρότεινε κάποτε η Βάσω, αλλά όχι πιεστικά. Την ήξερε τη φίλη της, δε θα της ταίριαζε – παραήταν τακτοποιημένα τα πάντα εκεί μέσα κι επίσης δε θα έκανε με τίποτα τα μαλλιά της κότσο.

Κάπου οι δυο τους το προτιμούσαν, το διασκέδαζαν θα έλεγες, να διαφωνούν, να βλέπουν τον κόσμο από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Παρ΄όλα αυτά, κατά βάθος μιλούσαν μια κοινή γλώσσα, λιγάκι ασυνήθιστη και απόμακρη – εξίσου μακριά από τους θρησκευόμενους της Κυριακής, που μέτραγαν την πίστη με το απουσιολόγιο, αλλά και από κείνους που πετούσαν τη θρησκευτική τους παράδοση με τον ίδιο τρόπο που πέταξαν την επαρχιώτικη καταγωγή τους, τη διαλεκτική προφορά τους, τη σοφία που βρίσκεται ριζωμένη στη γενέθλια γη.

Εκείνη την Τετάρτη είχαν την κουβέντα του Γρηγόρη. Συνήθως δεν μιλούσαν για εκείνον, γενικά για άντρες απέφευγαν να συζητούν. Τώρα βέβαια είχαμε γάμο και όχι συμβίωση και ίσως αυτό να έκανε πιο αποδεκτό στα μάτια της Βάσως εκείνον, που για την Κατερίνα ήταν ο άντρας της, και πριν και τώρα.

Δεν θα έπιανε να κάνει παράπονα για τον άνθρωπό της δεξιά κι αριστερά. Έτσι νόμιζε. Να όμως που τό'κανε. Μήπως έγινε κι αυτή σαν τις νοικοκυρούλες που κάποτε κορόιδευε;

Της βγήκε πάντως αρκετά αυθόρμητα. Ακόμα δεν παντρευτήκαμε κι αυτός σκέφτεται πότε θα βρει ευκαιρία να ξεφύγει! Μα κάθε χρόνο δεν έφευγε; Ναι αλλά τώρα ήταν διαφορετικά. Πόσο διαφορετικά; Επειδή πέρασε τη βέρα στο δεξί; (Αλήθεια, γιατί δεν τη φορούσε στη δουλειά;)

Η στενοχώρια της Κατερίνας ήταν εκείνη η ανακοίνωσή του, ότι φέτος θα ξαναπάει στο Καρναβάλι, ο κόσμος να χαλάσει. Παιδί της Πάτρας ο Γρηγόρης, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες έπαιρνε άδεια από τη δουλειά του, έφευγε την Παρασκευή και γύριζε στην Αθήνα το βράδυ της Καθαροδευτέρας. Ετήσιο προσκύνημα.

Για τρεις μέρες χανόταν στη δίνη.

Αυτή η δίνη τρόμαζε την Κατερίνα. Πίστευε στην ελευθερία του αλλά, όσο κι αν δεν το παραδεχόταν και δεν τολμούσε να το συζητήσει μαζί του, μέσα της ήλπιζε ότι με το γάμο θα γίνονταν ελεγχόμενες οι εκδηλώσεις αυτής της ελευθερίας.


20

Μεριντιάνα σημαίνει μεσημβρινός.

Την ήξερε από τα αγγλικά τη λέξη. Τη βρήκε μπροστά του την ομώνυμη λεωφόρο, σε ένα μοναχικό του περίπατο ένα σαββατιάτικο πρωί.

Περπάτησε ελπίζοντας ότι θα είχε το χρόνο και την ηρεμία να σκεφτεί. Τις τελευταίες δέκα μέρες τα πάντα του φάνηκαν ότι έγιναν πολύ γρήγορα.

Ένα αίνιγμα.

Στα διακόσια περίπου μέτρα έκανε μεταβολή. Είχε βρει τη λύση σ' ένα άλλο αίνιγμα – πιο αθώο. Αναζήτησε ένα χάρτη της Βαρκελώνης για να επιβεβαιώσει την επιτυχία του. Βρήκε χάρτη σε ένα κατάστημα αναμνηστικών. Τον ξεδίπλωσε. Μετά τον γύρισε λοξά, σαρανταπέντε μοίρες.

Η Μεριντιάνα είχε γίνει κατακόρυφη. Και ώ του θαύματος, η Παραλλέλ έγινε οριζόντια. Να λοιπόν σε τι ήταν παράλληλη. Στον ισημερινό και τους παράλληλους κύκλους.

Χαρούμενος με την ανακάλυψή του, δεν παρέλειψε να διαπιστώσει ότι η Ντιαγονάλ παρέμενε διαγώνιος, απ' όποια γωνία κι αν την έβλεπες.

Και μετά συνέχισε τη βόλτα του, επιστρέφοντας στα μυστήρια που δεν θα διαλεύκανε κανένας χάρτης, στα ερωτήματα που όλο και πλήθαιναν μετά από το σύντομο τηλεφώνημα της προηγούμενης βραδιάς.

Η αλήθεια είναι ότι απογοητεύτηκε. Περίμενε ότι ο άνθρωπος που του μιλούσε στην άλλη άκρη της γραμμής θα έδειχνε μεγαλύτερο ενδιαφέρον, θα τον συμβούλευε για τα επόμενα βήματά του. Αυτό υποτίθεται ότι θα του έδινε η Πρεσβεία – υποστήριξη. Εκείνος απλά τον άκουγε, σαν από υποχρέωση, μουρμουρίζοντας ένα Μμμ… στο τέλος κάθε φράσης του Παντελή. Θα πρέπει να κρατούσε και σημειώσεις. Ο Παντελής έμεινε με την αμυδρή εντύπωση ότι ο συνομιλητής του περίμενε να ακούσει κάτι περισσότερο. Για μια στιγμή πέρασε από το μυαλό του ότι μπορεί να ήξερε για τη βραδιά στο σπίτι της Εύας. Φυσικά, δεν του είπε τίποτα.

Οι λίγες του πάντως κουβέντες ήταν σε άψογα ελληνικά. Ο Παντελής είχε ζητήσει τον σενιόρ Κάρλος, όπως ακριβώς το όριζαν οι οδηγίες. Ποιος άραγε να ήταν αυτός ο μυστηριώδης συνομιλητής;

Και η Εύα – θα έφευγε για τη Ζιρόνα από το απόγευμα της Παρασκευής, έτσι του είχε πει. Το βράδυ όμως την είδε στη Ράμπλα. Ανηφόριζε παρέα με τρεις άντρες την ώρα που εκείνος κατηφόριζε. Δεν τη χαιρέτησε, εκείνη κοίταζε διαρκώς αλλού, ίσως να τον είχε προσέξει και να τό'κανε επίτηδες.

Φυσικά δεν είχε νόημα η ζήλεια, τον Παντελή όμως τον πείραξε το ψεματάκι που ήρθε σχεδόν με το καλημέρα της γνωριμίας τους. Ήταν ανάγκη; Και ποιοι ήταν οι τρεις τύποι; Είχε την εντύπωση, χωρίς να μπορεί να την εξηγήσει, ότι δεν είχαν βγει μαζί για να διασκεδάσουν, παρότι ο ένας τους ήταν φανερά πιο κοντά της, σχεδόν την άγγιζε ενώ περπατούσαν. Και οι τρεις πάντως του φάνηκαν ψηλοί και αγέρωχοι, έτσι όπως βάδιζαν μαζί της σιωπηλά και σταθερά, κάτω από τα φώτα της πόλης.


21

Και πάλι για άντρες μίλησαν, για δεύτερη συνεχόμενη βδομάδα. Την τιμητική του είχε τώρα ο ξάδερφος της Κατερίνας, που ταυτόχρονα ήταν κάποτε ο πλατωνικός αγαπημένος της Βάσως – τα φτιάξανε στην πρώτη εφηβεία, σινεμά, μπάνιο μαζί, γκαζόζα με δύο καλαμάκια, τέτοια πράγματα. Η Κατερίνα είχε μάθει από τη θεία της ότι ο Παντελής έλειπε στη Βαρκελώνη, για να κάνει τη μελέτη ενός ναού. Κι επειδή επρόκειτο για ναό και ήξερε ότι θα την ενδιέφερε τη Βάσω, της το είπε. Λεπτομέρειες δεν ήξερε, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τις δύο φίλες να εκθειάσουν τον φέρελπι αρχιτέκτονα, που είχε την τύχη να ξεκινήσει τη σταδιοδρομία του με κάτι το δίχως άλλο ενδιαφέρον και πρωτοποριακό.

Η Βάσω θυμήθηκε τα χρόνια της αθωότητας και η Κατερίνα, όσο την άκουγε, σκεφτόταν ότι η καρδιά της φίλης της θα έμενε πάντα σε εκείνα τα χρόνια, η φαντασία της θα τα πρόβαλλε στο μέλλον: πώς θα ήταν αν συνέχιζαν να είναι μαζί, αν δεν βιάζονταν να μεγαλώσουν κι οι δυο τους – αλλά με διαφορετικούς και τελικά ασύμβατους τρόπους.

Όλοι μας άλλωστε δεν είχαμε μια παιδική αγάπη που έμενε πάντα στο μυαλό μας, ακόμη κι αν κάποιες ενδιάμεσες χάνονταν απ' τη μνήμη; Μήπως κι εγώ, δεν είχα; σκέφτηκε η Κατερίνα. Βιαστικά προχώρησε το συλλογισμό: κι ο Γρηγόρης είχε, κι ο Παντελής είχε (τη Βάσω άραγε ή κάποια άλλη;), ακόμα και το αφεντικό της δε γλίτωσε: κι ο κύριος Δανιηλίδης είχε…

Κατερίνα πού είσαι; Από τους συναδέλφους στο γραφείο που δούλευε, η φωνή της φίλης της την επανέφερε στο εδώ και τώρα. Χάζεψες με τον έγγαμο βίο! την πείραξε η Βάσω. Τη σήκωσε απ' το παγκάκι για ν' ανέβουν τα σκαλιά προς την Αμαλίας και να πάρουν από ένα καλαμπόκι απ' τον πλανόδιο πωλητή, κάτι που έκαναν συχνά.

Την ώρα που ο πωλητής αλάτιζε τα καλαμπόκια, η Βάσω ένιωσε ένα απαλό χτύπημα στην πλάτη. Γύρισε να κοιτάξει και υποδέχτηκε τη νεοφερμένη με ένα επιφώνημα ευχάριστης έκπληξης. Πώς από δω;

Για καλαμπόκι κι εγώ, απάντησε η εύσωμη καστανή κοπέλα. Προχώρησαν στις συστάσεις και η Κατερίνα κατάλαβε ότι η Μάρθα ήταν κι αυτή στην Οργάνωση.

Πολύ σύντομα, η Βάσω είχε αρχίσει τη λογοδιάρροια. Όπως πάντα. Είναι ζήτημα αν η Μάρθα είπε για τον εαυτό της το ένα πέμπτο απ' όσα είπε η Βάσω για τον δικό της εαυτό αλλά και για τη φίλη της, τον άντρα της φίλης που ήταν απ' την Πάτρα, τον ξάδερφο τον αρχιτέκτονα που έκανε μια πρωτοποριακή μελέτη ναοδομίας, και κάμποσα ακόμα, στην αφελή της προσπάθεια να αναπτύξει την οικειότητα ανάμεσα σε δυο πρόσωπα που μόλις είχαν γνωριστεί. Η Κατερίνα εν τέλει κουράστηκε, προφασίστηκε ότι θα την περίμενε ο Γρηγόρης νωρίς, χαιρέτησε τις δύο άλλες και έφυγε προς την Πανεπιστημίου, την Πατησίων, τη Χέυδεν…

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Κεφάλαια 16 έως 18


16

Μα με τι ακριβώς είναι παράλληλη;

Στη Σμύρνη, που την είχε επισκεφθεί σε μια εκδρομή της εφηβείας, ήταν άλλη η λογική, πιο ξεκάθαρη. Μπιριντζί Κορντόν η παραλιακή λεωφόρος, το παλιό Και. Ικιντζί Κορντόν, δεύτερο Κορδόνι, η πάλαι ποτέ Παράλληλος. Ένα, δύο.

Θάλασσα είχε κι η Βαρκελώνη και δεν ήταν τόσο ανόμοια με τις πόλεις που ξέρουμε στη Βαλκανική. Δεν ήταν όμως παράλληλη στη θάλασσα αυτή η Αβινγκούδα Παραλλέλ. Κράτησε μια νοερή σημείωση να ρωτήσει την ξεναγό του όταν θα αποκτούσε την απαιτούμενη οικειότητα ώστε να αρχίσει να εκμυστηρεύεται τις ασυνήθιστες απορίες του.

Στο μεταξύ, και ενώ βάδιζε στο πεζοδρόμιο της Παραλλέλ απ' την πλευρά του λόφου, πλησιάζοντας το σημείο του ραντεβού, αναρωτιόταν πόσο εύκολη θα ήταν η επικοινωνία με την αρχαιολόγο που, όπως αόριστα δηλωνόταν στο δακτυλογραφημένο σημείωμα της πρεσβείας, μιλούσε αγγλικά. Και οι γονείς του μιλούσαν κάποια αγγλικά αλλά δεν κατείχαν καμία ορολογία και δεν σταύρωναν πρόταση χωρίς γραμματικό ή συντακτικό λάθος. Και αν έκρινε από τις πρώτες εικοσιτέσσερις ώρες στην Ισπανία, πολλοί κάτοικοί της δεν έφταναν ούτε στα μισά το επίπεδο γλωσσομάθειας του πατέρα και της μάνας του.

Σχεδόν από την αρχή της γνωριμίας τους αυτή του η αμφιβολία διαλύθηκε. Το μυαλό του άρχισαν να απασχολούν άλλες απορίες, που έρχονταν κι έφευγαν, βρίσκοντας χώρο να σταθούν στα κενά της κουβέντας, που ήταν μικρά και ακανόνιστα. Η Εύα, άγνωστο αν είχε πολλά μαζεμένα να πει ή αν έτσι ήταν γενικά ο τρόπος της, μιλούσε στο ρυθμό που έπεφταν το προηγούμενο βράδυ οι καταιγιστικές σταγόνες. Τα θέματα άλλαζαν, το ύφος και ο ρυθμός παρέμεναν. Και όλα αυτά χωρίς καν να καθήσουν κάπου, στο περπάτημα μέχρι την Πλατεία κι από εκεί όρθιοι στο λεωφορείο.

Ο χρόνος ήταν πολύτιμος, αυτή πρέπει να ήταν η αιτία για την ταχύτητα με την οποία συνέβαιναν και λέγονταν όλα, αλλά προφανώς αυτό ίσχυε για τον χρόνο των άλλων, όχι τον δικό του. Το είχε επιβεβαιώσει κοιτάζοντας τα εισιτήρια, ένα μήνα θα κρατούσε αυτό το πρώτο του επαγγελματικό ταξίδι, κι αν για ένα πράγμα ήταν ήδη σίγουρος, αυτό ήταν ότι τα μελλοντικά ταξίδια του δεν θα είχαν τέτοια διάρκεια. Από τη στιγμή που του το ανακοίνωσε ο πατέρας του είχε αρκετές φορές αναρωτηθεί σε τι όφειλε αυτήν την πολυτέλεια και με ποιον τρόπο θα την ξεπλήρωνε αργότερα. Ήταν νέος αλλά δεν πίστευε πια ότι υπήρχαν ανιδιοτελή δώρα μεταξύ κατεργαραίων.

Μέχρι να φτάσουν στην κορυφή του λόφου, η Εύα είχε πει στον Παντελή την ιστορία του Τιμπιντάμπο και μαζί και τη δική της ιστορία, από την εφηβεία της στη Ζιρόνα μέχρι τον διορισμό της στο πανεπιστήμιο αλλά και τον αρραβώνα της που διαλύθηκε πριν από έξι μήνες. Δεν τόλμησε να της το πει αλλά ήταν βέβαιος ότι γυρίζοντας το απόγευμα στην πόλη θα έψαχνε ανοιχτό φαρμακείο για να βρει ασπιρίνη.

Δεν ήταν μόνο πολλές οι πληροφορίες για να τις αφομοιώσει, κάποιες απ' αυτές ήταν και λιγάκι ενοχλητικές, σαν τσιμπήματα στο πλευρό του. Άργησε λίγο να καταλάβει τι ήταν αυτό το σιδόσο, που έλεγε και ξανάλεγε η Εύα ότι δήθεν σήμαινε στα ελληνικά η βιβλική φράση τίμπι ντάμπο. Σίγουρα ήταν παράξενο που το σοι δώσω δεν του ήταν τόσο γνώριμο όσο το ύπαγε οπίσω μου, αλλά δεν έφταιγε αυτός αν η δεύτερη φράση, και όχι η πρώτη, ήταν αυτή που έμεινε στην καθομιλουμένη των ελλήνων από το επεισόδιο του πειρασμού του Χριστού από τον Σατανά. Φαίνεται ότι οπίσω τους είχαν αφήσει οι ορθόδοξοι συνολικά αυτό το περιστατικό. Ο Παντελής είχε συνδέσει τις βουνοκορφές της χώρας του με τον Προφήτη Ηλία και όχι με τον ίδιο τον Θεάνθρωπο που, στην καθολική εκδοχή του, είχε τον κόσμο στα πόδια του κι όμως συνέχισε να κοιτάει ψηλά.

Ο άνεμος στο υψόμετρο των 500 μέτρων φυσούσε απειλητικά. Το λούνα παρκ ήταν κλειστό και ο κόσμος στο ύπαιθρο λιγοστός. Ο Παντελής, εκμεταλλευόμενος την σύντομη απομάκρυνση της Εύας που πήγε να ελέγξει τις ώρες λειτουργίας, βρήκε την ευκαιρία να παρατηρήσει σιωπηλός τον διώροφο ναό και πρόλαβε να φανταστεί το άγαλμα του Χριστού, στην κορυφή, να χάνεται μέσα στην ομίχλη, να αψηφά τους κεραυνούς, να φωτίζεται τη νύχτα.

Δυστυχώς σήμερα θα είναι εκτάκτως κλειστή. Πρόβλημα με τη χτεσινή νεροποντή – μπήκαν νερά. Ξανανοίγει αύριο στις εννιά, καλώς εχόντων των πραγμάτων. Αναγκαστικά περιορίστηκαν στις εξωτερικές όψεις της εκκλησίας, παίρνοντας φωτογραφίες από κάθε πλευρά, μέχρι που εξαντλήθηκαν τα δύο φιλμ που είχαν μαζί, το ένα έγχρωμο και το άλλο ασπρόμαυρο. Ο Παντελής ήθελε να μετρήσει και τις βασικές εξωτερικές διαστάσεις αλλά η Εύα τον έπεισε ότι δεν άξιζε τον κόπο να το κάνουν εκείνη την ώρα, θα το έκαναν όταν ξανάρχονταν μαζί με τις εσωτερικές, κι άλλωστε όλο και κάποια σχέδια θα έβρισκαν. Η ακρίβεια εκατοστού δεν είχε καμιά σημασία πέρα από τη δική του προσωπική επιθυμία για πληρότητα, η Βαρκελώνη θα ήταν σημείο αναφοράς και έμπνευσης και όχι πρωτότυπο προς πιστή αντιγραφή.

Με όποια μορφή κι αν τελικά κατασκευαζόταν ο Ναός του Σωτήρος, θα έπρεπε – κατά τη γνώμη του Παντελή – να διαφέρει από την Ιερά Καρδία του Τιμπιντάμπο σε ένα τουλάχιστον γνώρισμα: το χρώμα. Το πάλλευκο μπορεί να ήταν ταιριαστό για ξωκλήσια και για παλάτια με φόντο το δάσος, αλλά στα βραχώδη Τουρκοβούνια χρειαζόταν κάτι πιο γήινο. Αυτό σκεφτόταν την ώρα που κατέβαιναν με το λεωφορείο και προσπαθούσε να πάρει μια μικρή γεύση από το πώς φαινόταν συνολικά ο λόφος με την εκκλησία. Κάποια μέρα θα νοίκιαζε αυτοκίνητο για να αναζητήσει χαρακτηριστικές μακρινές όψεις, με όλες τις δυνατές περιπτώσεις φυσικού φωτισμού – χάραμα, σούρουπο, με ήλιο ή συννεφιά. Για την πρώτη μέρα είχε δει, και είχε μιλήσει και σκεφτεί, κάτι παραπάνω από αρκετά. Ο πονοκέφαλος που φοβόταν ήρθε σαν φυσική συνέπεια.

Η Εύα έμεινε κι αυτή, όπως ο Παντελής, σιωπηλή στο μεσημεριανό φαγητό. Εκείνη δεν είπε τίποτα για πονοκέφαλο κι ο Παντελής σκέφτηκε ότι εκείνος που οδηγεί το αυτοκίνητο, δεν ζαλίζεται στις στροφές. Το ξανασκέφτηκε και συνειδητοποίησε ότι είχε απέναντί του μια επαγγελματία που σίγουρα είχε και άλλες σκοτούρες και υποχρεώσεις – οι οποίες θα την περίμεναν στο γραφείο της το απόγευμα μετά από αυτό το ευχάριστο πρωινό στο Τιμπιντάμπο, μισό δουλειά και μισό εκδρομή για κείνη. Του έδωσε το τηλέφωνό της στο πανεπιστήμιο και ανανέωσαν το ραντεβού για το επόμενο πρωί.

Πριν γυρίσει στο ξενοδοχείο, ο Παντελής βρήκε τηλεφωνικό θάλαμο για να δώσει σημεία ζωής στους γονείς του, φωτογραφείο για να δώσει τα τελειωμένα φιλμ και να αγοράσει καινούργια, και φαρμακείο για να προμηθευτεί ασπιρίνες και άλλα αχρείαστα.

Κουρασμένος, αποφάσισε να πέσει για ύπνο κατά τις εννιά, ασυνήθιστα νωρίς για τα δικά του δεδομένα. Αισθάνθηκε τυχερός που δεν θα χρειαζόταν να τηλεφωνήσει στην πρεσβεία παρά μόνο την Παρασκευή. Αισθάνθηκε όμως την ανάγκη να καλέσει έναν άλλο αριθμό, χωρίς να είναι καν σίγουρος αν εκείνη την ώρα θα έβρισκε τον συνομιλητή που ήθελε. Χωρίς να το πολυσκεφτεί ζήτησε από τη ρεσεψιόν εξωτερική γραμμή και άρχισε να γυρίζει το καντράν του τηλεφώνου στο δωμάτιό του.


17

Τις Τετάρτες είχε πάντα ένα ελεύθερο απόγευμα απ' τη δουλειά. Συνέχισε να το έχει και συνέχισε να το αξιοποιεί όπως και πριν. Χειμώνα – καλοκαίρι με τον ίδιο τρόπο, δεν το βαριόταν.

Κι εκείνος δεν της κρατούσε μούτρα. Ναι, θα το προτιμούσε να μην του εξαφανιζόταν μεσοβδόμαδα, τη μέρα που κι εκείνος είχε ελεύθερο το απόγευμα – κλειστά γαρ τα καταστήματα. Το είχαν όμως συμφωνήσει, ο προσωπικός χρόνος του καθενός τους θα ήταν σεβαστός. Αν μη τι άλλο, τα μαγαζιά είναι κλειστά, το κομπόδεμά μας δεν κινδυνεύει από τη βόλτα σου, την πείραζε καμιά φορά.

Κι ούτε έβλεπε μπροστά της άλλο κίνδυνο η Κατερίνα όταν περπατούσε στο κέντρο της Αθήνας. Η πόλη ήταν ασφαλής, παρά τη γκρίνια και τις υπερβολές των γονιών της που μιλούσαν για ζούγκλα, πιο πολύ επειδή αυτό πίστευαν όλοι στο νησί και όχι από πραγματικό δικό τους φόβο. Επικίνδυνη έβρισκε καμιά φορά όχι την πόλη αλλά τη συμπεριφορά του Γρηγόρη, που το συνήθιζε να περπατά ανάμεσα στα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα και τρόλλεϋ για να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, παρασέρνοντας από το χέρι την Κατερίνα – κι ας ήταν στα δέκα μέτρα το φανάρι.

Αλλά τις Τετάρτες, μόνη της, πήγαινε χωρίς ρίσκο. Στους ίδιους δρόμους, Χέυδεν, Πατησίων, Πανεπιστημίου, Χρήστου Λαδά, στην ίδια τζαμόπορτα κατέληγε και περίμενε, και πάντα εμφανιζόταν μπροστά της η παιδική φίλη.

Η κουβέντα γινόταν στο δρόμο, εκτός αν έπιανε μπόρα, οπότε τη βγάζαν στη στοά μέχρι να κοπάσει. Τα παγκάκια στο Κολωνάκι, το Σύνταγμα ή το Ζάππειο τα απέφευγαν, ήταν συνώνυμα με την ενόχληση. Δεν ήθελαν να ενοχλήσουν τα ζευγάρια ούτε να ενοχληθούν από τους μοναχικούς τύπους που συχνά καπάρωναν εκείνοι τις θέσεις.

Μιλούσαν πολύ. Και πιο πολύ εκείνη. Είχαν να το λένε στο νησί για την κόρη του Γιάννη του Κερκέντελε, ότι δεν τα μέτραγε και πολύ τα λόγια της, από έφηβη ακόμα. Της Κατερίνας όμως της άρεσε ν' ακούει, κι έτσι η Βάσω βρήκε την ιδανική ακροάτρια.

Η αλήθεια είναι ότι από τότε που μπλέχτηκε με την Οργάνωση είχε μαζευτεί λιγάκι. Αλλά την τέχνη δεν την άφηνε. Μιλούσε πολύ και με πολλούς. Και όσο απέναντί της είχε ανθρώπους που απλά μοιράζονταν την ίδια αγάπη για επικοινωνία, κανένα πρόβλημα.

Δεν ήταν όμως όλοι εραστές του διαλόγου.


18

Το επόμενο πρωί όλα ήταν διαφορετικά.

Το ξύπνημα έγινε με πολύ κόπο, με βαρύ κεφάλι και με το άγχος ενός πρωινού ραντεβού. Έφταιγε το ρούχο, που επιστρατεύτηκε για να ζεστάνει τα σώματα και τις ψυχές; Δεν έφταιγε εξίσου και ο λίγος και κομματιαστός ύπνος; Σε τελευταία ανάλυση, έφταιγε εκείνο το τηλεφώνημα.

Το τίμημα της υπέροχης νύχτας ήταν το τρέξιμο της επόμενης μέρας, η ανάγκη του Παντελή και της Εύας, της Εύας και του Παντελή να βρουν τη Διαγώνιο, τον σύντομο δρόμο για τα πάντα.

Η Ντιαγονάλ ήταν μια χαρακιά στην ορθογώνια μονοτονία του Εϊσάμπλε. Ήταν η δυσανάγνωστη υπογραφή ενός καλλιγράφου, ο αυτοσχεδιασμός ενός βιρτουόζου, το τελείωμα της τρίλιζας.

Αυτά στο χάρτη. Από κοντά, με την πρωινή κυκλοφορία και τη βουή της, η Διαγώνιος δεν ήταν τόσο ποιητική. Ειδικά όταν την ανηφόριζες, με προορισμό ένα γκρίζο κτίριο, απροσδιόριστης ηλικίας και αδιάφορο. Και όταν συνειδητοποιούσες, όπως συνέβη στον Παντελή την ώρα που περίμενε την Εύα να τελειώσει κάποιες πρωινές δουλειές στο γραφείο της, ότι πρέπει να την ξανακατηφορίσεις για να πάρεις τα βασικά σου σύνεργα από το δωμάτιο του ξενοδοχείου – τη μηχανή, τα δύο καινούργια φιλμ, τη μετροταινία και το κουτί με τις ασπιρίνες. Ένας τόσο εντυπωσιακός δρόμος κατέληξε, με όλα αυτά, να γίνει κουραστικός. Η συνονόματη Διαγώνιος της Θεσσαλονίκης, μικρότερη στο μήκος και γι' αυτό ευκολότερη να τη φέρεις βόλτα, φαινόταν εκείνη την ώρα απείρως προτιμότερη. Το τι ήταν προτιμότερο όμως έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, η μέρα δεν έπρεπε να χαθεί ακόμη κι αν είχε ξεκινήσει στο ρελαντί.

Κι έτσι, βάζοντας το κεφάλι κάτω έκαναν αυτό που έπρεπε να γίνει, και για καλή τους τύχη η εκκλησία ήταν εκείνη τη μέρα ανοιχτή. Βρήκαν, όπως το σχεδίαζαν, και τον εφημέριο του ναού, από τον οποίο πήραν την άδεια να φωτογραφίσουν και να μετρήσουν, την υπόσχεση για κάποια αρχιτεκτονικά σχέδια και την ελπίδα ότι θα γνώριζε, και θα μπορούσε σε μια πιο ήσυχη στιγμή να τους αφηγηθεί, κάποια χαρακτηριστικά επεισόδια από το πολύχρονο ιστορικό της κατασκευής.

Όταν πήραν το λεωφορείο για να κατέβουν ήταν περασμένες τέσσερις και ο Παντελής ήθελε απεγνωσμένα να κοιμηθεί, να ακουμπήσει στο πλευρό της Εύας – δεν ήταν σίγουρος τι απ' τα δύο ήθελε περισσότερο. Και όταν ξαναβρέθηκαν στη Διαγώνιο, πάλι δεν ήταν σίγουρος για τη συνέχεια. Άφησε την Εύα να δώσει τη λύση, με μια ανόητη αλλά απαραίτητη δικαιολογία. Αυτή τη φορά έπεσε για ύπνο από τις οχτώ, και αποκοιμήθηκε αμέσως. 

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Η ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ - Κεφάλαια 14 & 15


Η ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ


14

Την ώρα που ξύπνησε ο Παντελής, το τραίνο περνούσε δίπλα στον Έβρο.

Ήταν απόγευμα και οι τελευταίες ακτίνες του χειμωνιάτικου ήλιου φώτιζαν την απέναντι όχθη. Αργά ή γρήγορα κάποιο γεφύρι θα περνούσε και τους ίδιους απέναντι. Κανείς δεν θα τους ζητούσε διαβατήριο – δεν βρίσκονταν στο Πύθιο – αλλά και ο ιβηρικός Έβρος, όπως ο βαλκανικός (δασυνόμενος) συνονόματός του, ήταν κι αυτός με τον τρόπο του ένα σύνορο, και το κάθε γεφύρι του ένα πέρασμα σε μια άλλη χώρα μέσα στην ίδια χώρα.

Αυτό δεν ήταν άμεσα φανερό στον επισκέπτη ούτε συζητιόταν ανοικτά από τους ισπανούς. Ο Παντελής, αν και ταλαιπωρημένος, με το που ξύπνησε συνειδητοποίησε ότι ο ποταμός ήταν ο Έβρος – δεν μπορούσε να είναι άλλος από τον Έβρο – αλλά την είσοδο στην Καταλονία δεν την έβλεπε παρά σαν την είσοδο στην ελληνική Μακεδονία ή τη Θράκη. Ένα από τα πολλά γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας. Στο σταθμό του Σαντς στη Βαρκελώνη ανέμιζε η ίδια σημαία, κόκκινη πάνω και κάτω και κίτρινη στη μέση, με αυτή που είχε δει το ίδιο πρωί σε διάφορα σημεία της Μαδρίτης, στη διαδρομή του από το ξενοδοχείο προς την ελληνική πρεσβεία και από εκεί προς τον σταθμό Τσαμαρτίν για να προλάβει το τραίνο των 10:10.

Αποφάσισε να μην κλείσει σπάταλα την πρώτη μέρα παραμονής του στην Ισπανία και γι' αυτό προτίμησε να μην πάρει ταξί – όπως αναγκάστηκε να κάνει το πρωί στη Μαδρίτη για να προλάβει το τραίνο – αλλά να μπει σε ένα λεωφορείο και να κατεβεί στη Γκραν Βία, στο ύψος των Ράμπλας. Από 'κεί, σύμφωνα με το χάρτη του, το ξενοδοχείο της οδού Βιγιαροέλ δεν απείχε περισσότερο από δέκα λεπτά με τα πόδια. Η βαλίτσα του ήταν ήδη βαριά όταν πέταξε από το Ελληνικό, κι έγινε ακόμη βαρύτερη με το μικρό κιβώτιο που προστέθηκε σ' αυτή μετά την επίσκεψή του στην πρεσβεία, αλλά εκείνος θα άντεχε.

Έκανε όμως λογαριασμούς χωρίς τον ξενοδόχο, όχι τον πραγματικό, που αποδείχτηκε εξυπηρετικότατος, αλλά με τη μεταφορική έννοια, δηλαδή τον καιρό. Η μπόρα ξέσπασε περίπου τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο πεζοδρόμιο της Γκραν Βία. Το θεωρητικό του δεκάλεπτο έγινε τουλάχιστον ημίωρο, καθώς όχι μόνο περιορίστηκε η ταχύτητά του αλλά προς στιγμήν έχασε και τον προσανατολισμό του. Ευτυχώς η ρυμοτομία του Εϊσάμπλε, της εκτός των τειχών Βαρκελώνης, ήταν ιπποδάμεια με οριζόντιους και κάθετους δρόμους. Και η επιγραφή του ξενοδοχείου ήταν για τον Παντελή όπως ο πράσινος και ο κόκκινος φάρος στην είσοδο ενός λιμανιού.

Οι τυπικότητες κράτησαν ελάχιστα – μόνο το διαβατήριο χρειάστηκε να αφήσει – και σύντομα ο Παντελής βρισκόταν στο δωμάτιό του, έτοιμος να κάνει μπάνιο και να πάρει μια ανάσα πριν από το βραδινό φαγητό και τον ύπνο. Κάπου εκεί ανάμεσα έπρεπε να βρει και το χρόνο να ανοίξει το κιβώτιο. Υπήρχε, ευτυχώς, κάτι που τον ανακούφιζε. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους μεσογειακούς γονείς, ακόμη και μεγαλύτερων παιδιών, ο Μίμης και η Σωτηρία Μπούσουλα δεν είχαν ζητήσει από τον γιο τους να τους τηλεφωνήσει μόλις φτάσει. Ήξεραν ότι θα το κάνει ο ίδιος μόλις ευκαιρήσει. Ένα άγχος λιγότερο.


15

Μια ώρα μπροστά ήταν η Αθήνα από τη Βαρκελώνη, μια ώρα νωρίτερα έκλεινε ο κύκλος της ημέρας εκεί, της πρώτης εργάσιμης μέσα στο '69 για την Κατερίνα και τον Γρηγόρη. Μιας μέρας-βουνό, στο τέλος της οποίας δεν υπήρχε όρεξη ούτε καν για διάβασμα – τέτοια η κούραση από την επιστροφή στο μεροκάματο, τα αφεντικά και των δύο τους είχαν κατανόηση αλλά η δουλειά ήταν δουλειά. Οι απογευματινές εφημερίδες κυκλοφορούσαν με πλούσιες εκδόσεις, είχε προηγηθεί η αργία των Φώτων αλλά και η σημαντική επικαιρότητα με την οποία ξεκίνησε η καινούργια χρονιά.

Ο αεροπειρατής της Κρήτης, ο κρητικός με το μαύρο πουκάμισο, ήταν στο στόμα όλων. Το πολυσύλλαβο επώνυμό του λίγοι το είχαν συγκρατήσει. Το παρατσούκλι του όμως, αγνώστου εμπνεύσεως, είχε κάνει το γύρο της Αθήνας, ίσως και της χώρας ολόκληρης:

Μαυροπουκαμισάκης!

Η επικαιρότητα ήταν παντού, για την ακρίβεια η γραφικότερη πλευρά της, παραποιημένη είτε σκόπιμα από τους καθοδηγητές της κοινής γνώμης είτε υποσυνείδητα από την ίδια την κοινή γνώμη, αμήχανοι και οι μεν και η δε από το πρωτοφανές για τα ελληνικά χρονικά γεγονός της αεροπειρατείας. Εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον η μισή Αθήνα θα στοιχημάτιζε ότι ο αεροπειρατής με το αξιομνημόνευτο επώνυμο θα γινόταν νούμερο στις καλοκαιρινές επιθεωρήσεις, αν όχι και κινηματογραφική ταινία. Είχαν κυκλοφορήσει και κάποια ανέκδοτα, χωρίς αξιώσεις μακροβιότητας όπως σχεδόν όλα τα εμπνευσμένα από την εκάστοτε επικαιρότητα χωρατά, τα άκουσαν κι οι δυο τους – Γρηγόρης και Κατερίνα – από πελάτες και συναδέλφους.

Καθώς προσπαθούσε να χαλαρώσει, ο Γρηγόρης δεν είχε όρεξη να τα ξανακούσει την ώρα του βραδινού φαγητού και γι' αυτό έκοψε την Κατερίνα που, κι εκείνη για να χαλαρώσει, θεώρησε καλό να του τα μεταφέρει. Ο Γρηγόρης θύμωσε με τον εαυτό του γιατί συνειδητοποίησε ότι δεν είχε όρεξη ούτε για κουβέντα, ούτε για φαΐ, ούτε για διάβασμα.

Ακόμα περισσότερο όμως θύμωσε με αυτό που είδε βγαίνοντας από το μπάνιο. Την Κατερίνα σπάνια την έβλεπε να διαβάζει εφημερίδα – και ακόμα πιο σπάνια, να κοιτάζει με τόσο θαυμασμό την φωτογραφία ενός άνδρα. Όπως έκανε εκείνη τη στιγμή, με την φωτογραφία του Μαυροπουκαμισάκη.

Πριν να πέσει για ύπνο, βγήκε για λίγο στο μικρό μπαλκόνι της κρεβατοκάμαρας, αυτό που έβλεπε προς τον ακάλυπτο, κοίταξε τριγύρω, δεν είχε και πολλά να δει παρά μόνο παρόμοια μικρά μπαλκόνια και μια μικρή φέτα ουρανό, συννεφιασμένη και βλοσυρή όπως εκείνος.

Κεφάλαιο 13


13

Κρόιτς ιν βάσερ, λόιτε ιν βάσερ! Φώτα, λίχτερ, φερστέεν;

Με απλοϊκά γερμανικά, ο βοηθός του Κώστα προσπαθούσε να εξηγήσει στον νεαρό ισπανό το ορθόδοξο έθιμο των Θεοφανείων, με τη βουτιά για το σταυρό. Εκείνος έδειξε να διασκεδάζει πιο πολύ με τον συνδυασμό λέξεων και χειρονομιών του σερβιτόρου του Πολύβιου παρά με το περιεχόμενο της περιγραφής του, το οποίο ανέλαβε αργότερα να εξηγήσει με πιο συγκροτημένο τρόπο ο ίδιος ο Κωστάλας. Οι απανταχού ελληνορθόδοξοι πήγαιναν σε όποια θάλασσα, σε όποια λίμνη, σε όποιο ποτάμι ήταν κοντά τους. Οι έλληνες της Ελβετίας δεν αποτελούσαν εξαίρεση, οι λίμνες αυτής της χώρας – αν και ασύγκριτα πιο ψυχρές από τα μεσογειακά νερά – φιλοξενούσαν κάθε χρόνο την ίδια μέρα το πατροπαράδοτο έθιμο.

Δυστυχώς ο ισπανός δεν θα μπορούσε να είναι μαζί τους το επόμενο πρωί. Οι χειμερινές διακοπές του τελείωναν και έπρεπε να γυρίσει στη Βαλένθια και τις σπουδές του. Βεβαίωνε τον Κώστα ότι πραγματικά θα ήθελε να δει την ελληνική εκδοχή των Θεοφανείων, μια και θα τον ενδιέφερε να μάθει και άλλα πράγματα για την Ελλάδα πέρα από την γνώριμη σε όλο τον κόσμο κλασική της αρχαιότητα.

Ήλπιζε ότι την επόμενη χρονιά θα έμενε και την έκτη Ιανουαρίου στη Ζυρίχη, μια πόλη που – όπως είπε στον Κωστάλα – αληθινά λάτρευε. Είχε έρθει μικρός αρκετές φορές μαζί με τους εύπορους γονείς του. Ονειρευόταν κάποτε να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί. Μόνιμα, όχι με την αγροτική έννοια αλλά έχοντας την ελβετική μητρόπολη ως ορμητήριο για τα φιλόδοξα σχέδιά του. Σπούδαζε αρχιτέκτονας και είχε μεγάλα όνειρα για τον εαυτό του. Δεν το είπε τόσο ξεκάθαρα στον Κωστάλα, εκείνος όμως κατάλαβε.

Κι εκείνος, ο Κωστάλας, συμπαθούσε τη Ζυρίχη, αν και η εγκατάστασή του σ' αυτή δεν είχε την ανεμελιά του νεαρού πελάτη του. Ήταν αυτονόητο ότι δεν θα εκμυστηρευόταν σε πελάτη του το πώς κατέληξε στην Ελβετία, μετά από χρόνια ολόκληρα περιπλανήσεων στο ανατολικό μπλοκ. Προς αποφυγή πολιτικών συνειρμών, του είπε ότι βρισκόταν ήδη τέσσερα χρόνια στη Ζυρίχη, ενώ στην πραγματικότητα είχε φτάσει στις αρχές του '68, δηλαδή δεν είχε καν κλείσει χρόνο. Και απλά του είπε ότι πριν έρθει στην Ελβετία είχε ζήσει και σε άλλες χώρες, παραλείποντας να σημειώσει ότι η πλησιέστερη σε όλες αυτές, τόσο χρονικά όσο και γεωγραφικά, ήταν η Τσεχοσλοβακία.

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2009

Κεφάλαια 10 έως 12


10

Ο Μίμης είχε μια μικρή αγωνία, αλλά την κράτησε για τον εαυτό του. Το ραδιόφωνο συνέχιζε να παίζει τις προγραμματισμένες εκπομπές, όλα έβαιναν κανονικά, κι αυτό ακριβώς τον φόβιζε. Το προ των Φώτων εξέπνεε, μία και σήμερα, και ανακοίνωση καμία. Η αεροπειρατεία απ' ό,τι φαίνεται είχε φέρει τα πάνω κάτω.

Ο Μίμης δεν άντεξε κι έκανε, μέσα του φυσικά, τον ειρωνικό συνειρμό. Τον περασμένο Απρίλιο ήταν ο Θεός της Ελλάδος που έδωσε στην μπασκετική ΑΕΚ το Κυπελλούχων στο Στάδιο. Τον Αύγουστο ήταν ο φιλέλλην Θεός που έσωσε τον πρωθυπουργό από τον εκρηκτικό μηχανισμό στα λιμανάκια της Βουλιαγμένης. Τώρα που η αεροπειρατεία έληξε αισίως, ήταν σχεδόν μαθηματικά βέβαιο ότι θα γινόταν η σχετική μεταφυσική αναφορά. Αν ήμουν στη θέση του, θα τα συνδύαζα περίφημα. Δεν ήταν όμως στη θέση του και γι' αυτό δεν είχε καμία βεβαιότητα για το αν η επικαιρότητα θα επισκίαζε τα όσα ήταν, υποτίθεται, προγραμματισμένα.

Όταν επιτέλους έγινε η έκτακτη σύνδεση και ακούστηκε η φωνή του πρωθυπουργού, η καρδιά του Μίμη άρχισε να χτυπά δυνατότερα. Από τα πρώτα κιόλας λόγια σχημάτισε την εντύπωση ότι η ομιλία θα ήταν δύο τρίτα αυτοσχεδιασμός και ένα τρίτο κείμενο, ξεκινώντας από τον αυτοσχεδιασμό. Ήταν αποφασισμένος να κάνει υπομονή.

…Όταν ένας κυβερνήτης έχη την ευθύνην ενός αριθμού ανθρώπων, που τους έχει επάνω εις το αεροπλάνον, και τίθεται προ του διλήμματος ν' αντιδράση εις τον ερχόμενον με ένα όπλον, που ημπορεί να είναι και αγιοβασιλιάτικον… Ο Μίμης δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα χαμόγελο.

Η ομιλία συνεχιζόταν: …Ημπορούμεν να ξέρωμεν ότι κανείς δεν φέρει όπλον, έστω και εάν το όπλον του είναι σουγιάς; Θα έπρεπε όλους να τους γυμνώνωμεν από επάνω έως κάτω… Ο Μίμης σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να βαδίζει νευρικά.

Κάποια στιγμή φάνηκαν να τελειώνουν οι αυτοσχεδιασμοί. Ήταν η ώρα για την ανακοίνωση-σεισμό. Και πράγματι:

Το Τάμα του Έθνους, μια νέα εκκλησία αφιερωμένη στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, επρόκειτο να κατασκευαστεί στον λόφο των Τουρκοβουνίων. Το τάμα ήταν μια υπόσχεση που είχε δοθεί από τους αγωνιστές της εθνικής ανεξαρτησίας κατά την τέταρτη εθνοσυνέλευση στο Άργος, το 1829. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Σωτήρα Χριστό, που σίγουρα είχε βάλει το χεράκι του για την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, οι ήρωες του '21 είχαν τάξει έναν υπέρλαμπρο ναό, που όμως – κατά τον πρωθυπουργό – δεν κατασκευάστηκε ποτέ. Μετά από 140 χρόνια, η Εθνική Κυβέρνησις ήταν αποφασισμένη να εκπληρώσει αυτήν την οφειλή, με τη βοήθεια όλων των Ελλήνων Χριστιανών.

Η βοήθεια στην οποία αναφερόταν ο πρωθυπουργός ήταν φυσικά οικονομική. Μίλησε για τον έρανο, χωρίς να αναφέρει στοιχεία του ειδικού τραπεζικού λογαριασμού, τα οποία ο ελληνικός λαός θα μάθαινε εν ευθέτω χρόνω διά του Τύπου. Μίλησε επίσης και για τον οβολόν του Έλληνος, χωρίς να μπαίνει σε δυσάρεστες λεπτομέρειες περί εισφορών, κρατήσεων, τελών, φόρων και λοιπών συνωνύμων της λέξης οβολός. Κι όταν έγινε λόγος για το αυτόνομον ίδρυμα, ο Μίμης έφερε στο νου του τον γκρίζο Υπηρεσιακό Παράγοντα του Υπουργείου Παιδείας.


11

Οι συνειρμοί του καθενός ήταν διαφορετικοί. Ο Γρηγόρης, για παράδειγμα, ακούγοντας για το αυτόνομον ίδρυμα θυμήθηκε τον Αυτόνομο Σταφιδικό Οργανισμό, τον πανταχού παρόντα στην οικονομική δραστηριότητα της γενέτειράς του. Αυτό που σκέφτηκε του φάνηκε υπερβολικά αφελές και αταίριαστο με την περίσταση, κι έτσι προτίμησε να μη μοιραστεί τίποτα με την Κατερίνα και τα ξαδέρφια της, που άκουγαν την ομιλία από το ραδιόφωνο του καφενείου.

Η Κατερίνα δεν έκανε κανένα συνειρμό. Το ζήτημα ήταν θρησκευτικό και άρα, εξ ορισμού, πολύ σοβαρό για να παίξει κανείς.

Κι ο Νικόλας απ' τη θρησκευτική πλευρά το είδε. Στην πιο πρακτική της έκφραση όμως. Μεταμόρφωση ήταν ένα ξωκλήσι στο νησί. Φαντάστηκε τον πρωθυπουργό ή έστω τον Νομάρχη να ανακοινώνει έρανο για την ανακατασκευή αυτής της Μεταμόρφωσης. Μετά σκέφτηκε ότι η φαντασία του ήταν μεγάλη κι αυτό ίσως ήταν κακό.

Ο Σωκράτης έτρωγε τα νύχια του, από συνήθεια και όχι για κάποιο λόγο της στιγμής. Εκείνος όταν άκουσε για αυτονομία σκέφτηκε το εικοσιδύο. Κι αμέσως μετά θυμήθηκε την κουβέντα στο τραπέζι του γάμου. Θύμωσε με τον εαυτό του, ένιωσε να κοκκινίζει. Τι πράγματα ήταν αυτά που κάθονταν και συζητούσαν, πάλι καλά που ήταν σε οικογενειακό κύκλο αν και ποτέ δεν μπορούσες να ξέρεις. Δεν ήταν εποχή για μπλεξίματα.


12

Το επόμενο κιόλας πρωί, παρότι ήταν Κυριακή, το Γραφείου Τύπου της κυβέρνησης ξεκίνησε την ενημέρωση προς τις δημόσιες υπηρεσίες και τις ξένες πρεσβείες, στέλνοντάς τους με τηλέτυπο το ακριβές κείμενο της ομιλίας του πρωθυπουργού. Δεν θα ενημερώνονταν βέβαια όλοι οι παραλήπτες την ίδια ώρα. Υπήρχαν προτεραιότητες. Το μήνυμα προς τη Μαδρίτη ήταν από τα πρώτα που έφυγαν.

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Κεφάλαια 07 έως 09


07

Δεν πρόλαβε να επιστρέψει στον Πολύβιο ο Κώστας και αναγκάστηκε να βάλει τις φωνές.

Η σκηνή σίγουρα δεν άρμοζε σε εστιατόριο που σε δέκα λεπτά ήταν προγραμματισμένο να ανοίξει για τη μεσημεριανή του πελατεία.

Τρεις άνθρωποι είχαν κάνει πηγαδάκι μπροστά στον πάγκο και συζητούσαν έντονα. Ο βοηθός του, ο μάγειρας και η λατζέρισσα.

Ο Φίλιππας ο μάγειρας ανέλαβε τις εξηγήσεις, ενώ παράλληλα άρχισε να βαδίζει προς την κουζίνα. Χίλια συγγνώμη, δίκιο έχεις αφεντικό ότι και να πεις. Είχαν όμως ακούσει στο ραδιόφωνο την είδηση της αεροπειρατείας σε ελληνικό αεροπλάνο. Ναι, αεροπειρατείας, στα καλά καθούμενα πρωτοχρονιάτικα.

Το γερμανόφωνο δελτίο ειδήσεων δεν είχε δώσει λεπτομέρειες, παρά μόνο ότι επρόκειτο για εσωτερική πτήση της Ολυμπιακής που είχε καταλήξει στο Κάιρο.

Αφού διαπίστωσε ότι ούτε ο Φίλιππας ούτε οι άλλοι δύο γνώριζαν κάτι παραπάνω, ο Κώστας βγήκε στο δρόμο και κατευθύνθηκε στον κοντινότερο τηλεφωνικό θάλαμο.


08

Ο Υπηρεσιακός Παράγοντας, μετά τις πρώτες υποσχέσεις για ευόδωση του αυτοεξυπηρετούμενου δανείου, άρχισε σε αντάλλαγμα να διοχετεύει στον Μίμη Μπούσουλα πληροφορίες σχετικά με τον επικείμενο αρχιτεκτονικό διαγωνισμό. Το υπό σύσταση ίδρυμα επρόκειτο να καλύψει όλα τα έξοδα των πέντε υποψηφίων με τη μεγαλύτερη βαθμολογία και να δώσει χρηματικά έπαθλα στον δεύτερο και τρίτο. Ο διαγωνισμός θα γινόταν βάσει της προμελέτης του ιδρύματος, ένα αντίγραφο της οποίας έφτασε σ' ένα φάκελο που δόθηκε χέρι με χέρι στη Σωτηρία Μπούσουλα, στην πόρτα του σπιτιού της, από τον ίδιο τον Παράγοντα. Η προμελέτη ήταν δακτυλογραφημένη σε κίτρινο χαρτί και είχε τρία κεφάλαια.

Το πρώτο κεφάλαιο, με εξίμιση σελίδες, αναφερόταν στην Τέταρτη Εθνοσυνέλευση του Άργους, το 1829. Παρότι τα αυθεντικά Πρακτικά της Εθνοσυνέλευσης είχαν χαθεί, υπήρχε μια αναφορά στη θεματολογία της, η οποία ήταν λίγο έως πολύ γνωστή από ιστορικές πηγές.

Το δεύτερο κεφάλαιο δεν είχε κείμενο, παρά μόνο ένα πλαίσιο με χάρτη της κεντρικής Αθήνας και με την εξής μόνη αναγραφή: ΤΑ ΛΕΓΟΜΕΝΑ ΤΟΥΡΚΟΒΟΥΝΙΑ, πάνω από μια διάταξη ισοϋψών καμπυλών. Πιο κάτω φαίνονταν κι άλλες ισοϋψείς που σίγουρα αντιστοιχούσαν στο Λυκαβηττό, την Ακρόπολη και τους άλλους λόφους της Πρωτεύουσας, χωρίς όμως λεζάντα.

Το τρίτο κεφάλαιο, με τρεις σελίδες, παρέθετε τα επιθυμητά χαρακτηριστικά του κτίσματος-αντικειμένου του διαγωνισμού και απαριθμούσε παρόμοια μνημεία σε διάφορες άλλες πόλεις του κόσμου. Η προμελέτη έκλεινε με μια φράση κλεμμένη από τη βενιζελική Μεγάλη Ελλάδα, κοινότοπη αλλά όχι εντελώς αταίριαστη με το θέμα:

Η ΕΛΛΑΣ ΠΡΟΩΡΙΣΤΑΙ ΝΑ ΖΗΣΗ ΚΑΙ ΘΑ ΖΗΣΗ!

Ο Μίμης Μπούσουλας, διαβάζοντας την προμελέτη το ίδιο βράδυ μετά την παραλαβή της από τη γυναίκα του, δεν εντυπωσιάστηκε τόσο από την ηρωική κατακλείδα αλλά από το γεγονός ότι κάποιος, το δίχως άλλο ο Υπηρεσιακός Παράγοντας, είχε υπογραμμίσει με πράσινο στυλό και διπλή γραμμή την πόλη Βαρκελώνη.

Όταν, στις αρχές Δεκεμβρίου, ο Παράγοντας πληροφόρησε τον Μίμη ότι ο κύριος Πρόεδρος θα πραγματοποιούσε την εξαγγελία του τις πρώτες μέρες του 1969 και σε κάθε περίπτωση προ των Φώτων, ο Μίμης έσπευσε να κλείσει το αεροπορικό εισιτήριο για τον γιο του και να στείλει τηλεγράφημα σε έναν άγνωστό του παραλήπτη στη Μαδρίτη, ο οποίος θα φρόντιζε για τα υπόλοιπα. Το εισιτήριο είχε ημερομηνία 6 Ιανουαρίου. Δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να είναι νωρίτερα, αφού ο Υπηρεσιακός Παράγοντας ήταν απόλυτος: Απαραίτητη προϋπόθεση για την κάλυψη των εξόδων ήταν να έπωνται της πρωθυπουργικής ανακοινώσεως.


09

Η καινούργια χρονιά είχε μπει με τον πλέον δυναμικό τρόπο στην Ελλάδα. Η διαπίστωση αυτή ήταν κοινή τόσο μέσα στη χώρα όσο και στη διασπορά. Ιδίως στη διασπορά. Η ενημέρωση στο εσωτερικό, πλήρως ελεγχόμενη από το κράτος, εστιαζόταν στο βεβαρημένο μητρώο και την προβληματική συμπεριφορά του κρητικού αεροπειρατή, ο οποίος τελικά παραδόθηκε στις αιγυπτιακές αρχές.

Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης μπορεί να φείδονταν λεπτομερειών και να τα έκαναν, ως συνήθως, μαντάρα με το επώνυμο του πειρατή (το οποίο στην προκειμένη περίπτωση, πέραν του ότι ήταν ελληνικό, ήταν και επτασύλλαβο και άρα διπλά δύσκολο), σχολίαζαν όμως με δηκτικότητα τα μέτρα ασφαλείας των ελληνικών αεροδρομίων και τόνιζαν την εγγύτητα της χώρας στη Μέση Ανατολή.

Φυσικά, για το προσωπικό του Πολύβιου η είδηση σχεδόν μονοπωλούσε τις μεταξύ τους συζητήσεις. Αλλά και πολλοί από τους πελάτες του εστιατορίου, όχι μόνο οι έλληνες αλλά και οι ελβετοί και οι τουρίστες, ρωτούσαν τον Κωστάλα μήπως ήξερε κάτι παραπάνω. Όχι, πού να ξέρει, τις εφημερίδες διαβάζει κι αυτός όπως όλοι. Μέχρι κι ένας νεαρός ισπανός με γυαλάκια τον ρώτησε, τον θυμόταν που είχε ξανάρθει την περασμένη βδομάδα, μόνος και τότε όπως και τώρα.

Ήταν πολιτικό το κίνητρο; ρώτησε ο ισπανός, και ο Κώστας απάντησε όσο πιο ουδέτερα μπορούσε: Άγνωστο. Του έκανε όμως εντύπωση αυτή η ερώτηση, ίσως γιατί προερχόταν από ισπανό, που θα τον περίμενε λιγάκι μαγκωμένο, κι εκεί όπως και στην Ελλάδα το καθεστώς αποθάρρυνε την πολιτικολογία.

Εκτός κι αν… Πράγματι, ο Κώστας θυμήθηκε ότι τις προάλλες είχαν πιάσει για λίγο την κουβέντα και τον είχε ρωτήσει από ποιο μέρος της Ισπανίας είναι, κι εκείνος του είχε απαντήσει – τι όμως; Από Κ πρέπει να άρχιζε. Καστίλη; Καντάμπρια; Δεν θυμόταν. Μυαλό σουρωτήρι! σκέφτηκε και έσπευσε να του πάρει παραγγελία πριν επεκταθεί η συζήτηση.